Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται η νέα ειρηνευτική διαδικασία ανάμεσα στην Τουρκία και το PKK, περισσότερο από έναν χρόνο μετά το κάλεσμα του Αμπντουλάχ Οτσαλάν από τη φυλακή του στο Ιμραλί για αφοπλισμό, διάλυση της οργάνωσης και μετάβαση της κουρδικής υπόθεσης σε πολιτικό και νομικό πεδίο.
Σύμφωνα με ανάλυση του The National Context, το ζήτημα που έχει μπλοκάρει την πορεία της διαδικασίας είναι πλέον ξεκάθαρο: τι προηγείται; Η νομοθετική ρύθμιση ή η πλήρης εγκατάλειψη των όπλων;
Η διαδικασία, όπως σημειώνεται, προχώρησε περισσότερο από όσο ανέμεναν πολλοί. Ο Οτσαλάν απηύθυνε το ιστορικό του κάλεσμα στις 27 Φεβρουαρίου 2025, ζητώντας από το PKK να καταθέσει τα όπλα, να συγκαλέσει συνέδριο και να αυτοδιαλυθεί. Ακολούθησε μονομερής εκεχειρία την 1η Μαρτίου, ενώ τον Μάιο το PKK ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε το 12ο Συνέδριό του και αποφάσισε την αυτοδιάλυσή του.
Στις 11 Ιουλίου, ομάδα μαχητών του PKK έκαψε δημόσια τα όπλα της στην επαρχία Σουλεϊμανίγια, ενώ στις 26 Οκτωβρίου η οργάνωση ανακοίνωσε την αποχώρηση των εναπομεινάντων μαχητών της από το τουρκικό έδαφος προς την Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ. Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, σύμφωνα με τουρκικές αναφορές, άρχισε η εκκένωση περιοχών στο Ζαπ, ενώ σπήλαια και θέσεις σε Ζαπ και Μετίνα φέρονται να εκκενώθηκαν και να καταστράφηκε καταγεγραμμένο πολεμικό υλικό.
Παρά τα βήματα αυτά, η πολιτική μετάβαση δεν έχει ακόμη έρθει. Η κοινοβουλευτική επιτροπή ειρήνης στην Τουρκία υιοθέτησε στις 18 Φεβρουαρίου 2026 την τελική της έκθεση, με στήριξη από τα βασικά κοινοβουλευτικά μπλοκ: AKP, CHP, MHP και DEM Parti. Η έκθεση εγκρίθηκε με 47 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 1 αποχή, έπειτα από 20 συνεδριάσεις, 137 μαρτυρίες ή θεσμικές καταθέσεις, 88 ώρες διαβουλεύσεων και 4.199 σελίδες πρακτικών.
Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο είναι ότι η έκθεση δεν αποτελεί νόμο. Είναι πλαίσιο. Περιγράφει έναν οδικό χάρτη για μελλοντικά νομοσχέδια, τα οποία θα πρέπει να περάσουν από επιτροπές και στη συνέχεια από την Ολομέλεια της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο. Δημιουργήθηκαν προσδοκίες, αλλά δεν δόθηκε ακόμη η νομική απάντηση.
Η Άγκυρα ζητά πρώτα πλήρη απόδειξη αφοπλισμού
Από την πλευρά της τουρκικής κυβέρνησης, η θέση είναι σαφής. Το PKK έχει κάνει βήματα, αλλά όχι αρκετά ώστε να δικαιολογείται νομοθετική πρωτοβουλία. Η Άγκυρα ζητά πρώτα επαληθεύσιμη, αντικειμενική και μετρήσιμη απόδειξη ότι η οργάνωση έχει πραγματικά εγκαταλείψει την ένοπλη δράση.
Τουρκικά φιλοκυβερνητικά μέσα αναφέρουν ότι οι κρατικές υπηρεσίες έχουν επιβεβαιώσει κάποιες αποχωρήσεις και εκκενώσεις σπηλαίων στις περιοχές Ζαπ και Μετίνα, κοντά στα τουρκοϊρακινά σύνορα. Ωστόσο, η κλίμακα αυτών των κινήσεων δεν θεωρείται ακόμη αρκετή για να χαρακτηριστεί η διαδικασία μη αναστρέψιμη.
Αρχικά γινόταν λόγος για έξι εκκενωμένα σπήλαια, ενώ νεότερες αναφορές ανέβασαν τον αριθμό στα επτά, εκ των οποίων τρία μεγάλα και τέσσερα μικρά. Όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, αυτά παραμένουν μόνο το πρώτο στάδιο, περιορισμένο στον άξονα Ζαπ-Μετίνα.
Το πραγματικό όριο για την Άγκυρα βρίσκεται πιο βαθιά. Στις περιοχές Χακούρκ και κυρίως Γκάρα. Εκεί θεωρείται ότι θα φανεί αν το PKK διαλύει πράγματι τις υποδομές που στήριξαν επί δεκαετίες τον ένοπλο αγώνα του.
Σύμφωνα με τουρκικές πηγές ασφαλείας, η Άγκυρα παρακολουθεί περίπου 30 σπήλαια ή οχυρωμένες θέσεις σε έναν ευρύτερο διάδρομο από τα τουρκικά σύνορα προς το Καντίλ. Από αυτά, επτά φέρονται να έχουν εκκενωθεί. Τα υπόλοιπα 23 συνδέονται με τη Γκάρα, το Χακούρκ και τελικά το Καντίλ, αν και η τουρκική πλευρά φαίνεται διατεθειμένη να αφήσει τη φάση του Καντίλ για αργότερα και να προχωρήσει νομικά εφόσον υπάρξει επαρκής πρόοδος στα προηγούμενα στάδια.
Η λογική της Άγκυρας είναι απλή: χωρίς αποδείξεις διάλυσης της στρατιωτικής υποδομής του PKK, κάθε νομοθετική ρύθμιση θα εμφανιστεί ως πρόωρη παραχώρηση. Και εδώ βαραίνει η μνήμη της προηγούμενης ειρηνευτικής διαδικασίας, όταν το τουρκικό κράτος κατηγορήθηκε ότι επέτρεψε στην οργάνωση να διατηρήσει ή και να ενισχύσει την επιχειρησιακή της δυνατότητα.
Το κράτος φοβάται νέο στρατηγικό λάθος
Η Άγκυρα δεν βλέπει το ζήτημα μόνο ως εσωτερική υπόθεση. Το διαβάζει μέσα στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον, τη μετάβαση στη Συρία, τον πόλεμο γύρω από το Ιράν, την παρουσία του PKK στο Ιράκ, τη στάση του PJAK κοντά στα ιρανικά σύνορα και τα δίκτυα που συνδέονται με το PKK σε όλη την περιοχή.
Για τις τουρκικές υπηρεσίες ασφαλείας, όλα αυτά δεν είναι δευτερεύουσες παράμετροι. Είναι λόγοι για να ζητηθεί υψηλότερο επίπεδο επαλήθευσης πριν προχωρήσει το κράτος σε νόμους.
Φιλοκυβερνητικές πηγές επικαλούνται ενημέρωση του επικεφαλής της ΜİΤ, Ιμπραχίμ Καλίν, υποστηρίζοντας ότι το Καντίλ «αγνοεί τη βούληση του Οτσαλάν». Η θέση αυτή ενισχύει το αφήγημα ότι δεν μπορεί να υπάρξει νομικό πλαίσιο πάνω σε υποθέσεις. Ο εκπρόσωπος του AKP, Ομέρ Τσελίκ, έχει διατυπώσει την κρατική γραμμή ξεκάθαρα. Οι νομικές ρυθμίσεις έρχονται μετά τον αφοπλισμό και αφού τα κρατικά όργανα επιβεβαιώσουν ότι το PKK έχει πράγματι καταθέσει τα όπλα.
Η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει έτσι να παρουσιάσει το πάγωμα όχι ως δική της αδράνεια, αλλά ως αποτέλεσμα της ανεπαρκούς συμμόρφωσης του PKK.
Η κουρδική πλευρά βλέπει έλλειψη ανταπόκρισης από το κράτος
Το PKK και το ευρύτερο φιλοκουρδικό πολιτικό ρεύμα βλέπουν την ίδια ακολουθία γεγονότων διαφορετικά. Κατά τη δική τους ανάγνωση, έγιναν ήδη μεγάλες στρατηγικές κινήσεις. Ο Οτσαλάν κάλεσε σε αφοπλισμό, το PKK κήρυξε εκεχειρία, πραγματοποίησε συνέδριο, ανακοίνωσε αυτοδιάλυση, έκαψε όπλα, αποσύρθηκε από το τουρκικό έδαφος και εκκένωσε ορισμένες θέσεις στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν.
Από αυτήν την πλευρά, το πρόβλημα είναι ότι η Άγκυρα δεν ανταποκρίθηκε με το αναγκαίο νομικό πλαίσιο. Δηλαδή, ζητά από τους μαχητές να εγκαταλείψουν θέσεις, δομές και όπλα χωρίς να γνωρίζουν τι θα ακολουθήσει. Θα διωχθούν ποινικά; Θα μπορέσουν να επιστρέψουν; Θα αποκλειστούν από την πολιτική ζωή; Θα υπάρξει επανένταξη; Θα μετεγκατασταθούν στο εξωτερικό; Θα μείνουν σε νομικό κενό;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της θέσης του DEM Parti, του βασικού φιλοκουρδικού κόμματος στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Το DEM ζητά ειδικό νομικό πλαίσιο για τη διαδικασία και όχι γενική αμνηστία. Ζητά ρυθμίσεις για μαχητές, πολιτικά στελέχη, κρατουμένους, επιστρέφοντες και εκλεγμένους τοπικούς αξιωματούχους.
Στις διεκδικήσεις του περιλαμβάνονται αλλαγές στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία, περιορισμός του συστήματος διορισμένων επιτρόπων που αντικατέστησαν εκλεγμένους Κούρδους δημάρχους, εγγυήσεις δημοκρατικής ενσωμάτωσης και σαφέστερες συνθήκες επικοινωνίας του Οτσαλάν ώστε να μπορεί να επιβλέπει τη διαδικασία.
Το DEM απορρίπτει τη λογική «πρώτα αφοπλισμός, μετά νόμος» και προτείνει την αρχή της ταυτόχρονης προόδου. Δηλαδή, νομικά και ασφαλείας βήματα να προχωρούν παράλληλα.
Η κουρδική πλευρά θεωρεί ότι κανένα ένοπλο κίνημα δεν διαλύεται πλήρως προτού καθοριστούν οι νομικές συνέπειες αυτής της διάλυσης.
Η έκθεση της επιτροπής περιέχει και τις δύο λογικές
Η έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής επιχειρεί να κρατήσει και τα δύο νήματα, χωρίς όμως να τα συμφιλιώνει πλήρως. Από τη μία πλευρά, αντιμετωπίζει την επαλήθευση του αφοπλισμού ως προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του ευρύτερου πακέτου. Από την άλλη, αναγνωρίζει ότι θα χρειαστεί ένας ειδικός, προσωρινός και αυτόνομος νόμος για τη διαχείριση του αφοπλισμού και της επόμενης ημέρας.
Η έκθεση κάνει λόγο για επανένταξη όσων εγκαταλείπουν τη βία, μηχανισμούς λογοδοσίας, μόνιμο τέλος της ένοπλης δράσης και μεταφορά της σύγκρουσης στο νόμιμο πολιτικό πεδίο. Δεν προτείνει γενική αμνηστία, αλλά δικαστικές διαδικασίες, συμπληρωματικές ποινικές και εκτελεστικές διατάξεις, εκτελεστικό μηχανισμό και κοινοβουλευτική εποπτεία.
Με άλλα λόγια, το πλαίσιο υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική απόφαση για την ενεργοποίησή του.
Ο δύσκολος ρόλος του Οτσαλάν
Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν βρίσκεται στο κέντρο της διαδικασίας, αλλά και στο κέντρο της αντίφασης. Η Άγκυρα φαίνεται να τον θεωρεί τον μόνο παράγοντα που μπορεί να επιβάλει τον τελικό αφοπλισμό στο PKK. Από την άλλη, δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι αναβαθμίζει θεσμικά ή πολιτικά τη θέση του χωρίς να πληρώσει βαρύ εσωτερικό κόστος.
Το DEM και το κουρδικό κίνημα υποστηρίζουν ότι αν ο Οτσαλάν καλείται να διαχειριστεί την εφαρμογή της διαδικασίας, τότε πρέπει να αλλάξουν οι συνθήκες κράτησής του στο Ιμραλί. Ζητούν ουσιαστικές συνθήκες εργασίας και επικοινωνίας, καθώς και επαναπροσδιορισμό του νομικού του καθεστώτος.
Όμως όσο πιο ορατό γίνεται αυτό το αίτημα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον Ερντογάν και τον κυβερνητικό συνασπισμό να κινηθούν χωρίς να δεχθούν κατηγορίες για υποχώρηση απέναντι στο PKK.
Ο πρόεδρος της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Νουμάν Κουρτουλμούς, εμφανίστηκε ως μία από τις πιο διαλλακτικές φωνές της κυβερνητικής πλευράς, αναγνωρίζοντας ότι όσοι εγκαταλείπουν την ένοπλη δράση χρειάζονται νομικό πλαίσιο, ακόμη κι αν το PKK δεν ακολούθησε πλήρως το χρονοδιάγραμμα αφοπλισμού.
Το παράδοξο, όμως, παραμένει. Η Άγκυρα χρειάζεται τον Οτσαλάν, αλλά δεν θέλει να τον αναβαθμίσει δημοσίως. Η κουρδική πλευρά θέλει τον Οτσαλάν ως εγγυητή της διαδικασίας, αλλά υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο υπό τις σημερινές συνθήκες.
Ο Ερντογάν κρατά ανοιχτή την πόρτα, αλλά δεν ανοίγει τον δρόμο
Η δεξίωση της 23ης Απριλίου βοήθησε στην εκτόνωση του κλίματος, αλλά δεν έλυσε το αδιέξοδο. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνομίλησε με στελέχη του DEM και, όταν τέθηκε το θέμα της νομικής προόδου, φέρεται να γύρισε προς τον συμπρόεδρο του DEM, Τουντσέρ Μπακίρχαν, ρωτώντας: «Σταματήσαμε;»
Όταν ο Μπακίρχαν απάντησε ότι η διαδικασία δεν έχει σταματήσει, ο Ερντογάν φέρεται να είπε: «Δεν σταματάμε, συνεχίζουμε ακριβώς όπως είμαστε».
Η ανταλλαγή αυτή είχε σημασία, διότι έδειξε ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν έχει εγκαταλείψει τη διαδικασία. Αλλά δεν σημαίνει ότι έφερε πιο κοντά το νομοθετικό πακέτο.
Ο Μπακίρχαν είχε θέσει το ζήτημα πιο αιχμηρά μέσα στη Βουλή, λέγοντας στον Ερντογάν ότι «η σφραγίδα της εξουσίας» βρίσκεται στα χέρια του. Με άλλα λόγια, μόνο ο Ερντογάν μπορεί να μετατρέψει την έκθεση και την επαλήθευση ασφαλείας σε πραγματικό νόμο.
Το πιθανότερο σενάριο: Νόμος υπό όρους
Σύμφωνα με την ανάλυση, η πιο ρεαλιστική διέξοδος είναι μια υπό όρους νομοθετική φόρμουλα. Σε αυτό το μοντέλο, η τουρκική Βουλή θα ψηφίσει έναν ειδικό νόμο για τη διαδικασία, αλλά η εφαρμογή του θα εξαρτάται από επαληθεύσιμα βήματα: Εκκένωση σπηλαίων, παράδοση όπλων, αποχώρηση από συγκεκριμένες περιοχές και σαφές χρονοδιάγραμμα.
Έτσι, η Άγκυρα θα μπορεί να πει ότι καμία νομική πρόβλεψη δεν ενεργοποιείται χωρίς επαλήθευση. Το DEM θα μπορεί να υποστηρίξει ότι οι μαχητές δεν καλούνται να αφοπλιστούν μέσα σε νομικό κενό. Και το PKK θα βλέπει μπροστά του έναν συγκεκριμένο δρόμο πριν ολοκληρώσει την τελική φάση της αποστράτευσης.
Μια τέτοια φόρμουλα δεν θα εξαφανίσει την έλλειψη εμπιστοσύνης. Μπορεί όμως να γεφυρώσει τη βασική διαφωνία για τη σειρά των βημάτων.
Ο κίνδυνος της αδράνειας
Αν δεν υπάρξει πρόοδος σύντομα, η διαδικασία κινδυνεύει να μείνει τυπικά ζωντανή αλλά πρακτικά παγωμένη. Ο Μάιος είναι ήδη φορτωμένος από αργίες και επετείους, μεταξύ των οποίων και η 19η Μαΐου, ενώ στη συνέχεια η τουρκική πολιτική ζωή μπαίνει σταδιακά σε θερινή επιβράδυνση.
Αν το νομικό πακέτο δεν κινηθεί πριν κλείσει αυτό το παράθυρο, ο χρόνος θα αρχίσει να λειτουργεί εναντίον της διαδικασίας. Οι σκληροπυρηνικοί και από τις δύο πλευρές θα αποκτήσουν περισσότερο χώρο. Οι περιφερειακές εξελίξεις θα ασκήσουν νέα πίεση. Και κάθε εβδομάδα που περνά θα επιτρέπει στην Άγκυρα να λέει ότι το PKK δεν είναι σοβαρό, ενώ η κουρδική πλευρά θα λέει ότι το κράτος δεν είχε ποτέ πρόθεση να νομοθετήσει.
Η μεγάλη εικόνα: Εσωτερική ειρήνευση ως κρατική στρατηγική
Η σημασία της διαδικασίας ξεπερνά το τέλος της ένοπλης σύγκρουσης μέσα στην Τουρκία. Η έκθεση της επιτροπής εντάσσει την ιδέα μιας «Τουρκίας χωρίς τρομοκρατία» σε ευρύτερο περιφερειακό δόγμα. Για την Άγκυρα, η εσωτερική σταθεροποίηση αποτελεί βάση για προβολή ισχύος σε μια περιοχή γεμάτη συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων, κατακερματισμό και μεταβαλλόμενες ισορροπίες.
Η τουρκική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει τη διαδικασία μόνο ως συμφιλίωση. Τη βλέπει ως κρατική στρατηγική. Το τέλος της ένοπλης υπόστασης του PKK θα αφαιρούσε από το κουρδικό πολιτικό σχέδιο την κύρια ένοπλη έκφρασή του, ενώ η διεύρυνση του νόμιμου πολιτικού χώρου θα διοχέτευε την κουρδική πολιτική σε ένα ελεγχόμενο θεσμικό πεδίο.
Για την ώρα, η διαδικασία δεν είναι νεκρή. Αλλά δεν είναι και ασφαλής.
Βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο της: στη μετάβαση από τον συμβολικό αφοπλισμό στη νομική διευθέτηση. Το PKK έχει κάνει αρκετά ώστε η κουρδική πλευρά να απαιτεί νόμο. Η Άγκυρα λέει ότι δεν έχει κάνει αρκετά ώστε το κράτος να πιστοποιήσει τον αφοπλισμό.
Και επειδή και οι δύο θέσεις έχουν εσωτερική λογική, το αδιέξοδο είναι δύσκολο να σπάσει. Το ερώτημα είναι αν ο Ερντογάν θα αποφασίσει να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας υπό όρους νομοθετικής λύσης ή αν η διαδικασία θα μείνει να αιωρείται, μέχρι να τη διαβρώσουν ο χρόνος, η καχυποψία και οι περιφερειακές φωτιές.