Στον ενιαίο επιχειρησιακό χώρο που δημιουργούν για την Τουρκία η βόρεια Συρία, η νότια Τουρκία και τα κατεχόμενα της Κύπρου στέκεται νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ (INSS).
Οι συντάκτριες της μελέτης, Καρμίτ Βαλένσι και Αμάλ Χάγιεκ, επισημαίνουν ότι η εγκατάσταση τουρκικών ραντάρ, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου ή αεράμυνας στη βόρεια Συρία δεν θα προσέφερε στην Άγκυρα ριζικά διαφορετικές δυνατότητες από εκείνες που θα μπορούσε να αποκτήσει με αντίστοιχα συστήματα στη νότια Τουρκία ή στα κατεχόμενα.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, καθώς εντάσσει τα κατεχόμενα στον ευρύτερο στρατιωτικό και ηλεκτρονικό σχεδιασμό της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, θέτει υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητα των ισραηλινών αεροπορικών πληγμάτων ως μέσου αποτροπής της τουρκικής επιρροής στη Συρία.
Η ανάλυση του INSS δημοσιεύθηκε μετά την επίθεση της 17ης προς τη 18η Αυγούστου στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ και σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από τα τουρκικά σύνορα.
Τα ραντάρ που προκάλεσαν το ισραηλινό πλήγμα
Λίγες ημέρες πριν από την επίθεση, ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν ενημερώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η Τουρκία φερόταν να προετοιμάζει την εγκατάσταση συστήματος ραντάρ στην Αμπού αλ Ντουχούρ.
Κατά την ισραηλινή εκτίμηση, το ραντάρ θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο στάδιο μιας ευρύτερης τουρκικής ανάπτυξης, η οποία θα περιλάμβανε συστήματα αεράμυνας, ηλεκτρονικού πολέμου, διοίκησης και ελέγχου, καθώς και στρατιωτικό προσωπικό για τη λειτουργία τους.
Στο Ισραήλ υπήρχε η υποψία ότι η Άγκυρα επιχειρούσε να αποκτήσει μόνιμη πρόσβαση σε συριακά αεροδρόμια και άλλες στρατηγικές εγκαταστάσεις, εγκαθιστώντας εξοπλισμό της τουρκικής αμυντικής εταιρείας ASELSAN.
Σύμφωνα με το INSS, οκτώ πύραυλοι έπληξαν τους διαδρόμους απογείωσης της βάσης. Το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού επιβεβαίωσε εμμέσως την επιχείρηση, διαμηνύοντας ότι η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων σε συριακό έδαφος αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Ισραήλ.
Το ερώτημα, όμως, που θέτει η ισραηλινή ανάλυση είναι κατά πόσο αυτή η «κόκκινη γραμμή» μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση με την Τουρκία.
Γιατί το Ισραήλ φοβάται τον τουρκικό ηλεκτρονικό «θόλο»
Το βασικό ισραηλινό πρόβλημα δεν είναι η αποκατάσταση ενός εγκαταλελειμμένου συριακού αεροδρομίου. Είναι η πιθανότητα δημιουργίας ενός τουρκικού δικτύου έγκαιρης προειδοποίησης, επιτήρησης και αεράμυνας που θα περιόριζε την ελευθερία δράσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας.
Για χρόνια το Ισραήλ επιχειρούσε στον συριακό εναέριο χώρο με κύριο στόχο την αναχαίτιση της ιρανικής στρατιωτικής παρουσίας, των μεταφορών οπλισμού και των υποδομών που συνδέονταν με τη Χεζμπολάχ.
Η ανάγκη αυτή δεν έχει εκλείψει μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ. Η Ιερουσαλήμ αντιμετωπίζει με δυσπιστία τις τζιχαντιστικές καταβολές της νέας ηγεσίας του Αχμέντ αλ Σάρα, την παρουσία ένοπλων οργανώσεων και, κυρίως, τη ραγδαία ενίσχυση της τουρκικής επιρροής.
Παράλληλα, ο συριακός εναέριος χώρος θεωρείται κρίσιμος για πιθανές ισραηλινές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Ένα τουρκικό δίκτυο ραντάρ και αεράμυνας θα μπορούσε να παρακολουθεί τις κινήσεις της ισραηλινής αεροπορίας, να συλλέγει δεδομένα για τις τακτικές της και να αυξήσει το επιχειρησιακό ρίσκο.
Ακριβώς γι’ αυτό η πιθανή παρουσία συστημάτων της ASELSAN δεν αντιμετωπίζεται στο Ισραήλ ως απλή τεχνική βοήθεια προς τη Δαμασκό. Θεωρείται πιθανό πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση ενός τουρκικού ηλεκτρονικού αποτυπώματος μέσα στη Συρία.
Η κρίσιμη αναφορά στα κατεχόμενα
Σε αυτό το σημείο η ανάλυση του INSS προχωρά στη σημαντικότερη για την Κύπρο εκτίμησή της.
Από επιχειρησιακή άποψη, υποστηρίζουν οι συντάκτριες, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην εγκατάσταση τουρκικών ραντάρ, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου ή αεράμυνας στη βόρεια Συρία και στην τοποθέτησή τους στη νότια Τουρκία ή στα κατεχόμενα.
Οι εμβέλειες και οι δυνατότητες κάλυψης θα ήταν παρόμοιες. Επομένως, η παρουσία ενός τουρκικού ραντάρ στη βόρεια Συρία δεν δημιουργεί από μόνη της μια εντελώς νέα στρατηγική πραγματικότητα για το Ισραήλ.
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι έχει επιβεβαιωθεί νέα εγκατάσταση τέτοιων συστημάτων στα κατεχόμενα. Χρησιμοποιεί, όμως, την κατεχόμενη Κύπρο ως πραγματική γεωγραφική και επιχειρησιακή επιλογή από την οποία η Τουρκία θα μπορούσε να αναπτύξει ανάλογες δυνατότητες επιτήρησης και ηλεκτρονικού πολέμου.
Η αναφορά αυτή έχει μεγάλη βαρύτητα. Δείχνει ότι τα κατεχόμενα δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως ζήτημα κατοχής και ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Εντάσσονται στους ισραηλινούς στρατηγικούς υπολογισμούς για τον έλεγχο του εναέριου χώρου της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Ένα δίκτυο που θα συνδύαζε μέσα επιτήρησης στη νότια Τουρκία, στα κατεχόμενα και στη βόρεια Συρία θα προσέφερε στην Άγκυρα ευρύτερη εικόνα της αεροπορικής και ναυτικής δραστηριότητας στην περιοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα τμήματα ενός τέτοιου δικτύου υπάρχουν σήμερα. Αποτυπώνει, όμως, τις γεωγραφικές δυνατότητες που διαθέτει η Τουρκία.
Το δίλημμα του Ισραήλ
Η ισραηλινή επίθεση επιχείρησε να καταστρέψει ή να καθυστερήσει την αποκατάσταση μιας βάσης που θα μπορούσε να φιλοξενήσει τουρκικό εξοπλισμό. Το INSS προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η επιλογή αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως «δίκοπο μαχαίρι».
Ακόμη και εάν το Ισραήλ αποτρέψει την εγκατάσταση ενός συγκεκριμένου ραντάρ στην Αμπού αλ Ντουχούρ, η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει παρόμοια συστήματα από άλλες τοποθεσίες, χωρίς να εκθέσει προσωπικό και υποδομές σε ισραηλινά πλήγματα.
Παράλληλα, η κλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός επίσημου μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Ένας τέτοιος μηχανισμός ενδέχεται να επιβάλει τελικά μεγαλύτερους περιορισμούς στην ισραηλινή αεροπορία από εκείνους που θα δημιουργούσε ένα μεμονωμένο ραντάρ.
Το Ισραήλ βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα: εάν δεν αντιδράσει, κινδυνεύει να δει την Τουρκία να δημιουργεί στρατιωτικές και ηλεκτρονικές υποδομές στη Συρία. Εάν αντιδράσει με συνεχή πλήγματα, κινδυνεύει να προκαλέσει σύγκρουση με μια χώρα του ΝΑΤΟ και να χάσει μέρος της ελευθερίας δράσης που επιχειρεί να προστατεύσει.
Η Άγκυρα αλλάζει τακτική, δεν αποχωρεί
Η Τουρκία βρίσκεται σε διαδικασία αναδιοργάνωσης της στρατιωτικής παρουσίας της στη Συρία. Περιορίζει ορισμένα από τα μικρά φυλάκια που είχε δημιουργήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου και μεταφέρει αρμοδιότητες στους νέους συριακούς θεσμούς.
Η εξέλιξη αυτή δεν ισοδυναμεί με αποχώρηση. Αντίθετα, η Άγκυρα φαίνεται να εγκαταλείπει το διάσπαρτο μοντέλο των δεκάδων φυλακίων και να περνά σε μια πιο συγκεντρωμένη παρουσία, βασισμένη στην εκπαίδευση, την παροχή συμβούλων, την ανασυγκρότηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και την προμήθεια τεχνολογικού εξοπλισμού.
Λίγες ημέρες πριν από το ισραηλινό πλήγμα, τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία είχε επισκεφθεί την Αμπού αλ Ντουχούρ για να συνδράμει στην αποκατάσταση της βάσης.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας διέψευσε ότι Τούρκοι στρατιωτικοί βρίσκονταν εκεί κατά την επίθεση και αρνήθηκε ότι υπήρχε σχέδιο μόνιμης εγκατάστασης. Η Δαμασκός υποστήριξε επίσης ότι το αεροδρόμιο ήταν εγκαταλελειμμένο και ότι οι εργασίες αποκατάστασης δεν είχαν ολοκληρωθεί.
Μπάρακ: Παραλίγο σύγκρουση Ισραήλ–Τουρκίας
Ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, χαρακτήρισε την επίθεση αχρείαστη κλιμάκωση που υπονομεύει την περιφερειακή σταθερότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Ισραήλ είχε ενημερώσει την Ουάσινγκτον ότι η Τουρκία ενδεχομένως προετοίμαζε μεταφορά στρατιωτικού προσωπικού ή εξοπλισμού στη βάση. Οι αμερικανικές υπηρεσίες, όμως, φέρονται να κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε τέτοια ανάπτυξη σε εξέλιξη.
Ο Μπάρακ προειδοποίησε ότι το ισραηλινό πλήγμα παραλίγο να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, απέρριψε τις δηλώσεις του, υποστηρίζοντας ότι περιείχαν ανακρίβειες και ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές είχαν ενημερωθεί.
Πού βρίσκονται οι πραγματικές «κόκκινες γραμμές»
Το INSS εκτιμά ότι το Ισραήλ οφείλει να διακρίνει ανάμεσα στην τεχνική υποστήριξη της Τουρκίας για την ανασυγκρότηση του συριακού στρατού και στη δημιουργία αυτόνομων τουρκικών εγκαταστάσεων διοίκησης, ελέγχου, ηλεκτρονικού πολέμου και αεράμυνας.
Η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία θεωρείται για την Άγκυρα ζωτικής σημασίας λόγω του κουρδικού ζητήματος. Αντίθετα, η δημιουργία τουρκικών βάσεων στην κεντρική ή στη νότια Συρία θα έφερνε τις δυνάμεις της πολύ πιο κοντά στο Ισραήλ και θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά την ισορροπία.
Η μεγάλη εικόνα, όμως, ξεπερνά τα όρια της Συρίας. Η Τουρκία διαθέτει ένα γεωγραφικό τόξο από τα κατεχόμενα και τη νότια Μικρά Ασία μέχρι τη βόρεια Συρία, πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομήσει υποδομές επιτήρησης, ηλεκτρονικού πολέμου και αεράμυνας.
Το Ισραήλ μπορεί να πλήξει έναν διάδρομο προσγείωσης. Δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει τη γεωγραφία ούτε να εξαφανίσει με στρατιωτικά μέσα την τουρκική παρουσία στην περιοχή.
Αυτό ακριβώς είναι το προειδοποιητικό μήνυμα του INSS: χωρίς σαφή διάκριση των πραγματικών απειλών και χωρίς μηχανισμούς αποκλιμάκωσης, η μάχη για τα ραντάρ μπορεί να εξελιχθεί σε σύγκρουση πολύ μεγαλύτερη από την ίδια τη βάση που αποτέλεσε την αφορμή.