Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού δεν αποτελεί απλώς μια μακρινή, επετειακή αναφορά στο ημερολόγιο της εθνικής μας μνήμης. Είναι ένα βαθύ, ανεξίτηλο και ιστορικά τεκμηριωμένο τραύμα , το οποίο εξακολουθεί να εγείρει κρίσιμα ερωτήματα και να αναζητά πλήρη δικαίωση στον διεθνή δημόσιο λόγο. Σε μια καθηλωτική τηλεοπτική συζήτηση στην ψηφιακή εκπομπή «Πνεύμα Ελεύθερο» , η οποία παράγεται από το έγκριτο κανάλι «Web Ανιχνεύσεις» του έμπειρου δημοσιογράφου Παντελή Σαββίδη, κορυφαίοι ακαδημαϊκοί, ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές ξεδίπλωσαν το νήμα της τραγωδίας.
Με οικοδεσπότες τον υποψήφιο διδάκτορα Ιστορικών και Πολιτισμικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, τον ιπτάμενο Υποπτέραρχο ε.α. και διδάκτορα Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Γεώργιο Ανεψιού, καθώς και τον Αντιστράτηγο ε.α. και διδάκτορα του ΕΚΠΑ Νικόλαο Γιαννόπουλο , η εκπομπή προσέγγισε τα γεγονότα με υποδειγματική νηφαλιότητα, επιστημονική ακρίβεια και απόλυτο σεβασμό στα θύματα. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρέθηκαν οι μαρτυρίες, τα κρατικά αρχεία, οι γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής, αλλά και οι σύγχρονες προεκτάσεις του ποντιακού ζητήματος.
Το Μέγεθος της Τραγωδίας σε Αριθμούς και Τεκμήρια
Η συστηματική εξόντωση του ελληνισμού του ιστορικού Πόντου, η οποία εκτείνεται κυρίως από το 1914 έως το 1923, υπήρξε ένα προμελετημένο έγκλημα. Οι μέθοδοι που επιστρατεύθηκαν από το οθωμανικό καθεστώς και τους Νεότουρκους ήταν σαφείς και ολοκληρωτικές: βίαιες εκτοπίσεις, εξαντλητικές πορείες θανάτου στην έρημο, τεχνητή λιμοκτονία, λεηλασίες και μαζικές σφαγές.
-
353.000 άνθρωποι υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των διώξεων.
-
1,5 εκατομμύριο Έλληνες ξεριζώθηκαν βίαια από τις προγονικές τους εστίες.
-
Πολιτισμικός Αφανισμός: Πέρα από τη φυσική εξόντωση, καταστράφηκε συστηματικά ένας ακμάζων πολιτισμός με βαθιές ρίζες χιλιάδων ετών.
Όπως επισημάνθηκε στην εκπομπή, η οικονομική και πνευματική άνθηση των Ελλήνων του Πόντου πριν από την καταστροφή ήταν μνημειώδης. Παρά την Άλωση της Τραπεζούντας αιώνες πριν, οι ελληνικοί πληθυσμοί κυριαρχούσαν στην οικονομική και εμπορική ζωή της ευρύτερης περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρθηκε ότι ενώ το 1865 ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου αριθμούσε περίπου 265.000 ψυχές , στις αρχές του 20ού αιώνα είχε αγγίξει τις 700.000. Η πνευματική αυτή αναγέννηση αποτυπώνεται ανάγλυφα στα στατιστικά στοιχεία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων: από περίπου 100 ελληνικά σχολεία το 1860, φτάσαμε στο εντυπωσιακό νούμερο των 1.301 ή 1.401 σχολείων γύρω στο 1914–1919. Αυτή ακριβώς η δυναμική παρουσία και η οικονομική υπεροχή των Ελλήνων και των Αρμενίων αποτέλεσαν το «κόκκινο πανί» για τους εθνικιστικούς κύκλους της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Κωνσταντίνος Φωτιάδης: Η «Ναυαρχίδα» της Ιστορικής Έρευνας
Ο κεντρικός προσκεκλημένος της εκπομπής, Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , θεωρείται δικαίως η επιστημονική «ναυαρχίδα» στην έρευνα της Γενοκτονίας. Το μνημειώδες 14τομο έργο του, «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», το οποίο εκδόθηκε από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων , αποτελεί το πιο ισχυρό όπλο τεκμηρίωσης του εγκλήματος.
Ο καθηγητής Φωτιάδης, καταθέτοντας την πολυετή εμπειρία του, εξήγησε ότι οι διώξεις εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών δεν ήταν μεμονωμένα επεισόδια. Υπήρχαν σε όλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας, όπως μαρτυρά η συνεχής μετανάστευση ποντιακών πληθυσμών προς τις ομόθρησκες περιοχές της Ρωσίας, της Γεωργίας και της Μολδαβίας. Ωστόσο, η κατάσταση πήρε έναν απόλυτα συστηματικό και επικίνδυνο χαρακτήρα αμέσως μετά την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων το 1908–1909.
Με το εθνικιστικό σύνθημα «Η Τουρκία στους Τούρκους» , οι Νεότουρκοι εκμεταλλεύτηκαν κάθε γεωπολιτική συγκυρία. Η ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα το 1909 και οι μετέπειτα Βαλκανικοί Πόλεμοι δημιούργησαν ένα κλίμα εκδίκησης. Οι Οθωμανοί επέριψαν την ευθύνη για την απώλεια των ευρωπαϊκών τους εδαφών στους εγχώριους χριστιανικούς πληθυσμούς (Έλληνες και Αρμένιους) , χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την ανάγκη αποκατάστασης των μουσουλμάνων προσφύγων (μουχατζήδων) από τα Βαλκάνια.
Το Ιστορικό Πλαίσιο: Από τους Νεότουρκους στον Κεμαλισμό
Τα χέρια του οθωμανικού καθεστώτος ελευθερώθηκαν οριστικά με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες αποχώρησαν από την περιοχή , και οι μόνοι που παρέμειναν ήταν οι σύμμαχοι των Οθωμανών, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Μέσα σε αυτό το σκοτεινό διπλωματικό vacuum, αποφασίστηκε ο πλήρης αφανισμός των χριστιανών.
Ο καθηγητής Φωτιάδης έκανε μια συγκλονιστική παρομοίωση χρησιμοποιώντας αγροτικούς όρους της εποχής: «Πρώτα ήρθε ο αφανισμός των Αρμενίων … Αφού θησαύρισαν με τις τεράστιες περιουσίες τους, μετά τα σιτάρια ήρθε η σφαγή των κριθαριών. Και το κριθάρι ήταν οι Έλληνες».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα πολύτιμα στοιχεία που άντλησε ο ίδιος ο καθηγητής από τα ρωσικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας. Μέχρι το 1917, τα τσαρικά αρχεία ήταν έντονα φιλελληνικά λόγω ομοδοξίας. Μέσα από αυτά, ο κ. Φωτιάδης ανακάλυψε τα επίσημα πρακτικά (στα ελληνικά και τα ρωσικά) του ιστορικού και εξαιρετικά δημοκρατικού συνεδρίου των Ελλήνων της Ρωσίας, που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1917 στο Ροστόβ και το Ταϊγάνιο. Τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν ότι εκείνη την περίοδο ζούσαν στη Ρωσία περίπου 750.000 Έλληνες , οι οποίοι δεν ήταν απλώς μετανάστες της διασποράς, αλλά αυτόχθονες πληθυσμοί με ιστορία 3.000 ετών στην περιοχή.
Διπλωματικά Σφάλματα και η Ελληνική Αποσιώπηση
Ένα από τα πιο ακανθώδη και θαρρεαλέα σημεία της συζήτησης στο «Πνεύμα Ελεύθερο» ήταν η κριτική ανάλυση των διαχρονικών λαθών της επίσημης ελληνικής πολιτείας. Ο καθηγητής Φωτιάδης δεν δίστασε να αναφερθεί στις ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος το 1919 αποφάσισε να στείλει ένα ολόκληρο εκστρατευτικό σώμα (23.300 στρατιώτες) στην Κριμαία για να πολεμήσει στο πλευρό των Συμμάχων εναντίον των Μπολσεβίκων.
Αυτή η κίνηση είχε δύο τραγικές συνέπειες:
-
Μετέτρεψε το νέο σοβιετικό καθεστώς σε εχθρό του ελληνισμού και σύμμαχο του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ενισχύθηκε σημαντικά με ρωσικό χρυσό και οπλισμό.
-
Άφησε τον Πόντο εντελώς απροστάτευτο την πιο κρίσιμη στιγμή. Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, την ώρα που ο Κεμάλ αποβιβαζόταν στη Σαμψούντα τον Μάιο του 1919 με μόλις 36 αξιωματικούς για να οργανώσει τις άτακτες συμμορίες (τσέτες) , αν υπήρχαν εκεί έστω λίγες χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες, ο Κεμαλισμός δεν θα είχε κάνει ούτε ένα βήμα.
Μετά την καταστροφή, ακολούθησε η μακρά περίοδος της «σκόπιμης αποσιώπησης». Με την υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας το 1930 από τον Βενιζέλο και την μετέπειτα αμφιλεγόμενη πρότασή του να δοθεί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης στον Μουσταφά Κεμάλ , το ελληνικό κράτος έβαλε στο «αρχείο» το ποντιακό ζήτημα για χάρη της διπλωματικής σκοπιμότητας.
Ο Κωνσταντίνος Σαμουκασίδης, κάτοχος μεταπτυχιακού στη Δημόσια Ιστορία, εξήγησε πώς αυτή η επίσημη γραμμή λήθης επηρέασε τη συλλογική συνείδηση. Αναφερόμενος στον πρόλογο του εμβληματικού έργου του Πόντιου δημοσιογράφου και συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά, τόνισε ότι η τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων ήταν ο λόγος που η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία οικοδομήθηκε πάνω σε σαθρά και ψευδή θεμέλια.
Ο Αγώνας για την Αναγνώριση και τα Εσωτερικά Εμπόδια
Η επίσημη αναγνώριση της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από την Ελληνική Βουλή ήρθε τελικά με τεράστια καθυστέρηση, μόλις το 1994. Ο κ. Σαμουκασίδης, η διπλωματική εργασία του οποίου εξέτασε ακριβώς αυτή την ιστορική περίοδο και τον απόηχό της στη δημόσια σφαίρα, αποκάλυψε παρασκηνιακές λεπτομέρειες που σοκάρουν.
Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του νομοσχεδίου, υπήρξαν έντονες εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις. Στο αρχικό κείμενο της εισηγητικής έκθεσης γινόταν σαφής αναφορά στους άμεσους ή έμμεσους συνεργούς των Τούρκων εγκληματιών (φωτογραφίζοντας τις ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής). Στο τελικό κείμενο, όμως, η αναφορά αυτή απαλείφθηκε πλήρως. Ακόμα και μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, την ώρα της ψηφοφορίας, καταγράφηκαν αρνητές της γενοκτονίας, με βουλευτή μάλιστα να αποχωρεί επιδεικτικά από τη διαδικασία.
Ο καθηγητής Φωτιάδης συμπλήρωσε πως όταν η Βουλή τού ανέθεσε (υπό την εποπτεία του Μιχάλη Χαραλαμπίδη) τη συγκέντρωση των ντοκουμέντων , ο ίδιος μετατράπηκε για εννέα ολόκληρα χρόνια σε «μαύρο πρόβατο» για το εγχώριο πολιτικό και διπλωματικό κατεστημένο, στερούμενος κάθε προσωπική ζωή.
Η Διεθνής Διάσταση και η Σύγχρονη Γεωπολιτική Πραγματικότητα
Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, ο Αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης, ένας εκ των κορυφαίων γνωστών των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της σύγχρονης Τουρκίας (έχοντας υπηρετήσει επί χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και ως Ακόλουθος Άμυνας στην Άγκυρα) , έδωσε μια άλλη, άκρως ρεαλιστική διάσταση στο ζήτημα.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο αν η διεκδίκηση της αναγνώρισης μιας γενοκτονίας έχει νόημα σε ένα διεθνές περιβάλλον που συχνά κυριαρχείται από την αρχή της ισχύος και όχι του δικαίου. Οικοδεσπότες και καλεσμένοι συμφώνησαν ότι η αφαίρεση της νομικής και δικαιϊκής διάστασης από τα ιστορικά εγκλήματα ακυρώνει κάθε λόγο συζήτησής τους. Το θύμα, ακόμα και αν ολόκληρη η διεθνής κοινότητα σιωπά, έχει χρέος να διεκδικεί το δίκιο του.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν είναι μια στείρα ιστορική εμμονή, αλλά ένα πανίσχυρο διπλωματικό εργαλείο και ένας μηχανισμός πίεσης. Μέσα από τη διεθνοποίηση του ζητήματος, η Τουρκία εξαναγκάζεται να αντιμετωπίσει το σκοτεινό της παρελθόν, γεγονός που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον πραγματικό εκδημοκρατισμό της.
Το Βιβλίο που «Τρέμει» η Άγκυρα
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή που αναδείχθηκε, αφορά τον αντίκτυπο της έρευνας μέσα στην ίδια την Τουρκία και τη Ρωσία. Το έργο του καθηγητή Φωτιάδη έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Η ρωσική μετάφραση, η οποία χρηματοδοτήθηκε από τον Ιβάν Σαββίδη, έφτασε μέχρι τη ρωσική Δούμα, ανοίγοντας για πρώτη φορά τη συζήτηση για το ποντιακό ζήτημα στη Μόσχα.
Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το βιβλίο κυκλοφορεί και στην Τουρκία, προκαλώντας τον τρόμο του εθνικιστικού κατεστημένου. Ο κ. Φωτιάδης ανέφερε ότι η τουρκική παραστρατιωτική οργάνωση «ΑΤΑΠΕΗ» απέστειλε επίσημη επιστολή στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ζητώντας την άμεση απαγόρευση και το κάψιμο του βιβλίου. Στην επιστολή εκείνη, οι Τούρκοι εθνικιστές χαρακτήριζαν τον Έλληνα καθηγητή ως «πράκτορα της CIA και της Μοσάντ». Αυτή η ακραία αντίδραση, ωστόσο, λειτούργησε ως η καλύτερη διαφήμιση, κάνοντας πολλούς Τούρκους πολίτες και διανοούμενους να αναζητήσουν το βιβλίο και να έρθουν σε επαφή με την κρυμμένη αλήθεια.
Συμπέρασμα: Η Μνήμη ως Αντίσταση στο Μέλλον
Κλείνοντας, η εκπομπή «Πνεύμα Ελεύθερο» έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα. Ο αγώνας για τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ποντίων δεν είναι μια προσπάθεια συντήρησης του μίσους, αλλά μια πράξη αντίστασης στη λήθη και την επανάληψη της ιστορίας. Όπως αποδείχθηκε από τη γεωπολιτική ανάλυση, οι λαοί που δεν γνωρίζουν την ιστορία τους και δεν αξιοποιούν τα διπλωματικά τους όπλα, είναι καταδικασμένοι να ξαναζήσουν τις ίδιες τραγωδίες. Το ψηφιδωτό της ιστορικής αλήθειας συμπληρώνεται μέρα με τη μέρα από νέους επιστήμονες , και ηθικό χρέος της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας είναι να κρατήσει αυτή τη δάδα αναμμένη.