Νέα διάσταση στη συζήτηση γύρω από τις νομικές συνέπειες της τουρκικής παρουσίας στα κατεχόμενα της Κύπρου έδωσε ο καθηγητής διεθνούς δικαίου Γιουτζίν Κοντόροβιτς, μιλώντας στο ισραηλινό δίκτυο i24NEWS και στην εκπομπή «Middle East Now».
Ο Κοντόροβιτς, ανώτερος ερευνητής στο Kohelet Policy Forum, κάλεσε άλλα κράτη να εξετάσουν το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) για πράξεις που συνδέονται με την κατοχή και τη μεταφορά πληθυσμού στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο απόσπασμα που δημοσιοποίησε το i24NEWS στις 28 Σεπτεμβρίου, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι άλλες χώρες θα πρέπει να οδηγήσουν την Τουρκία ενώπιον του ΔΠΔ για το ζήτημα της Κύπρου.
Στο επίκεντρο ο εποικισμός
Η παρέμβαση Κοντόροβιτς επικεντρώνεται ιδιαίτερα στο ζήτημα της μεταφοράς Τούρκων εποίκων στα κατεχόμενα και στη δυνατότητα υπαγωγής συγκεκριμένων μεταγενέστερων πράξεων στο νομικό πλαίσιο του Καταστατικού της Ρώμης.
Το Καταστατικό περιλαμβάνει μεταξύ των εγκλημάτων πολέμου τη μεταφορά, άμεσα ή έμμεσα, από μια κατοχική δύναμη τμημάτων του δικού της άμαχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει.
Ο Κοντόροβιτς έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται διεθνώς οι σχετικές διατάξεις περί εποικισμού, υποστηρίζοντας ότι παρόμοιες υποθέσεις δεν αντιμετωπίζονται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.
Στην περίπτωση της Κύπρου έθεσε το ερώτημα γιατί η μεταφορά πληθυσμού στα κατεχόμενα δεν έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη διαδικασία ενώπιον του ΔΠΔ.
Μπορούν πράγματι τρίτα κράτη να κινηθούν;
Το νομικό σκέλος της πρότασης είναι περισσότερο σύνθετο από μια απλή «προσφυγή κατά της Τουρκίας».
Βάσει του άρθρου 14 του Καταστατικού της Ρώμης, οποιοδήποτε κράτος-μέλος μπορεί να παραπέμψει στον Εισαγγελέα του ΔΠΔ μια «κατάσταση» στην οποία φέρεται να έχουν διαπραχθεί εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και να ζητήσει να εξεταστεί εάν υπάρχουν πρόσωπα που πρέπει να διωχθούν.
Άρα, νομικά, ένα τρίτο κράτος-μέλος θα μπορούσε να υποβάλει σχετική παραπομπή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παραπέμπεται αυτομάτως «η Τουρκία» ως κράτος ούτε ότι ασκείται αυτομάτως δίωξη εναντίον Τούρκων αξιωματούχων.
Το ΔΠΔ ασκεί ποινική δικαιοδοσία επί φυσικών προσώπων και ο Εισαγγελέας θα πρέπει να εξετάσει ανεξάρτητα εάν υπάρχουν συγκεκριμένες πράξεις, συγκεκριμένα πρόσωπα, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις δικαιοδοσίας και παραδεκτού.
Η Τουρκία δεν είναι μέλος – αλλά αυτό δεν κλείνει αυτομάτως την πόρτα
Η Τουρκία δεν είναι κράτος-μέλος του Καταστατικού της Ρώμης. Αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνο του για να αποκλείσει τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ για πράξεις που φέρονται να έχουν τελεστεί στο έδαφος κράτους-μέλους.
Η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε το Καταστατικό το 1998 και το επικύρωσε στις 7 Μαρτίου 2002, ενώ το Καταστατικό τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.
Το ίδιο το ΔΠΔ έχει διατυπώσει σε δικαστικά έγγραφα τη θέση ότι η εδαφική δικαιοδοσία κράτους-μέλους δεν περιορίζεται μόνο στις περιοχές όπου αυτό ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Σε νομικό υλικό του Δικαστηρίου η περίπτωση της Κύπρου αναφέρεται μάλιστα ρητά ως παράδειγμα: η δικαιοδοσία που προκύπτει από την κυπριακή συμμετοχή στο Καταστατικό εκτείνεται και στο βόρειο τμήμα του νησιού, παρά την τουρκική κατοχή.
Αυτό αποτελεί κρίσιμο σημείο για τη συζήτηση που ανοίγει ο Κοντόροβιτς.
Το μεγάλο εμπόδιο είναι ο χρόνος
Υπάρχει, ωστόσο, ένα καθοριστικό όριο: η χρονική δικαιοδοσία.
Το ΔΠΔ δεν μπορεί να εξετάσει ως τέτοια την τουρκική εισβολή του 1974 ή πράξεις που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος του Καταστατικού για την Κύπρο.
Η ουσιαστική νομική συζήτηση θα έπρεπε συνεπώς να επικεντρωθεί σε συγκεκριμένες πράξεις που φέρεται να τελέστηκαν μετά την 1η Ιουλίου 2002 ή που θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν ως αυτοτελείς πράξεις εντός της χρονικής δικαιοδοσίας του ΔΠΔ. Το Καταστατικό προβλέπει ότι το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία για εγκλήματα που διαπράττονται στο έδαφος κράτους-μέλους, ανεξαρτήτως της εθνικότητας του φερόμενου δράστη.
Επομένως, η νομική συζήτηση δεν αφορά αναδρομική ποινική εξέταση ολόκληρης της τουρκικής κατοχής από το 1974, αλλά το εάν μπορούν να εντοπιστούν μεταγενέστερες πράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις περί εγκλημάτων πολέμου.
Δεν απαιτείται απαραίτητα πρωτοβουλία της ίδιας της Κύπρου
Η πρόταση Κοντόροβιτς έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο.
Το Καταστατικό της Ρώμης επιτρέπει σε τρίτα κράτη-μέλη να παραπέμπουν μια κατάσταση στο ΔΠΔ. Υπάρχουν ήδη προηγούμενα όπου ομάδες κρατών παρέπεμψαν καταστάσεις που αφορούσαν άλλη χώρα, όπως συνέβη το 2018 με έξι κράτη-μέλη που παρέπεμψαν την κατάσταση στη Βενεζουέλα.
Αντίστοιχα, το 2022 δεκάδες κράτη παρέπεμψαν την κατάσταση στην Ουκρανία στον Εισαγγελέα του ΔΠΔ, επιταχύνοντας την έναρξη έρευνας.
Αυτό ακριβώς το εργαλείο φαίνεται να έχει κατά νου ο Κοντόροβιτς όταν καλεί «άλλες χώρες» να αναλάβουν πρωτοβουλία για την Κύπρο.
Στο φόντο της σύγκρουσης Ισραήλ–Τουρκίας
Η παρέμβασή του δεν γίνεται σε πολιτικό κενό.
Έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στις σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας, με το i24NEWS να εντάσσει το θέμα σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από πιθανές νομικές κινήσεις έναντι της Άγκυρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος επανέρχεται στο ισραηλινό δημόσιο διάλογο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα υπόθεσης κατοχής και μεταφοράς πληθυσμού για την οποία, κατά τον Κοντόροβιτς, θα μπορούσαν να εξεταστούν τα εργαλεία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Η τοποθέτηση του Αμερικανοϊσραηλινού νομικού δεν αποτελεί απόφαση, εισαγγελική ενέργεια ή θέση του ίδιου του ΔΠΔ. Πρόκειται για πρόταση νομικής και πολιτικής στρατηγικής.
Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συζήτηση δεν είναι εντελώς θεωρητική: η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος του Καταστατικού της Ρώμης, το ίδιο το νομικό πλαίσιο του ΔΠΔ προβλέπει παραπομπές από τρίτα κράτη και η εδαφική του δικαιοδοσία δεν εξαφανίζεται επειδή ένα τμήμα του εδάφους κράτους-μέλους βρίσκεται υπό ξένη κατοχή.
Το εάν μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε πραγματική έρευνα θα εξαρτιόταν από πολύ αυστηρότερες προϋποθέσεις: τον ακριβή χρόνο των καταγγελλόμενων πράξεων, τη δυνατότητα απόδειξης της μεταφοράς πληθυσμού, την ατομική ποινική ευθύνη συγκεκριμένων προσώπων και την κρίση του ανεξάρτητου Εισαγγελέα και των δικαστών του ΔΠΔ.