breaking newsΕλλάδα

Εγκολφόπουλος: «Έβαλαν χέρι» στην Τουρκία – Τέλος τα F-35

Σε μια παρέμβαση με αιχμές για την Τουρκία, τα ελληνοτουρκικά, τους S-400 και το μέλλον της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι το ζήτημα των αμερικανικών μαχητικών έχει ουσιαστικά κλείσει για την Τουρκία όσο παραμένει άλυτο το πρόβλημα των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων.

Μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», ο Γιάννης Εγκολφόπουλος επέμεινε στην εκτίμηση που έχει διατυπώσει επανειλημμένως το προηγούμενο διάστημα: ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποκτήσει F-35 υπό τις σημερινές συνθήκες.

«Είναι οριστικό», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το βασικό εμπόδιο παραμένουν οι S-400.

Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα: δεν μπορεί εύκολα να μεταβιβάσει τα ρωσικά συστήματα σε τρίτη χώρα, ενώ οποιαδήποτε λύση θα απαιτούσε και τη συγκατάθεση της Μόσχας.

Ο αντιναύαρχος ε.α. διερωτήθηκε, μάλιστα, για ποιο λόγο η Ρωσία θα επέτρεπε μια εξέλιξη η οποία θα άνοιγε ξανά τον δρόμο για την απόκτηση από την Τουρκία ενός μεγάλου αριθμού F-35.

Όπως υποστήριξε, η Μόσχα δεν έχει συμφέρον να δει μια γειτονική Τουρκία να ενισχύεται με δεκάδες μαχητικά πέμπτης γενιάς, τη στιγμή που η ίδια επιδιώκει να διατηρεί μοχλούς επιρροής στις σχέσεις της Άγκυρας με το ΝΑΤΟ.

Ο παράγοντας Ισραήλ

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον ρόλο του Ισραήλ.

Ο Εγκολφόπουλος αναφέρθηκε στις εξαιρετικά ισχυρές σχέσεις Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ, σημειώνοντας ότι το ίδιο το Ισραήλ αποτελεί σημαντική παράμετρο σε οποιαδήποτε συζήτηση για προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα στην περιοχή.

Σχολιάζοντας προηγούμενες τοποθετήσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, για ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στα F-35, ο Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι η εικόνα που είχε δημιουργηθεί δεν ανταποκρινόταν τελικά στις πραγματικές ισορροπίες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Μπάρακ αναγνώρισε στη συνέχεια πως υπάρχουν αντιδράσεις στο αμερικανικό σύστημα και αναφέρθηκε ειδικά στον παράγοντα Ισραήλ.

«Μπήκε χέρι» στην Άγκυρα

Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και στη διαφοροποίηση της τουρκικής ρητορικής το τελευταίο διάστημα.

Κατά την εκτίμησή του, η χαμηλότερων τόνων εμφάνιση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν ήταν τυχαία.

«Μπήκε χέρι», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι έχουν σταλεί σαφή μηνύματα προς την τουρκική πλευρά από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εκτίμησε, μάλιστα, ότι πολλές από τις τουρκικές απειλές που ακούγονται το τελευταίο διάστημα τελικά «θα μείνουν στο επίπεδο των απειλών».

Την ίδια στιγμή, όμως, εμφανίστηκε εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντι στις δηλώσεις της Άγκυρας.

Κατά τον ίδιο, η Τουρκία διαθέτει συγκεκριμένη στρατηγική και ατζέντα, την οποία εφαρμόζει με συνέπεια, ενώ επενδύει τεράστια ποσά στο επικοινωνιακό και προπαγανδιστικό της σύστημα.

Ο Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι υπάρχει συχνά απόσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα που εκπέμπει η τουρκική ηγεσία και στις πραγματικές επιδιώξεις της.

Η αιχμή για την Κάσο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στα γεγονότα της Κάσου.

Ο αντιναύαρχος ε.α. αμφισβήτησε ότι η πραγματική εικόνα όσων συνέβησαν έχει αποτυπωθεί πλήρως στον δημόσιο διάλογο.

Υποστήριξε ότι υπήρξε λάθος διαχείριση από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, κάτι που, όπως είπε, έχει επισημάνει από την πρώτη στιγμή. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι «δεν έγινε αυτό που έχει βγει στον Τύπο ότι έγινε».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη αφήγηση για το περιστατικό προήλθε από την τουρκική πλευρά και στη συνέχεια αναπαράχθηκε στην Ελλάδα.

«Έγινε άλλο πράγμα», ανέφερε, χωρίς όμως να αποκαλύψει περισσότερα, υποστηρίζοντας ότι γνωρίζει στοιχεία για τα πραγματικά γεγονότα.

«Διαχρονικά δώσαμε χώρο στην Τουρκία»

Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο Κυπριακό.

Ο Εγκολφόπουλος συμφώνησε ότι διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να έχουν αναδείξει πολύ εντονότερα το ζήτημα της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο.

Όπως είπε, η Ελλάδα «έδωσε χώρο στην Τουρκία να λέει αυτά που λέει», σημειώνοντας ότι αυτό δεν αφορά μία συγκεκριμένη κυβέρνηση αλλά μια μακροχρόνια διαχείριση.

Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τη στάση του Ισραήλ στη Συρία, υποστηρίζοντας ότι το Τελ Αβίβ έχει δείξει πως, όταν θεωρεί ότι απειλούνται ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας του, αντιδρά άμεσα.

Οι αιχμές για την ελληνική διπλωματία

Ο αντιναύαρχος ε.α. άσκησε κριτική και σε πλευρές της ελληνικής διπλωματικής τακτικής, αναφερόμενος στις θερμές δημόσιες εικόνες και στους εναγκαλισμούς με ξένους αξιωματούχους.

Έκανε ειδική αναφορά στον Χακάν Φιντάν, θέτοντας το ερώτημα εάν η υπερβολικά φιλική δημόσια εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Κατά τον ίδιο, τέτοιες κινήσεις δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις και προκαλούν αντιδράσεις σε όσους παρακολουθούν από κοντά τις περιφερειακές εξελίξεις.

Patriot, Σαουδική Αραβία και Τουρκία

Ένα ακόμη ζήτημα που έθεσε ήταν η ελληνική συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία.

Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος επανέλαβε τη θέση του ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αποσύρει τη συγκεκριμένη αποστολή, αλλά συνέδεσε την παρουσία της με τις νέες στρατιωτικές διεργασίες ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία.

Αναφέρθηκε σε συζητήσεις για την πρακτική εφαρμογή της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών και έθεσε το ενδεχόμενο μελλοντικής τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Σαουδική Αραβία.

Στην περίπτωση αυτή, παρατήρησε, θα μπορούσε να δημιουργηθεί το παράδοξο ελληνικά Patriot να παρέχουν αεράμυνα σε μία περιοχή στην οποία θα βρίσκονταν και τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.

«Έχουμε από αυτό να κερδίσουμε ή να χάσουμε;» διερωτήθηκε, αφήνοντας την απάντηση στην κρίση των τηλεθεατών.

Το μήνυμα της παρέμβασης

Η συνολική εκτίμηση του Γιάννη Εγκολφόπουλου είναι ότι, παρά τη συνεχιζόμενη επιθετική ρητορική και την έντονη επικοινωνιακή δραστηριότητα της Άγκυρας, υπάρχουν όρια τα οποία τίθενται από τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες και κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και το ζήτημα των F-35, θεωρώντας ότι όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400 δεν υπάρχει πραγματικός δρόμος επιστροφής της στο πρόγραμμα.

Παράλληλα, η παρέμβασή του άφησε ανοικτό ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα: κατά πόσο η Αθήνα αξιοποιεί με τον αποτελεσματικότερο τρόπο τα διπλωματικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα που διαθέτει απέναντι στην Τουρκία.

Back to top button