breaking newsΕλλάδα

Αϋφαντής: Διώξτε τους Τούρκους!

Μετωπική παρέμβαση για το Κυπριακό, την ελληνική εξωτερική πολιτική, τον πόλεμο στο Ιράν και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών πραγματοποίησε ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».

Ο έμπειρος διπλωμάτης αμφισβήτησε ευθέως το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρείται να καλλιεργηθεί γύρω από την επανέναρξη της διαδικασίας για το Κυπριακό. Όπως υπογράμμισε, η ουσία παραμένει αμετάβλητη: η Τουρκία διατηρεί το πάνω χέρι λόγω της στρατιωτικής κατοχής και των δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών που εξακολουθούν να βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Η ανησυχία του Ερντογάν για Κύπρο και Ισραήλ

Ο Γιώργος Αϋφαντής κάλεσε Αθήνα και Λευκωσία να μελετήσουν προσεκτικά τις τελευταίες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος, όπως επισήμανε, έδειξε ότι ανησυχεί πρωτίστως για την ενίσχυση της συνεργασίας Κύπρου και Ισραήλ και για το ενδεχόμενο μετατροπής της Κυπριακής Δημοκρατίας σε στρατηγικό ελληνοϊσραηλινό στήριγμα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η δεύτερη και ακόμη σοβαρότερη τουρκική απαίτηση αφορά την εκ των προτέρων αναγνώριση της λεγόμενης «πολιτικής ισότητας» των Τουρκοκυπρίων. Κατά την εκτίμηση του πρέσβη ε.τ., πίσω από αυτήν τη διατύπωση κρύβεται η απαίτηση για διεθνή αναγνώριση του τουρκοκυπριακού μορφώματος και η διάλυση της υφιστάμενης Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από τη δημιουργία μιας νέας, εξαιρετικά χαλαρής κρατικής οντότητας.

Ο κ. Αϋφαντής προειδοποίησε ότι το νέο σχήμα θα μπορούσε να αποτελείται από δύο ουσιαστικά αυτοτελείς οντότητες, με δική τους αστυνομία, στρατιωτικές δομές και εξωτερική πολιτική. Σε περίπτωση μελλοντικής διάσπασης, θα δημιουργούνταν ένα τεράστιο νομικό και πολιτικό πρόβλημα ως προς τη θέση των δύο κρατιδίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Η Τουρκία θα μπει από το παράθυρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του τουρκοκυπριακού κρατιδίου και θα έχει βέτο στα πάντα», ήταν η χαρακτηριστική προειδοποίησή του.

«Παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα»

Ο πρώην διπλωμάτης υποστήριξε ότι το σημαντικότερο πλεονέκτημα του Ελληνισμού μετά την τουρκική εισβολή του 1974 ήταν το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν καταλύθηκε. Παρέμεινε διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, μέλος του ΟΗΕ και στη συνέχεια εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά συνέπεια, προειδοποίησε ότι αυτή η κρατική υπόσταση δεν μπορεί να ανταλλαχθεί με αμφίβολες ρυθμίσεις για περιουσίες ή με μια συμφωνία επιστροφής στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου υπό τουρκική διοίκηση.

Σε αυτό το σημείο επικαλέστηκε την ιστορική φράση του Τάσσου Παπαδόπουλου:

«Παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα».

«Το Κυπριακό δεν είναι διαφορά μεταξύ δύο κοινοτήτων»

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε και για την προτεινόμενη νέα διευρυμένη συνάντηση υπό τον ΟΗΕ. Παρομοίασε την επανάληψη του ίδιου διαπραγματευτικού σχήματος με μια διαδικασία που έχει ήδη αποτύχει, υπενθυμίζοντας τα αδιέξοδα του Κραν Μοντανά.

Ο Γιώργος Αϋφαντής σημείωσε ότι οι συνομιλίες προσκρούουν διαρκώς στην τουρκική αξίωση για αναγνώριση του ψευδοκράτους, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά αποφεύγει να θέσει με την ίδια ένταση «τον ελέφαντα στο δωμάτιο»: την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων.

«Το Κυπριακό δεν είναι θέμα επανένωσης δύο κοινοτήτων. Είναι θέμα αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων», τόνισε. Πρόσθεσε ότι μετά την αποχώρηση του κατοχικού στρατού οι δύο κοινότητες μπορούν να αναζητήσουν ένα καθεστώς ισότιμης συμβίωσης ως προς τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα, χωρίς όμως να καταργείται η δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας.

Ο πρέσβης ε.τ. άσκησε σκληρή κριτική στις κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας, τις οποίες κατηγόρησε ότι παρουσιάζουν την έναρξη μιας ακόμη διαδικασίας ως πολιτική επιτυχία για προεκλογικούς λόγους.

«Υπάρχουν 40.000 Τούρκοι στρατιώτες στην Κύπρο. Να μας πουν πώς θα φύγουν. Αν δεν μπορούν να τους βγάλουν, να σηκωθούν να φύγουν και να αφήσουν τη θέση τους σε άλλους που είναι διατεθειμένοι να το προσπαθήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οι «δύο γροθιές» των Ηνωμένων Πολιτειών

Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, ο Γιώργος Αϋφαντής συνέδεσε τις επισκέψεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και του Μπέντζαμιν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο με τη σταδιακή ενοποίηση των μετώπων της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής.

Χαρακτήρισε τον Ζελένσκι και τον Νετανιάχου ως τις «δύο γροθιές» των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτιμώντας ότι οι δύο ηγέτες είτε συντόνισαν τις κινήσεις τους με τον Ντόναλντ Τραμπ είτε συναποφάσισαν τα επόμενα βήματα. Κατά τον ίδιο, η ιρανική πλευρά απάντησε επιχειρώντας να καταστήσει σαφές ότι παραμένει ενεργή και ικανή να πλήξει αμερικανικούς στόχους στην περιοχή.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία εξαρτάται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής διακίνησης, αλλά και σημαντικό μέρος του εμπορίου λιπασμάτων. Υποστήριξε ότι δεν διακρίνεται βιώσιμη στρατιωτική λύση, καθώς οι διαθέσιμες αμερικανικές μάχιμες δυνάμεις δεν επαρκούν για μια μεγάλη χερσαία επιχείρηση κατά του Ιράν.

Η αντιπαράθεση, σύμφωνα με την ανάλυσή του, εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι η ιρανική κοινωνία μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο ανθεκτική, επειδή θεωρεί ότι δεν διαθέτει εναλλακτική επιλογή απέναντι στα σχέδια που καταρτίζονται στην Ουάσιγκτον.

«Η Ελλάδα έχει αυτοπεριοριστεί στην ακινησία»

Σφοδρά πυρά εξαπέλυσε και κατά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Χρησιμοποιώντας τη φράση «πυλώνας σταθερότητας», με την οποία αυτοχαρακτηρίζεται η Ελλάδα, σχολίασε σκωπτικά ότι σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία η χώρα έχει «αυτοπεριοριστεί στην ακινησία».

Κατηγόρησε το ελληνικό πολιτικό σύστημα ότι περιμένει τις επόμενες εντολές των συμμάχων και αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως έναν ρόλο που του ανατίθεται. Στον αντίποδα, επισήμανε ότι η Τουρκία διαθέτει μια συγκροτημένη αναθεωρητική στρατηγική, η οποία εκφράζεται μέσα από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

«Δεν είναι μια θεωρητική υπόθεση. Θα τη δούμε πολύ σύντομα επί του πεδίου», προειδοποίησε, καλώντας τους πολίτες να συγκρίνουν τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνται διεθνώς με την ακινησία της Αθήνας.

Πρόβλεψη για εκλογές το φθινόπωρο

Ο Γιώργος Αϋφαντής προχώρησε, τέλος, σε μια τολμηρή πολιτική πρόβλεψη, εκτιμώντας ότι η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές στα τέλη Σεπτεμβρίου ή στις αρχές Οκτωβρίου.

Συνέδεσε την εκτίμησή του με την πιθανή αποστολή νέων δικογραφιών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά και με την κοινωνική πίεση που προκαλούν η ακρίβεια, οι τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος. Κατηγόρησε, μάλιστα, την κυβέρνηση ότι επωφελείται φορολογικά από την αύξηση των τιμών, αντί να μειώσει τους συντελεστές ώστε να προστατεύσει τα νοικοκυριά.

Κατά τον ίδιο, εάν οι πολιτικές και δικαστικές υποθέσεις συσσωρευτούν, η κυβέρνηση κινδυνεύει να απολέσει την κοινοβουλευτική δύναμη που χρειάζεται για να ελέγξει τις εξελίξεις. «Αλλιώς κινδυνεύει να μην πάει σε εκλογές, αλλά σε ειδικά δικαστήρια», κατέληξε.

Back to top button