breaking newsΕλλάδα

Αϋφαντής: Κίνδυνος «δεύτερης Κάσου» με το καλώδιο – «Ο διάλογος δεν είναι αυτοσκοπός»

Τον κίνδυνο η προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου να συνοδευτεί από αποδοχή τουρκικών αξιώσεων ανέδειξε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Με αιχμηρές αναφορές στην κυβέρνηση, στην ευρωπαϊκή και νατοϊκή στάση, αλλά και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, υποστήριξε ότι η Αθήνα πρέπει να αντιμετωπίζει τον διάλογο ως μέσο προστασίας των εθνικών συμφερόντων και όχι ως αυτοτελή στόχο.

Κεντρική θέση στην τοποθέτησή του είχε η εκτίμηση ότι η Τουρκία δεν έχει μεταβάλει τη στρατηγική της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, ανεξαρτήτως του ύφους που επιλέγει στις δημόσιες παρεμβάσεις της.

«Δεν άλλαξε τίποτε» στις τουρκικές βλέψεις

Σχολιάζοντας την ομιλία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον ΟΗΕ, ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι η προσαρμογή της ρητορικής στο διεθνές ακροατήριο δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των τουρκικών απαιτήσεων.

Στη δική του ανάγνωση, η Άγκυρα εξακολουθεί να επιδιώκει την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου και να αντιτίθεται στην ενίσχυση της αμυντικής σύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου με τη συνδρομή του Ισραήλ. Ερμήνευσε, μάλιστα, την τουρκική επίκληση του διεθνούς δικαίου ως προσπάθεια να παρουσιαστούν οι απαιτήσεις αυτές ως αποδεκτό πλαίσιο συζήτησης.

Παράλληλα, άσκησε κριτική στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, θεωρώντας ότι η προσήλωση στις διπλωματικές διαδικασίες δεν αρκεί απέναντι στην τουρκική στρατιωτική παρουσία.

Χρησιμοποιώντας την εικόνα της Πομπηίας και του Βεζούβιου, προειδοποίησε για τον κίνδυνο εφησυχασμού στην Κύπρο. Διατύπωσε επίσης την πρόβλεψη ότι μια κλιμάκωση της αντιπαράθεσης Ισραήλ–Τουρκίας θα μπορούσε να επεκταθεί στα κατεχόμενα. Πρόκειται για δική του εκτίμηση σχετικά με πιθανή εξέλιξη της σύγκρουσης.

«Ο διάλογος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα εργαλείο»

Αναφερόμενος στην τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για διάλογο χωρίς απειλές, ο πρέσβης ε.τ. έθεσε το ζήτημα του περιεχομένου και του επιδιωκόμενου αποτελέσματος των συνομιλιών.

«Ο διάλογος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα εργαλείο», τόνισε, προσδιορίζοντας ως σκοπό της εξωτερικής πολιτικής τη διατήρηση της εδαφικής κυριαρχίας και της ακεραιότητας της χώρας.

Κατά την άποψή του, η επιμονή στη συζήτηση, όταν η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί την απειλή στρατιωτικής ισχύος, δεν εξασφαλίζει από μόνη της την προστασία των ελληνικών θέσεων. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει την αποφυγή αντιπαράθεσης ως υπέρτατη προτεραιότητα και υποστήριξε ότι οι εξοπλισμοί πρέπει να συνοδεύονται από αξιόπιστη πολιτική βούληση αξιοποίησής τους για την αποτροπή.

Το καλώδιο και η προειδοποίηση για «δεύτερη Κάσο»

Το πιο αιχμηρό τμήμα της παρέμβασής του αφορούσε τον Great Sea Interconnector και το ενδεχόμενο τουρκικής εμπλοκής στις διαδικασίες υλοποίησης του έργου.

Ερωτηθείς πώς μπορεί να αποφευχθεί μια «δεύτερη Κάσος», απάντησε: «Δεν την αποτρέπουμε. Πηγαίνουμε στη δεύτερη Κάσο».

Ο κ. Αϋφαντής συνέδεσε την παρουσία της Meridiam με ένα πιθανό σχήμα εισόδου τουρκικών συμφερόντων στη χρηματοδότηση του έργου. Επικαλούμενος τις επενδυτικές δραστηριότητες της εταιρείας στην Τουρκία, υποστήριξε ότι θα μπορούσε να διευκολυνθεί η συμμετοχή τουρκικής εταιρείας στο χρηματοδοτικό σχήμα.

Προχώρησε, επίσης, στον ισχυρισμό ότι η Αθήνα έχει αποδεχθεί να ζητηθεί τουρκική άδεια μέσω της γαλλικής πλευράς. Οι δημοσιογράφοι αντέτειναν ότι οι επίσημες πηγές αρνούνται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο ίδιος επέμεινε στην καταγγελία του, χωρίς στη συγκεκριμένη συζήτηση να παρουσιαστεί έγγραφο που να την τεκμηριώνει.

Η ουσία της προειδοποίησής του ήταν ότι ένα αίτημα αδειοδότησης προς την Άγκυρα θα μπορούσε, κατά την εκτίμησή του, να αξιοποιηθεί πολιτικά ως αποδοχή τουρκικής δικαιοδοσίας στην επίμαχη θαλάσσια περιοχή.

Το σενάριο τουρκικής «επίβλεψης»

Περιγράφοντας ένα υποθετικό επόμενο βήμα, ο πρέσβης ε.τ. υποστήριξε ότι η Τουρκία θα μπορούσε να απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα χορηγώντας άδεια και αποστέλλοντας πλοία για να «επιβλέψουν» τις εργασίες.

Σε αυτή την περίπτωση, εκτίμησε, η Ελλάδα θα βρισκόταν μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε να ανεχθεί την τουρκική παρουσία είτε να αντιδράσει έμπρακτα, αναλαμβάνοντας και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε ακόμη και το σενάριο περιορισμένου τουρκικού πλήγματος σε στρατιωτική εγκατάσταση ελληνικού νησιού, θέτοντας το ερώτημα εάν η ελληνική πολιτική ηγεσία θα αποφάσιζε ανταπόδοση. Η αναφορά του αφορούσε πιθανό σενάριο κρίσης και όχι πληροφορία για επικείμενη επίθεση.

Ο ίδιος αμφισβήτησε ευθέως την αποφασιστικότητα του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών, διευκρινίζοντας σε εκείνο το σημείο ότι εξέφραζε την προσωπική του κρίση ως Έλληνας πολίτης.

Αιχμές για ΕΕ και ΝΑΤΟ

Ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει τη σαφή δημόσια συμμαχική στήριξη που θα απαιτούσε η αντιμετώπιση της τουρκικής πίεσης.

Κατά την τοποθέτησή του, ΕΕ και ΝΑΤΟ θα έπρεπε να έχουν διαμηνύσει ρητά ότι η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί στρατιωτικά μέσα για να επιβάλλει τις απαιτήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Άσκησε, ακόμη, κριτική σε προσεγγίσεις που θεωρεί ότι προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για παραχωρήσεις. Επανέλαβε ότι το βασικό κριτήριο της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να είναι η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας.

Ιράν: Προβλέπει ανάπαυλα, όχι οριστική λύση

Η παρέμβασή του επεκτάθηκε στην αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ και στον αμερικανικό ρόλο. Ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι η αντοχή της ιρανικής κοινωνίας και οι δυνατότητες της Τεχεράνης να ασκεί οικονομική πίεση μέσω των ενεργειακών και ναυτιλιακών διαδρομών έχουν υποτιμηθεί.

Εκτίμησε ότι το κόστος της ενέργειας και η εξάντληση στρατιωτικών αποθεμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε προσωρινή συνεννόηση. Προέβλεψε, ωστόσο, ότι μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να αποτελέσει ανάπαυλα για ανασυγκρότηση και όχι μόνιμη διευθέτηση.

Διαχώρισε, τέλος, την αντίθεσή του στον αυταρχισμό του ιρανικού καθεστώτος από τη λογική της εξωτερικής επιβολής πολιτικής αλλαγής. Όπως υποστήριξε, οι αλλαγές πρέπει να προέλθουν από την ίδια την ιρανική κοινωνία, ενώ η εξωτερική στρατιωτική πίεση μπορεί να λειτουργεί συσπειρωτικά υπέρ της εξουσίας.

«Η δαιμονοποίηση μιας χώρας δεν είναι συνταγή επίλυσης των προβλημάτων», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Back to top button