Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Η κυνική λειτουργία του διεθνούς συστήματος και η ρεαλιστική ψυχρολουσία, που υπέστησαν οι απολογητές της φιλελεύθερης σχολής ιδίως τα τέσσερα τελευταία έτη, ως φαίνεται δεν αρκούν, για να κοιτάξουν κατάματα το ψυχρό πρόσωπο της πραγματικότητας που δεν ρωτά αλλά πράττει. Η ενεργοποίηση πολεμικών μετώπων που κανένας εθεροβάμων δεν ανέμενε ποτέ, οι διαρκείς πρόσθετες κλιμακώσεις, αλλά και για πρώτη φορά μετά τον ψυχρό πόλεμο, η ανοικτή απομυθοποίηση του ρόλου των διεθνών οργανισμών από επίσημα χείλη σημειωτέον, μας οδηγούν να επανεξετάσουμε το μοτίβο των διακρατικών σχέσεων με πιο καθαρά γυαλιά. Τα πρόσφατα συμβάντα μας φωνάζουν, πως το πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι εχθρικό προς κάθε ατομική συναισθηματική προσέγγιση. Κύριο μηχανισμό της λειτουργίας τους, αποτελεί το συμφέρον και μόνο.
Ωστόσο, ο ηθικίστικος λόγος δεν έλλειψε, καλυμμένος μάλιστα με το προσωπείο του θεματοφύλακα της παγκόσμιας ειρήνης. Πιο συγκεκριμένα η καντιανή ηθική, εκπεφρασμένη από τον Γερμανό φιλόσοφο Immanuel Kant, μεταφέρθηκε από το κοινωνικό στο διεθνές εμβαδόν. Η αντίληψη πως οι πράξεις και οι επιλογές έχουν αξία μόνο στην περίπτωση που δύνανται να μετατραπούν σε καθολικό κανόνα, αγνοώντας παντελώς την παράμετρο των εθνικών συμφερόντων έκαστης κρατικής οντότητας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να συγκλίνουν πάντοτε. Οι μη ευθυγράμμιση οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες. Επί παραδείγματι, στις πολιτιστικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, στις οικονομικές ανάγκες και καταστάσεις, καθώς και στα διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα. Οιονεί γίνεται διακριτό πως τα κράτη έχουν γεννηθεί, για να ανταγωνίζονται, διαψεύδοντας οικτρά τον Kant. Ο εν λόγω διανοούμενος στο έργο του «προς την αιώνια ειρήνη» το 1795, είχε κάνει λόγο για τη σύσταση ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου, που θα ρύθμιζε τις διακρατικές αλληλεπιδράσεις. Πάρα ταύτα 300 και πλέον χρόνια ύστερα δεν επαληθεύεται πλήρως, καθώς το κανονιστικό πλαίσιο που οραματίστηκε, μπορεί να σχηματίστηκε, αλλά απέτυχε να ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του. Η αιτία; Ο αιώνιος νόμος της κρατικής συμπεριφοράς, η αρχή βάσει της οποίας ενεργούν τα κράτη είναι τα υλικά τους συμφέροντα, αλλά και η πολιτιστική τους κουλτούρα, που στην πλειοψηφία τους δεν είναι συμβατά με «καθολικές φιλελεύθερες αλήθειες». Η ισχύς των συμφερόντων, η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και τα ταυτοτικά στοιχεία των κρατών είναι εκείνοι οι λόγοι για τους οποίους η διεθνής κρατοκεντρική δομή θα παραμένει συνεχώς άναρχη και ακηδεμόνευτη από υπερεθνικούς πάτρονες.
Συνεχίζοντας, ο Γερμανός στοχαστής ισχυρίζεται πως η κατάλληλη φόρμουλα για την επίτευξη μίας οικουμενικής ειρήνης είναι ο θεσμικός και κοινωνικός εκδημοκρατισμός όλων των κρατών με τον ισχυρισμό πως οι ρεμπουμπλικανικοί δρώντες δε θα συγκρούονται και δε θα αντιμάχονται στρατιωτικά ο ένας τον άλλο. Για να μιλήσουμε με περισσότερη ακρίβεια, προτείνει πως εάν οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση της γενικής πολιτικής, συνεπώς και της εξωτερικής, θα μειωθούν οι πιθανότητες η κρατική εξουσία να προσφύγει στον πόλεμο, βλέποντάς τον ως την πιο πρόσφορη λύση. Στο σημείο τούτο θα θέσω τον εξής προβληματισμό: Έχει το σύνολο των πολιτών το γνωστικό βάθος, ώστε να επιληφθεί τόσο σοβαρών ζητημάτων, νευραλγικών έως και υπαρξιακών σε ορισμένες των περιπτώσεων; Η εμπειρία μας έχει καταδείξει, πως οι επιλογές μίας συναισθηματικά φορτισμένης πλειοψηφίας μπορούν ενίοτε να αποβούν μοιραίες για την κοινωνία αλλά και για το έθνος. Το πεδίο της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής απαιτεί σύνθετη γνώση, κρίση, στρατηγική οξύνοια και ψύχραιμη προσέγγιση κάτω από πιεστικές συνθήκες. Άρα, δε θα ήταν έκαστος ο κατάλληλος, ώστε να αποφασίσει.
Ο Πλάτων σε μία λιτή αλλά σοφή φράση είχε πει, πως ο μη έχων γνώση ου δύναται να φέρει γνώμη. Διότι οι γνώμες ποικίλουν αναμεταξύ των κοινωνικών μελών αλλά για ζητήματα που άπτονται της διασφάλισης της εθνικής ακεραιότητας, η ποικιλοχρωμία των απόψεων δε στέκεται ιδιαίτερα εξυπηρετική ως προς τον σκοπό. Κατά συνέπεια, όταν η κοινωνία ενός κράτους επιλέξει να μην αγωνιστεί για την υπεράσπιση των συμφερόντων της, θα έχει διπλάσιες συνέπειες από εκείνες που νόμιζε πως θα αντιμετωπίσει εξ αρχής και φυσικά μειονεκτεί φοβερά απέναντι στον αντίπαλο, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί το κενό της αδυναμίας που θα υποδείξει ο διστακτικός παίκτης. Ο Αριστοτέλης ανέφερε ρητά πως η φύση απεχθάνεται το κενό. Η θέση αυτή πρέπει να λειτουργεί προειδοποιητικά για όλους. Επιπρόσθετα, οι μη φιλελεύθερες κοινωνίες πάντοτε θα υπερτερούν των φιλελεύθερων σε θάρρος και αγωνιστική βούληση, καθώς αντιλαμβάνονται τη θυσία ως μία ιερή στάση ζωής. Ως εκ τούτου, μίας τέτοιας διαμόρφωσης κοινωνικό σύνολο θα υπερτερεί ψυχολογικά σε κάθε περίπτωση, διότι τα αιώνια ιδεώδη της υπεράσπισης της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού ως φορέα διαχρονικών αξιών δεν μπορούν να νικηθούν από δικαιικές βούλες, ούτε από τεχνητούς διεθνείς κανόνες. Στον αντίποδα, ένα λιμπεραλιστικό άθροισμα ατόμων που έχει θυσιάσει κάθε υπερβατική αξία στο βωμό της βολής, που στα μάτια του η αυταπάρνηση φαντάζει ως κάτι κενό σημασίας, θα έχει ως φυσικό επακόλουθο τον εγκλωβισμό του σε έναν μικρόκοσμο νωχελικότητας, μέσα στον οποίο θα βαυκαλίζεται για τη ποιότητα της ζωής και της ασφάλειάς του. Από την άλλη, ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου στο περίφημο και διαχρονικό βιβλίο του «Η τέχνη του πολέμου» υποστηρίζει ορθώς, πως ο πόλεμος αποτελεί αναγκαίο κακό και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε μέσο, όταν όμως καθίσταται αναπόφευκτος είναι προτιμότερο να γνωρίζεις με τι είδους μέσα θα τον κερδίσεις.
Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως η υπόθεση του Kant περί ειρηνικής συνύπαρξης των δημοκρατικών κρατών διαψεύδεται από την ίδια την ιστορία και είμαστε σε θέση να παραθέσουμε ορισμένα παραδείγματα. Εν αρχή, οι ΗΠΑ και το Μεξικό ενεπλάκησαν σε στρατιωτική αντιπαράθεση την περίοδο 1846-1848, δύο κράτη με de jure ρεμπουμπλικανικό πολίτευμα. Επίσης, το Ισραήλ και ο Λίβανος στον πόλεμο του 1982, αμφότερα κράτη λειτουργούσαν θεσμικά βάσει κοινοβουλευτικών συστημάτων. Ένα τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση Βρετανίας και Φινλανδίας κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και το Ηνωμένο Βασίλειο κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία στο πλαίσιο του ανατολικού μετώπου. Οι δύο χώρες νομικά ήταν κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Εμβαθύνοντας περισσότερο στη σκέψη του Kant, παρατηρούμε να κάνει λόγο για ένα νέο οργανωτικό μοντέλο, αυτό του κοσμοπολιτισμού, βάσει του οποίου τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν παραμένουν συνδεδεμένα αποκλειστικά με το κράτος, αλλά μπορούν να αντιμετωπίζονται επίσης ως μέλη μίας ευρύτερης ανθρώπινης κοινότητας. Ένα τέτοιο όραμα είναι μερικώς ουτοπικό και πρακτικά δύσκολο να επιτευχθεί, δεδομένου πως δεν αρκεί η ιδιότητα του πολίτη του κόσμου, για να προσδιορίσει έναν άνθρωπο, καθότι μία οικουμενική κοινωνία στερείται αναμφίλεκτα, ισχυρών συνεκτικών στοιχείων, όπως η κοινή ταυτότητα, η θρησκευτική πίστη, η γλώσσα και η αξιακή κουλτούρα. Το μείζον στοιχείο εδώ είναι πως οι παραπάνω αρχές αποτελούν την αφετηρία των δραστηριοτήτων όλων των εξωδυτικών πολιτισμικών μπλοκ τα οποία σήμερα αντιπαλεύονται τη Δύση. Η τελευταία, συνιστά τη μόνη πολιτική οντότητα που ακόμα δηλώνει προσκολλημένη στα απατηλά αφηγήματα του κοσμοπολιτισμού και του οικουμενισμού, απεργαζόμενη μάλιστα να τα εξαπλώσει σε όλο τον κόσμο, αφού η ίδια μετέτρεψε τις βασικές αρχές της πολιτισμικής της εκδήλωσης σε διαπραγματεύσιμες και υποκειμενικές. Μόλον ταύτα, το τρέχον πολιτικό κατεστημένο του δυτικού ημισφαίριου, στην απεγνωσμνένη προσπάθεια να καλύψει το κενό της αξιακής του αυτοχειρίας, εγκαινίασε στη θέση τους, νέες αρχές με τη διαφορά όμως πως αυτές αποτελούν έκδηλο αποκύημα της υποκειμενικής νόησης ορισμένων φατριών, παντελώς στερούμενες κάθε συνεκτικού και χρονικά αέναου στοιχείου. Σε αυτές εγκολπώνονται μία αόριστη ερμηνεία της ελευθερίας, η οποία υποτίθεται πως περιορίζεται για χάριν της συστημικής συντήρησης των μη φιλελεύθερων κοινωνιών, η καταπίεση των πολιτικών δικαιωμάτων και άλλες αιτιολογίες που ενίοτε σκαρφίζονται, ώστε να αποκτήσουν το έναυσμα, για να επέμβουν στρατιωτικά και πολιτικά με σκοπό την αποσταθεροποίηση ανεξάρτητων και κυριάρχων κρατών. Επ’ αυτού του σημείου, η παραδοξότητα της καντιανής φιλοσοφίας καθίσταται όλο και πιο ευδιάκριτη, καθώς ο θεωρητικός της πυρήνας υποστηρίζει ρητά πως η ελευθερία λογίζεται ως καθολική αξία και επομένως στο ενδεχόμενο που ένα κράτος έχει για δικούς του εσωτερικούς λόγους περιστείλει κάποιες ελευθερίες, τα υπόλοιπα έχουν το <<ηθικό>> καθήκον και πλεονέκτημα να παρέμβουν και να απελευθερώσουν τους πολίτες του. Η ερμηνεία αυτή είναι το κατάλληλο δικαιολογητικό εργαλείο για δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις σε κοινωνίες που δεν αντιλαμβάνονται την ελευθερία ομοιοτρόπως με τον δυτικό άνθρωπο και σε άλλες περιπτώσεις θεωρούν την εισαγωγή δυτικών ηθών, εθίμων και θεσμών ως απειλή για την πολιτισμική τους υπόσταση.
Η αξιακά αιμοραγούσα και ηθικά πτωχευμένη Δύση, λοιπόν, αποπειράται να επιβάλλει στους υπόλοιπους πολιτισμούς τη σχετιστική της αντίληψη περί ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντί να επικεντρωθεί στην ανάκτηση και την προβολή των παραδοσιακών της αρχών και της κλασσικής πολιτισμικής της ακτινοβολίας επί παραδείγματι της χριστιανικής πίστης, των επιτευγμάτων στις τέχνες, τα γράμματα και την αισθητική, καθώς και τις φιλοσοφικές βάσεις, στοχεύει στην αποδόμηση του αξιακού πλαισίου των λοιπών κρατών, οι οποίες κατά την ίδια ζουν ακόμα στο σκοτάδι και την ανελευθερία. Ιδού πως η καντιανίζουσα σκέψη καταλήγει να ενθαρρύνει την πολεμική εναντίων εκείνων που δεν ομονοούν μαζί της. Ζωντανά παραδείγματα αποτελούν το Ιράκ, το οποίο δέχθηκε την στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ το 2003, στο όνομα της πολιτικής απελευθέρωσης του ιρακινού λαού.
Επιπρόσθετα, οι περιπτώσεις της Λιβυής το 2011, του Αφγανιστάν το 2001 και του Κοσόβου το 1999 αποτελούν τρανταχτές αποδείξεις της καντιανής αντίφασης, η οποία με το πρόσχημα της διασποράς της ελευθερίας παραβιάζει την πολιτική αυτονομία και την εθνική ανεξαρτησία συγκεκριμένων κρατών. Σε όλες τις προαναφερθείσες εκδοχές επικρατεί κοινή επιχειρηματολογία: Πολιτική ανελευθερία-καταπίεση-θεσμική μεταρρύθμιση μέσω εξωτερικής επέμβασης. Σημειωτέον πως ο πληθυσμός αυτών των χωρών ουδέποτε και ουδόλως έδωσε την ειλικρινή συγκατάθεσή του για τέτοιας μορφής αναμείξεις στις εθνικές του υποθέσεις, γεγονός άκρως αντιδημοκρατικό…
Εν κατακλείδι, είμαστε στη θέση να παρατηρήσουμε πως στον μεταψυχροπολεμικό ειδικά κόσμο προκλήθηκαν εκτεταμένες αιματοχυσίες, εξαιτίας της ματαιόδοξης επιμονής ενός παρακμάζοντος συστήματος να μετατρέψει τις υποκειμενικές του ιδεοληψίες σε οικουμενικές αλήθειες, συμπεριφερόμενο εντελώς αντιρεαλιστικά. Η διεθνής κατάσταση θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί περισσότερο, όταν ο δυτικός άνθρωπος κατανοήσει εις βάθος πως οι δικές του υποκειμενικές αντιλήψεις δε θα εγκαθιδρυθούν παγκοσμίως, όχι μονάχα επειδή είναι ασύμβατες με την κουλτούρα κάποιων άλλων, αλλά πρωτίστως διότι ουδείς δε θα πολεμήσει υπέρ τους με σθένος και θυσιαστική βούληση, ούτε ως απόστολός τους, αλλά μήτε και αν τις υιοθετήσει εισέτι. Τουναντίον, ιστορικά οι εθνικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές κοινότητες αγωνίζονταν και θυσιάζονταν στο όνομα εκείνων των αξιών και αρχών που υπερέβαιναν το ατομικό τους εγώ, που τους είχαν κληροδοτηθεί από τους προγόνους τους και κατευθύνονταν προς έναν ιερό σκοπό. Οι μη δυτικοί λαοί διατηρούν αυτή την κοσμοαντίληψη και η κατάσταση αυτή έχει ως φυσικό επακόλουθο να συνεχίσουν να αντιδρούν απέναντι στη φιλελεύθερη ουτοπία, για να υπερασπιστούν κάτι που αξίζει περισσότερο.