breaking newsΔιεθνή

Νίκος Μελέτης στο Liberal: Πού το πάει η Τουρκία;

Γραφει ο Νίκος Μελέτης, Liberal

Ενώ η επίσημη Άγκυρα σιωπά επιδεικτικά, συνεχίζεται στην Τουρκία η δημόσια συζήτηση για το νομοσχέδιο που θα περιγράφει, θα οριοθετεί και θα δίνει «νομική υπόσταση» στη «Γαλάζια Πατρίδα», μια εξέλιξη η οποία εκ των πραγμάτων συνιστά κλιμάκωση και αναβαθμίζει τις τουρκικές διεκδικήσεις εναντίον της χώρας μας.

Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει καθαρό μήνυμα στην Τουρκία ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει συνέπειες, πολύ περισσότερο εάν επιχειρηθεί να εφαρμοστεί επί του πεδίου ένα τέτοιο πλαίσιο, ενώ ορθά αποφεύγει τοποθετήσεις επί του περιεχομένου του νομοσχεδίου πριν αυτό δει το φως της δημοσιότητας και κατατεθεί στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.

Τις τελευταίες ημέρες υπήρξαν προσπάθειες από ορισμένους Τούρκους αναλυτές και καθηγητές (με δηλώσεις και σε ελληνικά ΜΜΕ) να εξωραΐσουν το τουρκικό νομοσχέδιο, λέγοντας ότι δεν θα υπάρχει… ρητή αναφορά στη «Γαλάζια Πατρίδα» και δεν θα υπάρχει… συγκεκριμένος χάρτης που να περιλαμβάνει τα όρια της υποτιθέμενης τουρκικής ΑΟΖ αλλά και τις «γκρίζες ζώνες».

Είναι σαφές ότι τέτοιες δηλώσεις δεν είναι αρκετές για να αλλάξουν το προφίλ αλλά και τη στόχευση της νομοθετικής πρωτοβουλίας της τουρκικής κυβέρνησης. Η περιγραφή της «Γαλάζιας Πατρίδας» και των ορίων της μπορεί να γίνει φυσικά χωρίς αναφορά στον τίτλο του συγκεκριμένου ιδεολογήματος, καθώς και η έγερση μέσω του νομοσχεδίου ζητήματος «γκρίζων ζωνών» μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ονομαστική αναφορά σε συγκεκριμένα νησιά ή με χάρτη που να εμφανίζει τις αμφισβητούμενες ελληνικές νησίδες και βραχονησίδες ως τουρκικές.

Η Τουρκία είναι προφανές ότι με το νομοσχέδιο αυτό θα επιχειρήσει, για λόγους που έχουν να κάνουν και με τις εσωτερικές ισορροπίες, να δείξει αντίδραση σε όσα «τετελεσμένα» θεωρεί ότι επιχειρεί να επιβάλει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Στην κορυφή είναι η αντίδραση για τη συμμαχική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία βλέπει ως κίνηση περικύκλωσής της σε συνεργασία και με την Κύπρο.

Σημαντικό, επίσης, στοιχείο είναι ότι η Τουρκία βλέπει την Ελλάδα, μετά από δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, να σπάει αυτή την ιδιότυπη «ομηρία» και να εφαρμόζει στην πράξη τον νόμο 4001/2011, σύμφωνα με τον οποίο, μέχρι την επίσημη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με γειτονικές χώρες, η Ελλάδα θεωρεί ως εξωτερικό όριο της ΑΟΖ της τη μέση γραμμή σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Βάσει του νόμου αυτού σχεδιάστηκαν τα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης (που έχουν ήδη παραχωρηθεί στην Chevron) και χαράχθηκε ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (που αποτυπώνει τα απώτατα δυνητικά όρια της ελληνικής ΑΟΖ, με την επισήμανση ότι εκκρεμεί η συμφωνία οριοθέτησης), καθώς και τα Θαλάσσια Πάρκα.

Η μέση γραμμή την οποία εφαρμόζει η Ελλάδα έχει χαραχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Δικαίου της Θάλασσας και παίρνει πλήρως υπόψη την ύπαρξη των νησιών, αμφισβητώντας πλήρως την τουρκική αυθαίρετη προσέγγιση, η οποία θεωρεί ότι τα νησιά επικάθονται στη γεωλογική προέκταση της Ανατολίας και, συνεπώς, η μέση γραμμή πρέπει να χαραχθεί μεταξύ των δύο ηπειρωτικών ακτών και τοποθετείται στο μέσον του Αιγαίου, πέριξ του 25ου μεσημβρινού.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία έτσι έβλεπε να απειλείται μια βασική στρατηγική επιδίωξή της: ο εγκλωβισμός των ελληνικών νησιών εντός περιοχής τουρκικής υφαλοκρηπίδας και περιοχών τουρκικής αρμοδιότητας. Και επίσης η υπονόμευση της επήρειας των νησιών σε πλήρεις θαλάσσιες ζώνες. Η ανησυχία στην Τουρκία ήταν ότι αποδυναμώνονταν τα επιχειρήματά της για την «απαγόρευση» άσκησης του ελληνικού δικαιώματος για επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ν.μ., που αποτελεί και τη μεγάλη επιδίωξή της στο Αιγαίο.

Για να στηρίξει ακριβώς αυτή την επιδίωξή της, η Τουρκία εφηύρε και τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», ώστε να περιορίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας στον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου αλλά και για να μπορεί να ασκήσει περαιτέρω πίεση στην Ελλάδα με την αμφισβήτηση πλέον ελληνικής κυριαρχίας, ώστε να πετύχει ακριβώς την εξουδετέρωση του μεγάλου ελληνικού «όπλου» των 12 ν.μ.

Με το πέρασμα των χρόνων όμως, η διεκδίκηση των «γκρίζων ζωνών» έχει πάρει αυτόνομη θέση στην τουρκική επιχειρηματολογία και αυτό διαπιστώνεται και σε όσες συνομιλίες έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια με την Άγκυρα.

Η τουρκική κυβέρνηση πιθανότατα δεν θα καταγράψει ονομαστικά τις νησίδες των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο νομοσχέδιο ως «τουρκικές», καθώς αυτό θα ήταν μια πραγματική πράξη πολέμου προς την Ελλάδα, η οποία δύσκολα μπορεί να αιτιολογηθεί και να δικαιολογηθεί έναντι τόσο της ΕΕ όσο και της Ουάσιγκτον, αλλά και της διεθνούς κοινότητας. Όμως η δημιουργική διπλωματία προσφέρει τρόπους για την αποτύπωση της διεκδίκησης σε ένα νομοθετικό κείμενο, όπως θα ήταν π.χ. ο καθορισμός θαλάσσιων ζωνών και περιοχών άσκησης δραστηριοτήτων που δεν λαμβάνουν υπόψη τους και αγνοούν τα χωρικά ύδατα των ελληνικών βραχονησίδων εξαφανίζοντας τες από την ελληνική κυριαρχία.

Η Τουρκία, με τη νομοθέτηση των διεκδικήσεών της, θα δυσκολέψει πλήρως οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με την Ελλάδα, καθώς οι Τούρκοι συνομιλητές θα οχυρώνονται πλέον πίσω από τις δεσμεύσεις που θα επιφέρει η ίδια η τουρκική νομοθεσία, ενώ θα προκαλέσει μια σειρά προβλημάτων εφόσον επιχειρηθεί το νομοσχέδιο αυτό να εφαρμοστεί στην πράξη στο Αιγαίο, όπου οι ζώνες τις οποίες προβλέπει ο τουρκικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός επικαλύπτουν σε μεγάλο βαθμό την ελληνική υφαλοκρηπίδα αλλά και τα δυνητικά χωρικά ύδατα των νησιών.

Η Τουρκία επίσης θα επιχειρήσει και στην πράξη να επιβάλει τις διεκδικήσεις της, εμποδίζοντας και απαιτώντας να εκδώσει η ίδια άδειες για συνήθεις εργασίες ερευνών ή και πόντισης καλωδίων και αγωγών μεταξύ των ελληνικών νησιών, επικαλούμενη πλέον την τουρκική «νομοθεσία», επιβάλλοντας και τις ποινές που θα προβλέπονται για τη δήθεν παραβίαση του τουρκικού νόμου. Έτσι θα δημιουργηθούν πολλές και συνεχείς εστίες έντασης μεταξύ των δύο χωρών, που δεν θα περιοριστούν πλέον στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά θα αφορούν και το ίδιο το Αιγαίο.

Για την Αθήνα, η οποία δηλώνει έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση, απαιτούνται ψύχραιμες και προσεκτικές κινήσεις και, αφού βεβαίως γίνει γνωστό το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, θα πρέπει να υπάρξει διπλωματική κινητοποίηση τόσο προς την ΕΕ όσο και προς την Ουάσιγκτον.

Στην ΕΕ είναι γνωστό ότι μεγάλες και σημαντικές χώρες προσβλέπουν στη συνεργασία με την Τουρκία, κυρίως στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, και συνάπτονται διμερείς συμφωνίες ώστε να παρακαμφθούν οι ελληνικές και κυπριακές αντιρρήσεις στην τουρκική συμμετοχή στο πρόγραμμα SAFE. Και η ίδια η Τουρκία πιέζει για μια «ειδική σχέση» με την ΕΕ, η οποία θα προσφέρει μόνο πλεονεκτήματα έναντι μηδενικών υποχρεώσεων.

Η Αθήνα δεν θα έχει άλλη επιλογή, άμα τη εμφανίσει του νομοσχεδίου και μετά την ψήφισή του από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, από το να οδηγήσει σε μπλοκάρισμα του συνόλου των ευρωτουρκικών σχέσεων, κάθε πολιτικού διαλόγου με την Άγκυρα και κάθε μορφής χρηματοδότησης. Διότι ένας τέτοιος νόμος δεν θα είναι απλώς ένα «casus belli» για τα 12 ν.μ., αλλά θα συνιστά μια επίσημη νομοθετημένη κρατική πολιτική ακραίας και πλήρους αμφισβήτησης και διεκδίκησης της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Back to top button