Η αιφνιδιαστική και υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα δεν ήταν μια «συνήθης διαδικασία», όπως επιχείρησε να την παρουσιάσει ο Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν μια αποστολή υψηλού κινδύνου, η οποία συνδύαζε τη μυστική διπλωματία, την ανταλλαγή προειδοποιήσεων και την προσπάθεια επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία.
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios, ο Ράτκλιφ πρότεινε τη διεξαγωγή τριμερούς συνόδου κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ, του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με στόχο την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων που ανεστάλησαν στα μέσα Φεβρουαρίου, μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Ο επικεφαλής της CIA επισκέφθηκε τη Μόσχα την Τρίτη 25 Αυγούστου και συναντήθηκε με δύο από τα ισχυρότερα πρόσωπα του ρωσικού συστήματος ασφαλείας: τον διευθυντή της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR), Σεργκέι Ναρίσκιν, και τον επικεφαλής της FSB, Αλεξάντερ Μπορτνίκοφ. Δεν συναντήθηκε με τον ίδιο τον Πούτιν, αλλά το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι ο Ρώσος πρόεδρος ενημερώθηκε αμέσως για το περιεχόμενο των επαφών.
Γιατί ενεργοποιήθηκε η CIA
Η επιλογή του Ράτκλιφ δεν είναι τυχαία. Όταν οι επίσημοι διπλωματικοί δίαυλοι δεν παράγουν αποτέλεσμα, οι υπηρεσίες πληροφοριών αναλαμβάνουν να κάνουν τη δύσκολη και συχνά «βρόμικη» προεργασία: να μετρήσουν τις πραγματικές προθέσεις της άλλης πλευράς, να μεταφέρουν μηνύματα που δεν μπορούν να διατυπωθούν δημοσίως και να εξετάσουν εάν υπάρχει έδαφος για πολιτική διαπραγμάτευση.
Η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Τραμπ έστειλε προσωπικά τον Ράτκλιφ στη Μόσχα, κρατώντας στο σκοτάδι ακόμη και ανώτερους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου και στρατιωτικούς που κανονικά θα είχαν ενημερωθεί. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί μιας «σχεδόν συνηθισμένης» συνάντησης.
Το Axios υποστηρίζει ότι ένας από τους στόχους της αποστολής ήταν να διαπιστωθεί εάν οι επικεφαλής των ρωσικών υπηρεσιών μπορούσαν να επηρεάσουν τον Πούτιν και να τον οδηγήσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο Ράτκλιφ φέρεται, μάλιστα, να αξιολόγησε τον Μπορτνίκοφ ως «εποικοδομητικό παράγοντα» που θα μπορούσε να συνδράμει στην επανεκκίνηση της διπλωματικής διαδικασίας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο Μπορτνίκοφ δεν είναι διπλωμάτης, αλλά ένα από τα πλέον σκληρά και έμπιστα στελέχη του καθεστώτος. Εάν η πληροφορία του Axios είναι ακριβής, η Ουάσινγκτον δεν απευθύνεται απλώς στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών. Αναζητεί συνομιλητές στον στενό πυρήνα εξουσίας και ασφαλείας γύρω από τον Πούτιν.
Τρεις αμερικανικές εκδοχές για την ίδια αποστολή
Τα αμερικανικά μέσα παρουσίασαν διαφορετικές, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αντικρουόμενες, εκδοχές για το ταξίδι.
Το Axios έθεσε στο επίκεντρο την πρόταση για την τριμερή σύνοδο. Η Wall Street Journal υποστήριξε ότι ο Ράτκλιφ μετέφερε προειδοποίηση προς τη Μόσχα να μην επιχειρήσει στρατιωτική ενέργεια εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Η προειδοποίηση συνδεόταν με νέες αμερικανικές εκτιμήσεις ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Συμμαχίας μέσω μιας περιορισμένης ενέργειας, ιδιαίτερα στην περιοχή της Βαλτικής.
Το Reuters επιβεβαίωσε, επικαλούμενο δύο πηγές, ότι το ενδεχόμενο ρωσικής επιχείρησης εναντίον κράτους του ΝΑΤΟ τέθηκε στις συνομιλίες, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητα τον μοναδικό σκοπό της επίσκεψης. Συζητήθηκε επίσης η ρωσική υποστήριξη προς το Ιράν, που έχει εξελιχθεί σε σοβαρό σημείο τριβής με την Ουάσινγκτον.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εκδοχή της Washington Post. Σύμφωνα με αυτήν, οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι το Κρεμλίνο θεωρεί τις ΗΠΑ αποδυναμωμένες και στρατιωτικά καταπονημένες από τον εξάμηνο πόλεμο με το Ιράν. Η Μόσχα ενδέχεται, κατά την αμερικανική αξιολόγηση, να βλέπει ένα παράθυρο ευκαιρίας για κλιμάκωση στην Ουκρανία ή για ενέργειες κατά αμερικανικών συμφερόντων και συμμάχων στην Ευρώπη.
Ο Ράτκλιφ φέρεται να προειδοποίησε τους Ρώσους ότι μια σοβαρή κλιμάκωση θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκουν: θα έσπρωχνε τον Τραμπ πιο κοντά στον Ζελένσκι και θα ενίσχυε εκ νέου την αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που αποδόθηκαν στους New York Times, ο επικεφαλής της CIA παρουσίασε στον Μπορτνίκοφ μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη εκτίμηση για τις στρατιωτικές και οικονομικές προοπτικές της Ρωσίας, καλώντας τη Μόσχα να προχωρήσει σε συμφωνία προτού η κατάστασή της επιδεινωθεί.
Οι διαφορετικές διαρροές σχηματίζουν τελικά μια ενιαία εικόνα: ο Ράτκλιφ δεν πήγε στη Μόσχα μόνο για να μιλήσει περί ειρήνης. Μετέφερε ένα σύνθετο αμερικανικό μήνυμα, που περιείχε ταυτόχρονα πρόταση, προειδοποίηση και έμμεση απειλή.
Γιατί ο Τραμπ υποβαθμίζει τη σημασία της αποστολής
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο Ράτκλιφ δεν μετέφερε κάποιο ειδικό μήνυμα και ότι ο Πούτιν δεν πρόκειται να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ. Η δημόσια υποβάθμιση της αποστολής, όμως, μπορεί να εξυπηρετεί συγκεκριμένη τακτική.
Ο Τραμπ αφήνει στη Μόσχα περιθώριο να ανταποκριθεί χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχώρησε σε αμερικανικό τελεσίγραφο. Παράλληλα, διατηρεί ο ίδιος τη δυνατότητα να αρνηθεί ότι απείλησε τον Πούτιν, σε περίπτωση που οι συνομιλίες οδηγήσουν σε κάποια μορφή συνεννόησης.
Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο του μηνύματος ήταν σκληρό, αλλά η δημόσια συσκευασία του παραμένει ήπια. Αυτή είναι μια κλασική λειτουργία της μυστικής διπλωματίας.
Πώς διαβάζει η Μόσχα την πρωτοβουλία
Στη Ρωσία επικρατούν δύο βασικές σχολές σκέψης.
Η πρώτη θεωρεί ότι η επίσκεψη ανοίγει έναν νέο δίαυλο ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Ο Ρώσος αναλυτής Ντμίτρι Σουσλόφ υποστήριξε στη Vedomosti ότι η αποστολή είχε μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αποκατάσταση των συνηθισμένων επαφών των υπηρεσιών. Κατά την εκτίμησή του, μπορεί να συζητήθηκε μια εναλλακτική στις προηγούμενες συνεννοήσεις του Άνκορατζ, μαζί με νέες αμερικανικές προτάσεις για το Ντονμπάς, την Ουκρανία, το Ιράν και τον κίνδυνο άμεσης ρωσοευρωπαϊκής κλιμάκωσης.
Η δεύτερη σχολή αντιμετωπίζει την τριμερή ως πρόωρη και σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακή. Ο Ρώσος αμερικανολόγος Κονσταντίν Μπλόχιν εκτίμησε στη ρωσική News ότι μια συνάντηση Πούτιν, Τραμπ και Ζελένσκι είναι απίθανη μέσα στους επόμενους μήνες. Όπως σημείωσε, θα πρέπει πρώτα να γίνουν διαπραγματεύσεις σε επίπεδο διπλωματών και εμπειρογνωμόνων και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο απτό αποτέλεσμα. Επισήμανε επίσης ότι, εάν προετοιμαζόταν άμεσα μια σύνοδος κορυφής, ο Ράτκλιφ θα είχε πιθανότατα συναντηθεί με τον ίδιο τον Πούτιν.
Η ρωσική επιφυλακτικότητα έχει λογική. Ο Πούτιν δεν θέλει μια τριμερή συνάντηση στην οποία θα κληθεί να διαπραγματευθεί δημόσια και επί ίσοις όροις με τον Ζελένσκι, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει συγκεκριμένες παραχωρήσεις. Η Μόσχα προτιμά να συμφωνείται πρώτα το μεγαλύτερο μέρος του πλαισίου και η σύνοδος των ηγετών να επικυρώνει τα αποτελέσματα – όχι να μετατρέπεται σε αφετηρία μιας αβέβαιης διαπραγμάτευσης.