Η κυβέρνηση προσπαθεί να χτίσει ένα «αφήγημα» ανάπτυξης, ασφάλειας και ανερχόμενης ευημερίας. Ένα αφήγημα που, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να συνεχιστεί και για να συνεχιστεί χρειάζεται «σταθερότητα», δηλαδή διατήρηση της ίδιας κυβέρνησης και της ίδιας πολιτικής. Αυτό είναι συνοπτικά το κυβερνητικό αφήγημα.
Μακάρι να ήταν αλήθεια. Είναι όμως; Θα το κρίνετε μόνοι σας στο τέλος.
Η πραγματικότητα είναι ότι στην τελευταία επταετία οι συνθήκες υπήρξαν, τελικά, ιδιαίτερα ευνοϊκές, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν απαραίτητα με την κυβερνητική πολιτική. Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια ήδη από τον Αύγουστο του 2018, ακολούθησαν οι εκλογές του Ιουλίου 2019 με την αλλαγή κυβέρνησης, στη συνέχεια ήρθε η πανδημία και το παγκόσμιο lockdown της περιόδου 2020-2022, ενώ από τα μέσα του 2022 άρχισε η ανάκαμψη και η εισροή κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης, το RePower Europe και άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Όσα δυσάρεστα συνέβησαν μέχρι τα μέσα του 2022 δεν είναι σωστό να χρεώνονται στην κυβέρνηση. Από τις αρχές όμως του 2023 και μετά, η Ελλάδα βρέθηκε χωρίς μνημόνια, χωρίς τον χαλινό του lockdown, με εκτίναξη του τουρισμού και με τη μεγαλύτερη πρόσθετη ένεση ξένων κεφαλαίων από ευρωπαϊκά κονδύλια που έχει υπάρξει ποτέ.
Τι συνέβη σε αυτό το διάστημα; Οι δείκτες της ελληνικής οικονομίας βελτιώθηκαν. Αυτό έλειπε και να μη βελτιώνονταν. Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: βελτιώθηκε και η κατάταξη της Ελλάδας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η απάντηση είναι όχι. Η θέση της Ελλάδας επιδεινώθηκε και αυτό χρεώνεται στην κυβέρνηση.
Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα επιδεινώθηκε και η χώρα βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης της ΕΕ των 27, χαμηλότερα από ό,τι πριν. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να γίνουν είτε δεν έγιναν είτε δεν απέδωσαν. Ταυτόχρονα, ο αριθμός των εργατοωρών που δουλεύει ο μέσος Έλληνας είναι πλέον ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη, πάνω ακόμη και από τη Βουλγαρία και αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα βρίσκεται στην 26η θέση, δύο έως τρεις θέσεις χαμηλότερα από ό,τι πριν, και μόλις μία θέση πάνω από την τελευταία Βουλγαρία, στο 73,8% του μέσου όρου της ΕΕ. Αντίστοιχα, η μέση κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη του Έλληνα βρίσκεται επίσης στην 26η θέση, τρεις θέσεις χαμηλότερα από ό,τι πριν και πολύ κοντά στη Βουλγαρία, στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Συμπέρασμα: η Ελλάδα αποκλίνει.