Ένα πολεμικό περιβάλλον στο οποίο κράτη, ένοπλα κινήματα, τρομοκρατικές οργανώσεις και περιφερειακές δυνάμεις δρουν ταυτόχρονα, με τις μεταξύ τους διαχωριστικές γραμμές να γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτες, περιέγραψε η καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας Μαίρη Μπόση, κατά την παρέμβασή της στη «Ναυτεμπορική».
Η κ. Μπόση στάθηκε ιδιαίτερα στη δράση των Χούθι, στις βαθύτερες συνέπειες της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης», στον ρόλο της Τουρκίας στη Συρία, αλλά και στην ευκολία με την οποία η Δύση αλλάζει τον χαρακτηρισμό προσώπων και οργανώσεων ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντά της.
Όπως ανέφερε, στη Μέση Ανατολή δεν εξελίσσεται πλέον μία συμβατική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κρατικούς στρατούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με το Ιράν, το Ισραήλ πολεμά τη Χεζμπολάχ στο έδαφος του Λιβάνου, ενώ οι Χούθι συγκρούονται με τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ, επηρεάζοντας παράλληλα τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η ίδια επισήμανε ότι οι αραβικές χώρες του Κόλπου υφίστανται σοβαρές πιέσεις και ζητούν από την Ουάσιγκτον να επιδιώξει διπλωματική διέξοδο. Ωστόσο, όπως παρατήρησε, η διπλωματία παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη: τη μία ημέρα εμφανίζεται ενεργή και την επόμενη υποχωρεί υπό το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Οι Χούθι δεν είναι απλώς «εντολοδόχοι» του Ιράν
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Μαίρη Μπόση στους Χούθι, απορρίπτοντας την απλουστευτική εικόνα μιας οργάνωσης που ενεργεί αποκλειστικά κατόπιν εντολών της Τεχεράνης.
Υπενθύμισε ότι οι Χούθι δεν εμφανίστηκαν μετά την 7η Οκτωβρίου, αλλά δραστηριοποιούνται στρατιωτικά εδώ και χρόνια. Από το 2023 εξαπέλυαν επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους εναντίον πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ η δράση τους περιορίστηκε προσωρινά έπειτα από συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ανακοίνωση ναυτικού αποκλεισμού κατά της Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με την ανάλυσή της, δεν αποτελεί μεμονωμένη κίνηση. Στόχος είναι να πληγεί η δυνατότητα του Ριάντ να χρησιμοποιεί την Ερυθρά Θάλασσα ως εναλλακτική εμπορική δίοδο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ.
«Οι Χούθι είναι εθνικό κίνημα της Υεμένης», υπογράμμισε η καθηγήτρια, σημειώνοντας ότι η επιρροή τους όχι μόνο δεν περιορίζεται αλλά αυξάνεται. Διαθέτουν δικά τους συμφέροντα και επιδιώκουν την τελική πολιτική επικράτησή τους στην Υεμένη.
Παρότι συνεργάζονται με το Ιράν, οι στόχοι τους, κατά την κ. Μπόση, δεν είναι πρωτίστως θρησκευτικοί αλλά πολιτικοί. Η αντιπαράθεσή τους με τη Σαουδική Αραβία έχει βαθιές ρίζες στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης, κατά τον οποίο το Ριάντ υποστήριξε τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση.
Παράλληλα, οι Χούθι στηρίζουν τους Παλαιστινίους, αντιτίθενται στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ και δέχονται στρατιωτική υποστήριξη από το Ιράν. Η κ. Μπόση πρόσθεσε, πάντως, ότι τμήματα των οπλικών συστημάτων που φθάνουν στους Χούθι μέσω του Ιράν έχουν, σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες, ευρωπαϊκή προέλευση.
Από την «Αραβική Άνοιξη» στην «Αραβική Νύχτα»
Αναφερόμενη στις εμφύλιες συγκρούσεις της Υεμένης, της Συρίας και της Λιβύης, η καθηγήτρια τόνισε ότι τέτοια πολεμικά κεφάλαια δεν κλείνουν εύκολα. Κατηγόρησε, μάλιστα, τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις ότι θυμούνται αυτές τις συγκρούσεις κυρίως όταν απειλούνται τα οικονομικά και γεωπολιτικά τους συμφέροντα.
Χαρακτήρισε την «Αραβική Άνοιξη» ως «Αραβική Νύχτα», υποστηρίζοντας ότι η αρχική δυτική αντιμετώπιση των εξεγέρσεων αποκάλυψε βαθιά άγνοια για τις κοινωνίες και τις εσωτερικές ισορροπίες των αραβικών κρατών.
Κατά την ίδια, οι δυτικές χώρες αδιαφόρησαν επί δεκαετίες για τον τρόπο διακυβέρνησης αυτών των κρατών, ενώ διατήρησαν την πρόσβασή τους στους φυσικούς πόρους τους. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε, «οι αποικιοκράτες έφυγαν μένοντας», συνεχίζοντας τη χρήση και την κατάχρηση του πλούτου των πρώην αποικιών.
Τα πολιτικά και κοινωνικά κενά που δημιουργήθηκαν επέτρεψαν στη θρησκεία και ιδιαίτερα στις εξτρεμιστικές εκδοχές της να αναπτύξουν δομές «από κάτω προς τα πάνω». Αυτές οι δομές κάλυψαν ανάγκες τις οποίες αδυνατούσαν να καλύψουν τα κράτη, αποκτώντας σταδιακά κοινωνική και πολιτική ισχύ.
Ποιος είναι τρομοκράτης και ποιος «μαχητής»
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρέθηκε και η πολιτική χρήση της έννοιας της τρομοκρατίας. Η κ. Μπόση επισήμανε ότι οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα, η Αλ Νούσρα και το Ισλαμικό Κράτος γνώρισαν πολλαπλές διασπάσεις και εξαπλώθηκαν πέρα από το Ιράκ και τη Συρία, φθάνοντας μέχρι την Αφρική και τη ζώνη του Σαχέλ.
Παρά τη στρατιωτική ήττα του ISIS ως εδαφικής οντότητας, η ιδεολογία, τα δίκτυα και οι μαχητές του διαχύθηκαν σε άλλες περιοχές. Η καθηγήτρια υπενθύμισε, επίσης, ότι χιλιάδες πολίτες δυτικών χωρών ταξίδεψαν στη Μέση Ανατολή για να ενταχθούν στο Ισλαμικό Κράτος, δημιουργώντας στη συνέχεια σοβαρά προβλήματα ασφαλείας κατά την επιστροφή τους στην Ευρώπη.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά της στον ρόλο της Τουρκίας. Όπως είπε, η Άγκυρα προσέφερε σημαντική στήριξη σε ένοπλα ισλαμιστικά δίκτυα, μετατρέποντάς τα σε «χρηστικό εργαλείο» για την προώθηση των στόχων της στη Συρία και, κυρίως, για την παρεμπόδιση της δημιουργίας κουρδικής κρατικής οντότητας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταβολής των χαρακτηρισμών ανέφερε τον Άχμεντ αλ Σάρα, πρώην Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι, ο οποίος από καταζητούμενος τζιχαντιστής και επικεφαλής ένοπλης οργάνωσης μετατράπηκε σε συνομιλητή των Ηνωμένων Πολιτειών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Κατά την κ. Μπόση, η αποδοχή του αλ Σάρα από τη Δύση ουσιαστικά ανατρέπει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται η τρομοκρατία. Πρόσωπα και οργανώσεις που χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικά μπορούν να αναβαπτιστούν πολιτικά, εφόσον κρίνονται χρήσιμα για τα συμφέροντα ισχυρών κρατών.
«Η τρομοκρατία έγινε ένα εξαιρετικά χρηστικό εργαλείο», τόνισε, επισημαίνοντας ότι οι χαρακτηρισμοί χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και όχι βάσει σταθερών, αντικειμενικών κριτηρίων.
«Αφωνία, ακινησία και αδιαφορία της Ευρώπης»
Η Μαίρη Μπόση κατέληξε με μια ιδιαίτερα σκληρή αποτίμηση της ευρωπαϊκής στάσης. Μίλησε για «αφωνία», «ακινησία» και «αδιαφορία» της Ευρώπης απέναντι σε διώξεις, βιαιότητες και εγκλήματα κατά χριστιανών, Δρούζων και άλλων μειονοτήτων στη Συρία.
Όπως παρατήρησε, οι ευρωπαϊκές ανησυχίες εμφανίζονται μόνο όταν οι βιαιότητες δεν μπορούν πλέον να αποσιωπηθούν. Σύντομα, όμως, υποχωρούν όταν η Τουρκία και η νέα ηγεσία της Συρίας παρέχουν διαβεβαιώσεις ότι τα φαινόμενα είναι προσωρινά.
Η τελική διαπίστωσή της ήταν αποκαλυπτική για τη βαθιά κρίση αρχών που αντιμετωπίζει η Δύση: οι έννοιες αλλάζουν, τα εγκλήματα αξιολογούνται επιλεκτικά και τα όρια υποχωρούν μπροστά στα γεωπολιτικά συμφέροντα.
«Φαίνεται ότι δεν έχουμε όρια», κατέληξε η καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας.