Η Ουάσιγκτον φαίνεται αποφασισμένη να επιταχύνει την αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ευρώπη, στέλνοντας ένα σκληρό μήνυμα στους συμμάχους του ΝΑΤΟ: η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήρωναν δυσανάλογα το κόστος της ευρωπαϊκής ασφάλειας πλησιάζει στο τέλος της.
Σύμφωνα με τη γερμανική Welt am Sonntag, οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να παρουσιάσουν τον επόμενο μήνα στους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ σχέδιο ταχύτερης αποχώρησης στρατιωτικών δυνάμεων από ευρωπαϊκές βάσεις. Η εφημερίδα επικαλείται πηγή του Πενταγώνου, χωρίς πάντως να διευκρινίζει ποιες χώρες και ποιες εγκαταστάσεις θα επηρεαστούν.
Η εξέλιξη έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την ανακοίνωση της Ουάσιγκτον ότι σκοπεύει να αποσύρει 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία. Η Γερμανία φιλοξενεί περίπου 35.000 Αμερικανούς στρατιώτες, τον μεγαλύτερο αριθμό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε ολοκλήρωση της αποχώρησης μέσα σε έξι έως δώδεκα μήνες, όμως πλέον φαίνεται ότι η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να ανεβάσει ταχύτητα.
Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει πλέον να εμφανίζεται ως ο αυτόματος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας, την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να δυσκολεύονται να πιάσουν τους στόχους των αμυντικών δαπανών. Η ρήξη του Ντόναλντ Τραμπ με τους Ευρωπαίους, με φόντο και τον πόλεμο στο Ιράν, φαίνεται να επιταχύνει μια βαθύτερη μετατόπιση: λιγότερη αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη, περισσότερη απαίτηση από τους Ευρωπαίους να πληρώσουν και να πολεμήσουν για την άμυνά τους.
Σε αυτό το κλίμα εντάσσονται και οι δηλώσεις του υπουργού Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, στο φόρουμ «Διάλογος του Σάνγκρι-Λα» στη Σιγκαπούρη. Ο Χέγκσεθ χρησιμοποίησε ασυνήθιστα σκληρή γλώσσα για τους συμμάχους, δηλώνοντας ότι οι ευγενικές εκκλήσεις προς την Ευρώπη για αύξηση των αμυντικών δαπανών «έπεφταν στο κενό» για πάρα πολλά χρόνια.
Το μήνυμά του ήταν ωμό: όσοι σύμμαχοι δεν σηκώσουν το βάρος που τους αναλογεί, θα δουν «σαφή αλλαγή» στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ συνεργάζονται μαζί τους. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν απειλεί απλώς με γκρίνια. Προειδοποιεί με αναδιάταξη στρατηγικών δεσμεύσεων.
Η φράση που συμπυκνώνει τη νέα γραμμή είναι το «τέρμα στους τζαμπατζήδες». Ο Χέγκσεθ ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να υπάρχει ισχυρή συμμαχία αν όλοι δεν έχουν πραγματικό μερίδιο στο παιχνίδι. Και όταν ρωτήθηκε για τη Νέα Ζηλανδία, η οποία σχεδιάζει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της από το 1% στο 2% του ΑΕΠ, απάντησε ότι ούτε το 2% είναι αρκετό.
Η πίεση δεν αφορά μόνο την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ δείχνουν πλέον να εφαρμόζουν την ίδια λογική και στην Ασία. Ο Χέγκσεθ τόνισε ότι η ασφάλεια στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού στηρίχθηκε για πολύ καιρό δυσανάλογα στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ, ενώ αρκετοί σύμμαχοι άφησαν τις δικές τους αμυντικές δυνατότητες να ατροφήσουν.
Ως θετικό παράδειγμα ανέφερε τη Νότια Κορέα, η οποία, όπως είπε, δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει τον πόλεμο ως «ακαδημαϊκή άσκηση», επειδή ζει στην πρώτη γραμμή. Επαίνεσε επίσης την Αυστραλία, τις Φιλιππίνες και την Ιαπωνία για τις αμυντικές τους επενδύσεις.
Η ουσία είναι ότι οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν εγκαταλείπουν απλώς παλαιές βεβαιότητες. Τις ξηλώνουν. Η Ευρώπη είχε συνηθίσει να μιλά για στρατηγική αυτονομία, αλλά να ζει κάτω από την αμερικανική ομπρέλα. Τώρα καλείται να αποδείξει αν μπορεί να σταθεί στα πόδια της ή αν η «ευρωπαϊκή άμυνα» ήταν περισσότερο σύνθημα παρά πραγματική δυνατότητα.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, η αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι στρατηγικό σοκ. Αν οι ΗΠΑ μειώσουν ταχύτερα την παρουσία τους, τότε η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ερώτημα που απέφευγε επί δεκαετίες: ποιος θα εγγυηθεί την ασφάλειά της όταν η Ουάσιγκτον δεν θέλει πλέον να πληρώνει τον λογαριασμό;
Και εδώ βρίσκεται το πιο σκληρό συμπέρασμα. Η αμερικανική προστασία δεν εξαφανίζεται απαραίτητα. Αλλά παύει να είναι δεδομένη, φθηνή και άνευ όρων. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει περισσότερα χρήματα, περισσότερη στρατιωτική ευθύνη και λιγότερα περιθώρια για μεγάλες δηλώσεις χωρίς πραγματική ισχύ από πίσω.