breaking newsΕλλάδα

Δεν αποτελεί επιλογή η Φινλανδοποίηση της Κύπρου

Γράφει ο Ανδρέας Θεοφάνους

Κατ΄ επανάληψιν όταν η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα στο στρατηγικό πεδίο η Τουρκία αντιδρά συστηματικά και απειλεί. Πρόσφατα η Τουρκία επέκρινε τη στρατιωτική συμφωνία Κύπρου-Γαλλίας και εκτόξευσε απειλές. Το ίδιο έγινε και με τη συνεργασία Κύπρου-Ισραήλ.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στόχος της Τουρκίας είναι ο στρατηγικός έλεγχος της Μεγαλονήσου. Γι΄ αυτό αντιδρά όταν η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθεί να αναβαθμίσει τα ερείσματα της. Η Τουρκία ελέγχει την κατεχόμενη Κύπρο. Όμως αυτό δεν της αρκεί. Επιθυμεί και στοχεύει να έχει λόγο και στις δράσεις του νόμιμου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι με αυτό το σκεπτικό που η Άγκυρα συστηματικά επικαλείται επιλεκτικά το Σύνταγμα και τις Συμφωνίες του 1960.

 

Εκφράζεται η θέση ανάμεσα σε ορισμένους κύκλους στην ελληνοκυπριακή κοινότητα ότι η Κύπρος πρέπει να αποφεύγει κινήσεις οι οποίες ενδεχομένως θα θεωρηθούν ως πρόκληση από την Τουρκία. Πέραν τούτου, οι ίδιοι κύκλοι εμφανίζονται ως υπέρμαχοι της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα ή ακόμα και της συνομοσπονδίας θεωρώντας την ελληνοκυπριακή πλευρά ως υπεύθυνη για τη μη λύση. Εν πολλοίς οι τοποθετήσεις αυτές απαλλάσσουν την κατοχική Τουρκία από τις δικές της ευθύνες για τα τεκταινόμενα στο Κυπριακό. Αξιολογώντας τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου είναι προφανές ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβη σε ουσιαστικές παραχωρήσεις. Είναι η τουρκική πλευρά που δεν ανταπέδωσε. Αντίθετα, οι όροι που έθετε και εξακολουθεί να θέτει δεν προκρίνουν ένα λειτουργικό κράτος. Πέραν τούτου, κανένα σοβαρό κράτος δεν διαπραγματεύεται την ύπαρξή του.

Σημειώνω επίσης ότι με βάση τη θεωρία των μικρών κρατών ενώ πολλές φορές η ουδετερότητα μπορεί να είναι επιθυμητή, σε περιόδους μεγάλων συγκρούσεων μια τέτοια πολιτική μπορεί να αποβεί επιζήμια. Η ουσία είναι η επιλογή συνεργασιών να γίνεται με ορθολογισμό και με βάση την αμοιβαιότητα. Επιπρόσθετα, κατανοώ τη θέση ότι η Κύπρος δεν μπορεί να γίνεται μέρος των συγκρούσεων άλλων χωρών.

Υπενθυμίζω ότι όταν η Κυπριακή Δημοκρατία αγωνιζόταν για να ενταχθεί στην ΕΕ, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ισμαήλ Τζέμ δήλωνε ότι «δεν θα υπάρχει όριο στην αντίδραση της Άγκυρας» εάν ενταχθεί στην Ένωση η “Ελληνοκυπριακή Διοίκηση”». Πολύ σωστά η Κύπρος συνέχισε την πορεία της με τη στήριξη της Ελλάδος καθώς και άλλων χωρών. Υπήρχαν και τότε φωνές που προέβαλλαν τη θέση να μην αγνοηθούν οι απειλές της Τουρκίας.

Προφανώς οι μνήμες είναι νωπές. Όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά αρνήθηκε να αποδεχθεί τους όρους παράδοσης της τουρκικής πλευράς στη Γενεύη τον Αύγουστο του 1974 ακολούθησε η επιχείρηση Αττίλας II. Αλλά και τότε που τα δεδομένα ήταν απελπιστικά η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν παρεδόθη.

Αντιλαμβάνομαι τα μεγέθη καθώς και το ισοζύγιο ή το ανισοζύγιο δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αξιολογώντας τις εισηγήσεις για την αποφυγή της ενίσχυσης των αμυντικών και άλλων ερεισμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τη ροπή για οποιαδήποτε λύση, σημειώνω ότι δια αυτών εν πολλοίς προκρίνεται η Φινλανδοποίηση της Κύπρου στην Τουρκία. Το επιχείρημα που προβάλλεται για τις θέσεις αυτές είναι «για να αποφευχθούν χειρότερα δεινά». Δεν είναι όμως λογικό να αποδεχθεί η Κύπρος να είναι υπό τον στρατηγικό έλεγχο της Άγκυρας.

Είναι προφανές ότι η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να προβάλλει μαξιμαλιστικές θέσεις. Όμως η επιδίωξη μιας διευθέτησης η οποία να βελτιώνει το status quo είναι θεμιτή. Στα πλαίσια αυτά θεωρώ σημαντική την κατάθεση κατευθυντήριων γραμμών για τη λύση καθώς και δέσμη μέτρων συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών στα πλαίσια μιας εξελικτικής διαδικασίας. Με το ίδιο σκεπτικό όλες οι προσπάθειες που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της αποτρεπτικής της ικανότητας είναι όχι μόνο θεμιτές αλλά και επιβεβλημένες. Στις στρατιωτικές συνεργασίες που γίνονται είναι σημαντικό να υπάρχει το στοιχείο της αμοιβαιότητας. Μεταξύ άλλων, για οποιεσδήποτε διευκολύνσεις παρέχονται είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και επιβεβλημένο να υπάρχουν εγγυήσεις και για την ασφάλεια της Κύπρου.

Τέλος είναι επίσης σημαντικό όπως η Κυπριακή Δημοκρατία απαιτεί από τις άλλες δυο εγγυήτριες δυνάμεις, τη Βρετανία και την Ελλάδα, να πράξουν το αυτονόητο για την ασφάλειά της. Αυτό αποτελεί συμβατική τους υποχρέωση. Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να τοποθετηθεί και η ΕΕ για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα όλων των κρατών μελών της.

Back to top button