breaking newsΕλλάδα

Η Ελλάδα μπροστά σε νέα εποχή αποτροπής – Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το πρώτο πλήγμα και η Τουρκία μετά τον Ερντογάν

Σε μια εκπομπή με επίκεντρο τις μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές, την ελληνική αμυντική στρατηγική και τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, ο Παντελής Σαββίδης φιλοξένησε στις «Ανιχνεύσεις» τον διεθνολόγο και οικονομολόγο Θρασύβουλο Ευτυχίδη, τον υποναύαρχο ε.α. Δημήτριο Τσαϊλά, τον υποστράτηγο ε.α. Αχιλλέα Ταξή και τον αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Άγκυρας Χρήστο Τεάζη.

Η συζήτηση ξεκίνησε από τις νέες εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή, τις επιθέσεις των Χούθι, την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και των θαλάσσιων οδών, αλλά γρήγορα μεταφέρθηκε στο κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα: αρκεί η αγορά προηγμένων οπλικών συστημάτων ή χρειάζεται συνολική αλλαγή στρατηγικής αντίληψης;

«Η Ελλάδα είναι θαλάσσιο κράτος»

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς επέμεινε ιδιαίτερα στη γεωγραφική πραγματικότητα της χώρας, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ηπειρωτική χώρα που απλώς διαθέτει πολλά νησιά.

Κατά την ανάλυσή του, το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, η εμπορική ναυτιλία και οι ενεργειακές υποδομές πρέπει να ενταχθούν σε μια ενιαία στρατηγική αντίληψη.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Πολεμικό Ναυτικό δεν μπορεί να αποτελεί απλώς συμπληρωματικό βραχίονα μιας κατά βάση χερσαίας αμυντικής αρχιτεκτονικής, αλλά έναν από τους βασικούς φορείς ισχύος ενός κράτους που οφείλει να σκέφτεται και να σχεδιάζει ναυτικοκεντρικά.

Το δίλημμα που έθεσε ήταν σαφές: η Ελλάδα μπορεί είτε να αποκτήσει πολύ σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις συνεχίζοντας όμως να σκέφτεται με παλαιούς όρους, είτε να οργανώσει άμυνα, οικονομία, ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία και διπλωματία γύρω από τη γεωγραφική της ταυτότητα ως θαλάσσιο κράτος.

«Η Ασπίδα του Αχιλλέα δεν είναι μαγικό πέπλο»

Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και στην Ατζέντα 2030.

Ο Τσαϊλάς σημείωσε ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια ευρώ δαπανώνται, αλλά τι ακριβώς επιχειρησιακή δυνατότητα αποκτά η χώρα, ποιες εξαρτήσεις δημιουργούνται από τους προμηθευτές και πόσο αυτόνομα μπορεί η Ελλάδα να λειτουργήσει τα συστήματα σε περίοδο πολέμου.

Όπως επισήμανε, ένα σύγχρονο σύστημα αεράμυνας δεν αποτελεί από μόνο του μια «μαγική ασπίδα» που καθιστά τη χώρα άτρωτη. Χρειάζεται να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική με αισθητήρες, διαφορετικά επίπεδα αναχαίτισης, όπλα, δίκτυα διοίκησης και διακλαδικές δυνατότητες.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ζήτημα των αποθεμάτων αναχαιτιστών. Σε μια μαζική και παρατεταμένη επίθεση, όπως τονίστηκε, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο προηγμένο είναι ένα σύστημα, αλλά πόσες αναχαιτίσεις μπορεί να πραγματοποιήσει πριν εξαντληθούν τα διαθέσιμα πυρομαχικά και πόσο γρήγορα μπορούν αυτά να αναπληρωθούν.

Το κρίσιμο ζήτημα του πηγαίου κώδικα

Η εκπομπή στάθηκε ιδιαίτερα και στο ζήτημα του ελέγχου της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Ο Παντελής Σαββίδης έθεσε το ερώτημα «ποιος θα κρατάει το πληκτρολόγιο της ασπίδας;», ανοίγοντας τη συζήτηση για τον πηγαίο κώδικα, το λογισμικό ελέγχου και τη δυνατότητα της ελληνικής πλευράς να πραγματοποιεί αυτόνομα τροποποιήσεις, αναβαθμίσεις ή ενσωμάτωση νέων συστημάτων.

Ο Αχιλλέας Ταξής επισήμανε την ανάγκη να υπάρξουν ξεκάθαρες απαντήσεις ώστε να μην υπάρχει περίπτωση εξωτερικού επηρεασμού του συστήματος ή περιορισμών στη δυνατότητα της Ελλάδας να το αναπτύσσει σύμφωνα με τις δικές της επιχειρησιακές ανάγκες.

Το ζήτημα, όπως επισημάνθηκε, δεν είναι απλώς τεχνικό. Συνδέεται με την επιχειρησιακή κυριαρχία: ποιος ελέγχει το σύστημα, ποιος εγκρίνει τις αλλαγές, ποιος μπορεί να το υποστηρίξει σε μια κρίση και ποιος διαθέτει τις κρίσιμες γραμμές παραγωγής και τα πυρομαχικά.

Από την κλασική αποτροπή στην «απαγόρευση τετελεσμένων»

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της εκπομπής ήταν η συζήτηση για την ελληνική αποτροπή.

Ο Αχιλλέας Ταξής υποστήριξε ότι η κλασική λογική –«αν μου επιτεθείς θα πληρώσεις βαρύ τίμημα»– πρέπει να εξελιχθεί, καθώς οι χρόνοι αντίδρασης στα σύγχρονα πεδία επιχειρήσεων έχουν περιοριστεί δραματικά.

Ο ίδιος απέφυγε να υιοθετήσει τον όρο «προληπτικό πρώτο χτύπημα», μιλώντας αντίθετα για «χτύπημα εν τη γενέσει» μιας επίθεσης, όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η διαδικασία δημιουργίας ενός τετελεσμένου.

Όπως υποστήριξε, στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς η αντίδραση αφού ο αντίπαλος έχει δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα στο πεδίο, αλλά η αποτροπή της ίδιας της δημιουργίας του τετελεσμένου.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, έκανε διάκριση μεταξύ «πρώτου» και «προληπτικού» πλήγματος, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της γκρίζας ζώνης ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο.

Η συζήτηση έφερε αναπόφευκτα στο προσκήνιο και την εμπειρία των Ιμίων, με τους συμμετέχοντες να αναλύουν πότε μια στρατιωτική αντίδραση αποτελεί άμυνα έναντι ήδη διαμορφούμενου τετελεσμένου και πότε μπορεί να θεωρηθεί προληπτική ενέργεια.

«Υπάρχουν σχέδια»

Ερωτηθείς για την ύπαρξη ελληνικών στρατιωτικών σχεδίων απέναντι σε ενδεχόμενη τουρκική ενέργεια, ο Αχιλλέας Ταξής ήταν σαφής ότι τέτοια σχέδια υπάρχουν, αποφεύγοντας φυσικά να υπεισέλθει σε επιχειρησιακές λεπτομέρειες.

Παράλληλα, στη συζήτηση επισημάνθηκε ότι η αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από την κατοχή οπλικών συστημάτων. Απαιτεί επίσης πολιτική βούληση για τη χρήση τους και αξιόπιστη επικοινωνία προς τον αντίπαλο ότι αυτή η βούληση υπάρχει.

Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκε και το ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων, με την επισήμανση ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα από μόνα τους δεν επαρκούν εάν δεν συνοδεύονται από μέριμνα για το προσωπικό.

Οι αλλαγές στην Τουρκία και η εποχή μετά τον Ερντογάν

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε και η ανάλυση του Χρήστου Τεάζη για τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας υποστήριξε ότι η Τουρκία εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς αναδιάταξης του πολιτικού της συστήματος, συνδέοντας τις εξελίξεις με τη συζήτηση για νέο Σύνταγμα.

Κατά τον ίδιο, το νέο Σύνταγμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως εργαλείο για μια νέα θητεία Ερντογάν, αλλά ως προσπάθεια θεσμικής αποτύπωσης της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί στην Τουρκία τις τελευταίες περίπου δύο δεκαετίες.

Ο Τεάζης διατύπωσε επίσης την εκτίμηση ότι ο Ερντογάν δεν αποτελεί το ίδιο το τουρκικό κράτος, αλλά εκφράζει μια κοινωνικοπολιτική δυναμική που τον έφερε στην εξουσία.

Παράλληλα, σημείωσε ότι σήμερα η προσωπική επιρροή του Τούρκου προέδρου στην κοινωνία δεν βρίσκεται στο επίπεδο προηγούμενων ετών και ότι σταδιακά ανοίγει η συζήτηση για τη διαδοχή του.

Κουρτουλμούς αντί Φιντάν;

Αναφερόμενος στα πρόσωπα που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη μετά Ερντογάν εποχή, ο Τεάζης ξεχώρισε τον Νουμάν Κουρτουλμούς, πρόεδρο της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.

Κατά την προσωπική του εκτίμηση, ο Κουρτουλμούς διαθέτει πολιτικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να εκφράσει έναν από τους νέους πόλους του τουρκικού πολιτικού συστήματος.

Αντίθετα, για τον Χακάν Φιντάν σημείωσε ότι, παρότι διαθέτει επιρροή στη γραφειοκρατία, παραμένει περισσότερο γραφειοκράτης παρά πολιτικός που μπορεί να κινητοποιήσει μεγάλες κοινωνικές μάζες.

Ο Τεάζης εμφανίστηκε επίσης επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο δυναστικής διαδοχής του Ερντογάν από κάποιο μέλος της οικογένειάς του.

Θα μπορούσε ο Ερντογάν να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για το εσωτερικό;

Στο τραπέζι τέθηκε και το σενάριο μιας ελληνοτουρκικής κρίσης που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά από τον Τούρκο πρόεδρο για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

Ο Χρήστος Τεάζης δεν απέκλεισε θεωρητικά μια τέτοια παράμετρο, αλλά εκτίμησε ότι ο Ερντογάν δεν έχει ανάγκη να δημιουργήσει ένταση με την Ελλάδα αποκλειστικά για λόγους εσωτερικής πολιτικής, καθώς διαθέτει και άλλα ζητήματα –μεταξύ των οποίων η Συρία– που μπορούν να λειτουργήσουν στο τουρκικό πολιτικό σκηνικό.

Από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Γροιλανδία

Στην αρχική γεωπολιτική επισκόπηση, ο Θρασύβουλος Ευτυχίδης αναφέρθηκε στις επιθέσεις των Χούθι, στις επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και στις τιμές καυσίμων, στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις ευρύτερες κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συζητήθηκαν επίσης οι αμερικανικές επιδιώξεις στην Αρκτική και η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας, καθώς το λιώσιμο των πάγων δημιουργεί νέες θαλάσσιες εμπορικές οδούς και ενισχύει τον ανταγωνισμό για έλεγχο κρίσιμων περιοχών και υποδομών.

Το κοινό νήμα όλων των θεμάτων ήταν τελικά ένα: στον νέο διεθνή ανταγωνισμό, η γεωγραφία επιστρέφει στο κέντρο της στρατηγικής.

Και για την Ελλάδα, όπως προέκυψε από τη συζήτηση των «Ανιχνεύσεων», το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα νέα όπλα θα αποκτήσει, αλλά εάν θα μπορέσει να μετατρέψει τη γεωγραφία, τη ναυτική της παράδοση, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις διεθνείς συνεργασίες της σε συνεκτική εθνική στρατηγική.

Back to top button