Η αόρατη αποδυνάμωση μιας κοινωνίας εκ των έσω: πώς η αλλοίωση της ιστορικής μνήμης, ο έλεγχος της σκέψης και η διάβρωση της συλλογικής ταυτότητας μπορούν να μετατραπούν σε παράγοντες εθνικής ανασφάλειας.
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Εισαγωγή – Η κατάρρευση που δεν χρειάζεται στρατιωτική εισβολή
Πώς μπορεί να καταστραφεί ένας πολιτισμός χωρίς να προηγηθεί στρατιωτική εισβολή; Πώς μπορεί μια κοινωνία να χάσει σταδιακά τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ιστορική και πολιτισμική της ταυτότητα, ενώ οι πόλεις, οι θεσμοί και η οικονομική της δραστηριότητα εξακολουθούν να λειτουργούν;
Το ερώτημα συνδέεται άμεσα με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών εξελίσσεται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Η στρατιωτική ισχύς, η οικονομία, η τεχνολογία και η διπλωματία εξακολουθούν να καθορίζουν τις σχέσεις ισχύος, ενώ η πληροφορία, η πολιτισμική επιρροή και η διαμόρφωση της κοινής γνώμης έχουν αποκτήσει αυξανόμενη στρατηγική βαρύτητα.
Αφορμή για την παρούσα ανάλυση αποτέλεσε η αναφορά στην ιστορική εμπειρία της Πολωνίας και στο έργο του Πολωνού νομπελίστα Czesław Miłosz, «The Captive Mind» (Ο Αιχμάλωτος Νους), που εκδόθηκε το 1953.
Το έργο του Miłosz αποτελεί μια διεισδυτική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς κάτω από συνθήκες ολοκληρωτικής εξουσίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ιδεολογία, ο φόβος, η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής και η αναζήτηση βεβαιότητας μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την ανθρώπινη σκέψη [1].
Η ιστορική εμπειρία που περιγράφει ο Miłosz αναδεικνύει έναν μηχανισμό με ευρύτερη πολιτική και κοινωνική σημασία. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στον τρόπο με τον οποίο μια εξουσία επιβάλλει τις απόψεις της. Αφορά κυρίως τη διαδικασία μέσω της οποίας ο ίδιος ο άνθρωπος αρχίζει να προσαρμόζει τη σκέψη του στις απαιτήσεις ενός κυρίαρχου ιδεολογικού περιβάλλοντος. Όταν η εξωτερική επιβολή μετατρέπεται σε εσωτερική αποδοχή, η χειραγώγηση έχει περάσει στο βαθύτερο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης.
Czesław Miłosz και ο «Αιχμάλωτος Νους»: Η ιδεολογική υποταγή
Ο Czesław Miłosz τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1980. Έζησε από κοντά τις πολιτικές και ιδεολογικές ανατροπές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και γνώρισε την πραγματικότητα της μεταπολεμικής Πολωνίας, όπου η εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος συνοδεύτηκε από εκτεταμένο έλεγχο της πολιτικής και πνευματικής ζωής.
Στον «Αιχμάλωτο Νου» εξετάζει κυρίως τη στάση των διανοουμένων απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία. Περιγράφει ανθρώπους με πνευματική καλλιέργεια και προσωπική διαδρομή, οι οποίοι σταδιακά προσαρμόζονται στις απαιτήσεις ενός συστήματος που διεκδικεί τον έλεγχο της δημόσιας έκφρασης και της κοινωνικής σκέψης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρατήρησή του ότι η ιδεολογική επιβολή μπορεί να αποκτήσει εσωτερική αποδοχή. Η ανάγκη για ασφάλεια, επαγγελματική επιβίωση, κοινωνική αναγνώριση και ένταξη σε μια ισχυρή συλλογικότητα επηρεάζει τις επιλογές των ανθρώπων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η σταδιακή προσαρμογή μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην εγκατάλειψη προηγούμενων πεποιθήσεων.
Ο Miłosz χρησιμοποιεί δύο χαρακτηριστικές έννοιες για να περιγράψει αυτές τις διαδικασίες.
– Murti-Bing – το «χάπι» της ιδεολογικής ανακούφισης. Η έννοια προέρχεται από το μυθιστόρημα Insatiability του Πολωνού συγγραφέα Stanisław Ignacy Witkiewicz. Ο Miłosz αξιοποιεί αυτή τη λογοτεχνική μεταφορά για να περιγράψει την ψυχολογική ανακούφιση που μπορεί να προσφέρει μια νέα, ολοκληρωτική κοσμοθεωρία. Ο άνθρωπος απαλλάσσεται από την αβεβαιότητα, αποκτά ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο και αρχίζει να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από τις κατηγορίες της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η μεταφορά του «χαπιού» είναι εύστοχη επειδή παραπέμπει σε μια ουσία που καταπραΰνει την εσωτερική σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την ανάγκη για ανεξάρτητη κρίση.
– Ketman – η τέχνη της εσωτερικής απόκρυψης. Αφορά την απόκρυψη των πραγματικών πεποιθήσεων. Ο άνθρωπος εμφανίζεται να αποδέχεται την επίσημη ιδεολογία, επειδή η διαφορετική δημόσια στάση μπορεί να έχει επαγγελματικές, κοινωνικές ή προσωπικές συνέπειες. Η εσωτερική διαφωνία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο.
Οι δύο έννοιες περιγράφουν διαφορετικές όψεις της ιδεολογικής προσαρμογής. Η μία αφορά την εσωτερίκευση μιας νέας αντίληψης για τον κόσμο, ενώ η άλλη τη συνειδητή απόκρυψη των πραγματικών πεποιθήσεων.
Η ανάλυση του Miłosz στρέφει την προσοχή στον ίδιο τον άνθρωπο και στις συνθήκες που τον καθιστούν ευάλωτο στην ιδεολογική επιρροή. Η εξουσία αποκτά τη βαθύτερη επιρροή της όταν δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλλει διαρκώς τις θέσεις της, επειδή οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να αυτοπεριορίζονται ή να προσαρμόζουν εσωτερικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα [1].
Η ψυχολογία της συμμόρφωσης και η απώλεια της ανεξάρτητης κρίσης
Ο προβληματισμός του Miłosz συναντά σημαντικές προσεγγίσεις της κοινωνικής ψυχολογίας. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν τους ερευνητές είναι γιατί οι άνθρωποι συχνά προσαρμόζουν τη συμπεριφορά και τις απόψεις τους στις αντιλήψεις του περιβάλλοντός τους, ακόμη και όταν διαθέτουν διαφορετική προσωπική κρίση.
Ο κοινωνικός φιλόσοφος και ψυχαναλυτής Erich Fromm εξετάζει αυτό το ζήτημα στο έργο του Escape from Freedom (Ο Φόβος μπροστά στην Ελευθερία), που εκδόθηκε το 1941. Συνδέει την ανθρώπινη ανάγκη για ελευθερία με την ευθύνη και την αβεβαιότητα που αυτή συνεπάγεται.
Κατά τον Fromm, η αποδέσμευση από παραδοσιακούς δεσμούς και αυθεντίες μπορεί να δημιουργήσει αισθήματα απομόνωσης και ανασφάλειας. Σε τέτοιες συνθήκες, ορισμένα άτομα αναζητούν προστασία μέσα από την υποταγή σε μια ισχυρή εξουσία ή την ταύτιση με ένα αυταρχικό σύστημα. Η ανάλυσή του φωτίζει τις ψυχολογικές προϋποθέσεις που μπορούν να ευνοήσουν την αποδοχή ολοκληρωτικών μορφών εξουσίας [2].
Σημαντική συμβολή στην κατανόηση της κοινωνικής συμμόρφωσης προσφέρουν και τα πειράματα του Solomon Asch. Στην έρευνά του «Effects of Group Pressure upon the Modification and Distortion of Judgments», που δημοσιεύθηκε το 1951 ως κεφάλαιο στον συλλογικό τόμο Groups, Leadership and Men, με επιμελητή τον Harold Guetzkow, εξέτασε πώς η ομόφωνη άποψη μιας ομάδας μπορεί να επηρεάσει την κρίση του ατόμου, ακόμη και όταν η σωστή απάντηση είναι ορατή [3].
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αρκετοί συμμετέχοντες υιοθετούσαν λανθασμένες απαντήσεις, επηρεασμένοι από την πίεση της πλειοψηφίας. Η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής και ο φόβος της διαφοροποίησης μπορούν, επομένως, να επηρεάσουν την προσωπική κρίση ακόμη και σε απλές περιστάσεις [3].
Η κοινωνική συμμόρφωση αποκτά ευρύτερες συνέπειες όταν μεταφέρεται στον δημόσιο διάλογο. Όταν οι άνθρωποι διστάζουν να εκφράσουν μια τεκμηριωμένη διαφορετική άποψη, επειδή φοβούνται τον κοινωνικό αποκλεισμό ή την αρνητική αντιμετώπιση, περιορίζεται η ποιότητα της δημόσιας συζήτησης. Η σταδιακή υποχώρηση της κριτικής σκέψης επηρεάζει την παιδεία, τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει τις κρίσεις της.
Η πολιτισμική ηγεμονία και η διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης
Η πολιτική και κοινωνιολογική διάσταση του ζητήματος συνδέεται με τη σκέψη του Antonio Gramsci και την έννοια της ηγεμονίας.
Στα «Τετράδια της Φυλακής», ο Gramsci αναλύει τον τρόπο με τον οποίο μια κυρίαρχη κοινωνική ομάδα μπορεί να διαμορφώνει συναίνεση μέσα από τους θεσμούς, την εκπαίδευση, τη διανόηση και την ευρύτερη πολιτισμική ζωή. Η εξουσία αποκτά μεγαλύτερη σταθερότητα όταν οι αντιλήψεις που τη στηρίζουν ενσωματώνονται στην καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα και αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες [4].
Η έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας βοηθά να κατανοήσουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν οι ιδέες και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης. Η εκπαίδευση, η γλώσσα, τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτιστικοί θεσμοί αποτελούν πεδία όπου διαμορφώνονται αντιλήψεις για την ιστορία, την κοινωνία και τη θέση του ατόμου μέσα σε αυτήν.
Η προσέγγιση του Gramsci έχει ιδιαίτερη επικαιρότητα σε μια εποχή κατά την οποία η διάδοση ιδεών και προτύπων πραγματοποιείται με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα. Οι κοινωνίες εκτίθενται καθημερινά σε διαφορετικές πολιτικές και πολιτισμικές επιρροές, ενώ η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει σημαντικά τη δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας αντίληψης.
Το ουσιαστικό ζήτημα για κάθε κοινωνία είναι η ποιότητα της σχέσης της με την ιστορία της. Όταν οι νεότερες γενιές δεν αποκτούν επαρκή γνώση της ιστορικής διαδρομής τους, δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις αιτίες των σημερινών κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων. Η ιστορική γνώση λειτουργεί ως μέσο αξιολόγησης της πραγματικότητας και περιορίζει την ευκολία με την οποία μπορεί να επιβληθεί μια μονοδιάστατη ερμηνεία των γεγονότων.
Ιστορική μνήμη και συλλογική ταυτότητα
Ο Jan Assmann, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της πολιτισμικής μνήμης, έχει αναπτύξει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη σχέση μεταξύ ιστορίας, μνήμης και συλλογικής ταυτότητας.
Στο άρθρο του «Collective Memory and Cultural Identity», που δημοσιεύθηκε το 1995 στο επιστημονικό περιοδικό New German Critique, με μετάφραση του John Czaplicka, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες διατηρούν και μεταδίδουν γνώσεις, σύμβολα, αφηγήσεις και αξίες από γενιά σε γενιά [5].
Η πολιτισμική μνήμη δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς. Μέσα από αυτήν, τα άτομα αντιλαμβάνονται τη θέση τους σε μια ευρύτερη ιστορική διαδρομή και αποκτούν συνείδηση της σχέσης τους με τις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές.
Η ιστορική μνήμη επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει το παρόν. Η γνώση των ιστορικών εμπειριών επιτρέπει στους πολίτες να αναγνωρίζουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, να αξιολογούν πολιτικές επιλογές και να κατανοούν τις συνέπειες προηγούμενων αποφάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η Σύμβαση της UNESCO του 2003 για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Στο άρθρο 2 αναγνωρίζει ότι οι πολιτισμικές πρακτικές, οι γνώσεις, οι παραδόσεις και οι εκφράσεις που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά προσφέρουν στις κοινότητες αίσθηση ταυτότητας και ιστορικής συνέχειας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η άυλη πολιτιστική κληρονομιά αναδημιουργείται διαρκώς μέσα από την αλληλεπίδραση των κοινωνιών με το περιβάλλον και την ιστορία τους [6].
Ένας πολιτισμός παραμένει ζωντανός όταν η ιστορική του κληρονομιά μεταδίδεται και αποκτά νόημα μέσα στις νέες κοινωνικές συνθήκες. Η παιδεία, η γλώσσα, οι παραδόσεις και η πολιτιστική δημιουργία αποτελούν βασικούς φορείς αυτής της συνέχειας.
Από την πολιτισμική διάβρωση στον γνωστικό πόλεμο
Ο παραπάνω προβληματισμός συνδέεται άμεσα με τις σύγχρονες μορφές στρατηγικού ανταγωνισμού.
Η πληροφορία έχει μετατραπεί σε σημαντικό μέσο πολιτικής και γεωπολιτικής επιρροής. Η παραπληροφόρηση, η οργανωμένη διάδοση ψευδών ειδήσεων, η χειραγώγηση της δημόσιας συζήτησης και η εκμετάλλευση κοινωνικών διαιρέσεων μπορούν να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και να αποδυναμώσουν την κοινωνική συνοχή.
Το ΝΑΤΟ, μέσω της Allied Command Transformation (Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού), ανέπτυξε το 2024 ειδικό εννοιολογικό πλαίσιο μελέτης του Cognitive Warfare (Γνωστικού Πολέμου). Στη σχετική ανακοίνωση της 3ης Ιουλίου 2024 περιγράφεται η ανάγκη κατανόησης των μηχανισμών μέσω των οποίων η παραπληροφόρηση και η χειραγώγηση της αντίληψης μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη και τη συνοχή της Συμμαχίας. Η πρωτοβουλία στηρίχθηκε στη συνεργασία περισσότερων από 20 κρατών-μελών, νατοϊκών διοικήσεων, ακαδημαϊκών και ειδικών από τον ιδιωτικό τομέα [7].
Από γεωστρατηγική σκοπιά, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Ένα κράτος που αντιμετωπίζει έντονη κοινωνική πόλωση, χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς και αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης παρουσιάζει αυξημένη ευαλωτότητα σε εξωτερικές προσπάθειες επιρροής.
Η πολιτισμική ανθεκτικότητα συνδέεται, συνεπώς, με την εθνική ασφάλεια. Η ιστορική γνώση, η κριτική αξιολόγηση της πληροφορίας, η ανεξάρτητη σκέψη και η θεσμική αξιοπιστία ενισχύουν την ικανότητα μιας κοινωνίας να αντιμετωπίζει οργανωμένες προσπάθειες χειραγώγησης.
Η διάκριση, ωστόσο, είναι απαραίτητη: η πολιτισμική ανταλλαγή, η κοινωνική εξέλιξη και η ελεύθερη πολιτική αντιπαράθεση αποτελούν φυσιολογικά χαρακτηριστικά μιας ανοιχτής κοινωνίας. Η αναγνώριση οργανωμένης εχθρικής επιρροής απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία, τεκμηρίωση και αξιολόγηση των πραγματικών μηχανισμών που χρησιμοποιούνται. Η άκριτη απόδοση κάθε κοινωνικής μεταβολής σε εξωτερική παρέμβαση θα ήταν εξίσου προβληματική με την υποτίμηση υπαρκτών επιχειρήσεων επιρροής.
Η ελληνική διάσταση: Πολιτισμική αυτοσυνειδησία και εθνική ανθεκτικότητα
Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα της οποίας η ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά και σύνθετη διαδρομή.
Η αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία, η ελληνιστική περίοδος, η ορθόδοξη παράδοση, η βυζαντινή κληρονομιά και η νεότερη ελληνική ιστορία αποτελούν σημαντικές διαστάσεις αυτής της ιστορικής συνέχειας. Η γνώση τους βοηθά στην κατανόηση της διαμόρφωσης του ελληνικού πολιτισμού και της θέσης του στον ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο.
Η ελληνική ιστορία περιλαμβάνει μεγάλες δημιουργικές περιόδους, πνευματικά επιτεύγματα και σημαντικές στιγμές εθνικής ανασυγκρότησης. Περιλαμβάνει επίσης διχασμούς, πολιτικές αποτυχίες και επιλογές με σοβαρές συνέπειες. Η ουσιαστική ιστορική παιδεία οφείλει να εξετάζει όλες αυτές τις εμπειρίες, προσφέροντας στις νεότερες γενιές τη δυνατότητα να κατανοούν το παρελθόν και να αξιολογούν το παρόν.
Η δημόσια αντιπαράθεση του 2006–2007 για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευαισθησίας που περιβάλλει τη σχολική ιστορική αφήγηση. Η διαμάχη αφορούσε τον τρόπο παρουσίασης σημαντικών περιόδων της ελληνικής ιστορίας, μεταξύ των οποίων η Οθωμανική περίοδος και η Ελληνική Επανάσταση. Το βιβλίο υποστηρίχθηκε από πανεπιστημιακούς και ιστορικούς που ζητούσαν ανανέωση της ιστορικής διδασκαλίας, ενώ δέχθηκε έντονη κριτική από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς φορείς. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2007, το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε την απόσυρσή του [8].
Το δίδαγμα αυτής της υπόθεσης δεν είναι ότι κάθε αναθεώρηση της ιστορικής διδασκαλίας συνιστά αλλοίωση της μνήμης ούτε ότι η παλαιότερη σχολική αφήγηση πρέπει να παραμένει ανέγγιχτη. Είναι ότι η ιστορική εκπαίδευση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής επιβολής ή κοινωνικής πίεσης. Χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, ελευθερία έρευνας και επίγνωση της σημασίας της ιστορικής μνήμης για τη συλλογική ταυτότητα. Η μία απαίτηση δεν μπορεί να ακυρώνει την άλλη.
Εξίσου ανησυχητική είναι η εικόνα που καταγράφεται στον τομέα της αναγνωστικής επάρκειας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα PISA 2022 του ΟΟΣΑ, οι Έλληνες μαθητές ηλικίας 15 ετών συγκέντρωσαν 438 μονάδες στην ανάγνωση, έναντι μέσου όρου 476 μονάδων στις χώρες του ΟΟΣΑ. Μόνο το 62% πέτυχε τουλάχιστον το βασικό επίπεδο επάρκειας στην ανάγνωση, έναντι 74% στον ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι μόλις το 2% των μαθητών στην Ελλάδα έφθασε στο επίπεδο 5 ή υψηλότερο, έναντι 7% στον ΟΟΣΑ. Σε αυτά τα επίπεδα απαιτείται, μεταξύ άλλων, η κατανόηση εκτενών και σύνθετων κειμένων, καθώς και η διάκριση ανάμεσα σε γεγονός και άποψη [9].
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ένα σοβαρό εκπαιδευτικό έλλειμμα, το οποίο επηρεάζει την ικανότητα αξιολόγησης σύνθετων πληροφοριών. Σε μια κοινωνία όπου η ενημέρωση καταναλώνεται όλο και περισσότερο μέσα από σύντομα μηνύματα, αποσπασματικά βίντεο και αναρτήσεις χωρίς επαρκές πλαίσιο, η αδυναμία ουσιαστικής κατανόησης και αξιολόγησης ενός κειμένου αποκτά ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σημασία.
Παράλληλα, η ελληνική δημόσια σφαίρα έχει μεταφερθεί σε σημαντικό βαθμό στις ψηφιακές πλατφόρμες. Η πολιτική επικοινωνία μέσω Facebook, X, Instagram και TikTok επιτρέπει την άμεση επαφή πολιτικών και πολιτών, αλλά μεταβάλλει και τους όρους της δημόσιας συζήτησης. Η ταχύτητα διάδοσης, η συναισθηματική φόρτιση, η προσωποποίηση της πολιτικής επικοινωνίας και η συνεχής διεκδίκηση της προσοχής ευνοούν συχνά τον εντύπωσιασμό έναντι της τεκμηρίωσης.
Η παραπληροφόρηση έχει καταγραφεί στην Ελλάδα σε σημαντικά πεδία δημόσιας αντιπαράθεσης, όπως η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η τραγωδία των Τεμπών. Η χαρτογράφηση του ελληνικού τοπίου παραπληροφόρησης από το EU DisinfoLab το 2023 ανέδειξε την κυκλοφορία ψευδών ή παραπλανητικών ισχυρισμών και τη σχέση του φαινομένου με τη χαμηλή εμπιστοσύνη στα μέσα ενημέρωσης [10]. Η καταγραφή αυτή τεκμηριώνει ένα προβληματικό περιβάλλον πληροφόρησης. Δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι κάθε σχετική ενέργεια οργανώθηκε ή κατευθύνθηκε από ξένο κρατικό φορέα.
Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης για την εθνική ασφάλεια. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ και της παρουσίας της σε μια περιοχή έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου περιβάλλοντος πληροφοριακών πιέσεων. Οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (EEAS) για τη χειραγώγηση της πληροφορίας και την ξένη παρέμβαση καταγράφουν την οργανωμένη δραστηριότητα ξένων παραγόντων στον ευρωπαϊκό χώρο, με στόχο την ενίσχυση της πόλωσης, την υπονόμευση της εμπιστοσύνης και την αποδυνάμωση της θεσμικής αξιοπιστίας [11].
Η ελληνική πολιτεία οφείλει να εξετάζει με σοβαρότητα το ενδεχόμενο τέτοιων ενεργειών, να αναπτύσσει μηχανισμούς έγκαιρης αναγνώρισης και να ενισχύει τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών. Χρειάζεται, όμως, τεκμηρίωση πριν από κάθε απόδοση ευθύνης. Η υπερβολική ή ατεκμηρίωτη επίκληση ξένης παρέμβασης μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της ίδιας της προσπάθειας προστασίας της κοινωνίας.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό πολιτισμικό κεφάλαιο, αλλά η αξιοποίησή του δεν είναι αυτονόητη. Η γλώσσα, η ιστορία, η παιδεία, η πολιτιστική δημιουργία και η ιστορική εμπειρία μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές συνοχής και ήπιας ισχύος, εφόσον μεταδίδονται με τρόπο ζωντανό, τεκμηριωμένο και ουσιαστικό. Η πολιτισμική κληρονομιά δεν προστατεύεται με επετειακές αναφορές και συνθήματα. Προστατεύεται όταν αποτελεί ενεργό μέρος της παιδείας, της δημόσιας ζωής και της κοινωνικής αυτογνωσίας.
Η άμυνα ενός πολιτισμού αρχίζει από την παιδεία
Η διαφύλαξη της πολιτισμικής ταυτότητας απαιτεί συγκεκριμένη πολιτική, θεσμική οργάνωση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η Ελλάδα χρειάζεται να αντιμετωπίσει την πληροφοριακή χειραγώγηση ως ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας και εθνικής ανθεκτικότητας, χωρίς να μετατρέψει την αντιμετώπισή της σε μηχανισμό κρατικού ελέγχου της δημόσιας έκφρασης.
Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχουν τρεις συγκεκριμένες παρεμβάσεις:
- Πρώτον: Δημιουργία μόνιμου εθνικού μηχανισμού συντονισμού για την αντιμετώπιση της ξένης πληροφοριακής χειραγώγησης.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν διαρκή μηχανισμό διακλαδικού και διυπουργικού συντονισμού, με πολιτική εποπτεία και σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες. Η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης θα μπορούσε να αποτελέσει τον πολιτικό και επικοινωνιακό πυρήνα του συντονισμού, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, την ΕΥΠ, την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας και τις αρμόδιες υπηρεσίες άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.
Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να διαθέτει δυνατότητες παρακολούθησης τάσεων, διασταύρωσης πληροφοριών, αξιολόγησης περιστατικών, έγκαιρης προειδοποίησης και ενημέρωσης των αρμόδιων κρατικών οργάνων. Η λειτουργία του πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης, με διάκριση μεταξύ οργανωμένης ξένης παρέμβασης, εγχώριας πολιτικής αντιπαράθεσης, δημοσιογραφικού λάθους και απλής κυκλοφορίας ανακριβών πληροφοριών.
Η ΕΥΠ έχει σαφή και ουσιαστικό ρόλο όταν υπάρχουν ενδείξεις δραστηριότητας ξένων κρατικών ή άλλων οργανωμένων παραγόντων που απειλούν την εθνική ασφάλεια. Η αποστολή της αφορά τη συλλογή, ανάλυση και αξιοποίηση πληροφοριών για την πρόληψη και αντιμετώπιση απειλών κατά της χώρας και του δημοκρατικού πολιτεύματος [12]. Δεν αφορά τον έλεγχο των πολιτικών απόψεων των πολιτών ή την επιτήρηση της νόμιμης δημόσιας αντιπαράθεσης. Η διάκριση αυτή πρέπει να είναι απολύτως σαφής, τόσο θεσμικά όσο και επιχειρησιακά.
- Δεύτερον: Εισαγωγή ουσιαστικής παιδείας στα μέσα ενημέρωσης και στην ψηφιακή πληροφορία στο σχολείο.
Η Media Literacy (Παιδεία στα Μέσα) δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικές συστάσεις για ασφαλή χρήση του διαδικτύου. Χρειάζεται οργανωμένη διδασκαλία, με πρακτικές ασκήσεις που θα εκπαιδεύουν τους μαθητές να εξετάζουν την προέλευση μιας είδησης, να αναγνωρίζουν τον δημιουργό και τον χρηματοδότη ενός περιεχομένου, να ελέγχουν την αξιοπιστία των πηγών, να διασταυρώνουν φωτογραφίες και βίντεο και να εντοπίζουν τεχνικές συναισθηματικής χειραγώγησης.
Η εκπαίδευση πρέπει να περιλαμβάνει επίσης την αναγνώριση περιεχομένου που έχει παραχθεί ή τροποποιηθεί με τεχνητή νοημοσύνη, την κατανόηση των αλγορίθμων των ψηφιακών πλατφορμών και τη διάκριση μεταξύ γεγονότος, σχολίου, ερμηνείας και προπαγάνδας. Η ιστορική παιδεία πρέπει να συνδεθεί με αυτή τη διαδικασία, ώστε οι μαθητές να μπορούν να εξετάζουν κριτικά τις ιστορικές αφηγήσεις χωρίς να αποκόπτονται από την ιστορική συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού.
Η Ελλάδα έχει ήδη θεσμοθετήσει με τον ν. 5253/2025 την Εθνική Στρατηγική για την Παιδεία στα Μέσα. Επιπλέον, το 2026 συγκροτήθηκε στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης γνωμοδοτική επιτροπή με αποστολή την κατάρτιση σχετικής πρότασης στρατηγικής [13]. Το ζητούμενο πλέον είναι η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή: επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ενσωμάτωση της σχετικής ύλης στα σχολικά προγράμματα, συνεργασία με πανεπιστήμια και ανεξάρτητους οργανισμούς ελέγχου γεγονότων και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
- Τρίτον: Συστηματική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, με παράλληλη ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων.
Η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει ενεργότερα στις ευρωπαϊκές και νατοϊκές διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών, αξιολόγησης απειλών και ανάπτυξης μεθόδων αντιμετώπισης της ξένης πληροφοριακής χειραγώγησης.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, το European Digital Media Observatory (EDMO – Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ψηφιακών Μέσων) και ο μεσογειακός κόμβος MedDMO, στον οποίο συμμετέχουν η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα, προσφέρουν δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ ερευνητών, δημοσιογράφων, ειδικών στην επαλήθευση πληροφοριών και ακαδημαϊκών φορέων [14]. Η αξιοποίησή τους μπορεί να ενισχύσει την έγκαιρη αναγνώριση εκστρατειών παραπληροφόρησης και την κατανόηση των ιδιαίτερων ευπαθειών του ελληνικού πληροφοριακού περιβάλλοντος.
Στο ΝΑΤΟ, η συνεργασία πρέπει να συνδεθεί με την ανάπτυξη του γνωστικού πεδίου επιχειρήσεων, τις εργασίες της Allied Command Transformation και τις σχετικές δομές εκπαίδευσης, έρευνας και ανάπτυξης δυνατοτήτων. Η Ελλάδα οφείλει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση κοινών προσεγγίσεων, να αξιοποιεί την ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ συμμάχων και να αναπτύσσει εξειδικευμένη κατάρτιση στελεχών. Η συνεργασία αυτή δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει τη διαχείριση της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Η προστασία της κοινωνίας και η θεσμική ευθύνη παραμένουν εθνική αρμοδιότητα.
Οι τρεις αυτές παρεμβάσεις πρέπει να στηρίζονται σε μια κοινή αρχή: η ανθεκτικότητα μιας δημοκρατίας δεν οικοδομείται με την επιβολή μιας επίσημης αλήθειας, αλλά με την ικανότητα των πολιτών να αναγνωρίζουν την αλήθεια μέσα σε ένα περιβάλλον οργανωμένης παραπλάνησης.
Η αξιοπιστία των θεσμών είναι εξίσου σημαντική. Όταν η πολιτεία λειτουργεί με διαφάνεια, λογοδοσία και συνέπεια, περιορίζει το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται η καχυποψία, η πόλωση και η κοινωνική αποξένωση. Η καλύτερη άμυνα απέναντι στην προπαγάνδα είναι μια κοινωνία που έχει λόγους να εμπιστεύεται τους θεσμούς της, αλλά διατηρεί ταυτόχρονα το δικαίωμα και την ικανότητα να τους ελέγχει.
Η πολιτισμική ανθεκτικότητα απαιτεί, επομένως, ιστορική γνώση, ισχυρή παιδεία, ελεύθερο δημόσιο διάλογο και θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Αυτές είναι οι πραγματικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της εθνικής αυτονομίας.
Συμπέρασμα – Η μεγαλύτερη ήττα μπορεί να προηγηθεί της στρατιωτικής
Η ιστορική εμπειρία που αναδεικνύει ο Czesław Miłosz, σε συνδυασμό με τις προσεγγίσεις των Fromm, Asch, Gramsci και Assmann, οδηγεί σε μια ουσιαστική διαπίστωση: η πολιτική και στρατηγική ισχύς ενός κράτους συνδέεται και με την ικανότητα της κοινωνίας του να διατηρεί την πνευματική της αυτονομία.
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις, ισχυρή οικονομία, προηγμένη τεχνολογία και διεθνείς συμμαχίες. Εάν, όμως, η κοινωνία του έχει χάσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αδυνατεί να διακρίνει την πληροφορία από τη χειραγώγηση και αντιμετωπίζει την ιστορία της ως κάτι ξένο ή αδιάφορο, τότε δημιουργούνται σοβαρά κενά στην εθνική του ανθεκτικότητα.
Για την Ελλάδα, η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις περί ιστορικής συνέχειας και πολιτισμικής κληρονομιάς. Απαιτείται εθνικός σχεδιασμός, θεσμικός συντονισμός, ουσιαστική αναβάθμιση της παιδείας και αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι ευρωπαϊκές και νατοϊκές συνεργασίες. Απαιτείται, πάνω απ’ όλα, πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των πραγματικών αδυναμιών της ελληνικής κοινωνίας.
Η μεγαλύτερη ήττα ενός κράτους μπορεί να αρχίσει πολύ πριν εμφανιστεί στο πεδίο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αρχίζει όταν οι πολίτες του χάνουν την ικανότητα να κρίνουν, όταν η ιστορική μνήμη μετατρέπεται σε κενό περιεχόμενο και όταν η κοινωνία παύει να αναγνωρίζει την αξία της πνευματικής της ελευθερίας.
Ένας πολιτισμός προστατεύεται όχι επειδή επικαλείται διαρκώς το ένδοξο παρελθόν του αλλά όταν γνωρίζει την ιστορία του χωρίς να φοβάται την κριτική εξέτασή της, όταν μεταδίδει τις αξίες του χωρίς να καταργεί την ελευθερία της σκέψης και όταν διαθέτει θεσμούς ικανούς να υπερασπίζονται τη δημοκρατία και την εθνική του ανεξαρτησία.
Η πραγματική άμυνα της Ελλάδας αρχίζει από τη συνείδηση των πολιτών της. Και η συνείδηση αυτή διαμορφώνεται από την παιδεία, την ιστορική γνώση, την ελευθερία και την ευθύνη. Εάν δεν επενδύσουμε σε αυτά σήμερα, αύριο μπορεί να διαπιστώσουμε ότι έχουμε διατηρήσει τα σύμβολα του πολιτισμού μας, αλλά έχουμε αποδυναμώσει εκείνο που τους δίνει νόημα.
Βιβλιογραφία – Πηγές
[1] Czesław Miłosz, The Captive Mind, New York: Alfred A. Knopf, 1953.
[2] Erich Fromm, Escape from Freedom, New York: Farrar & Rinehart, 1941.
[3] Solomon E. Asch, “Effects of Group Pressure upon the Modification and Distortion of Judgments”, στο Harold Guetzkow (ed.), Groups, Leadership and Men: Research in Human Relations, Pittsburgh: Carnegie Press, 1951, pp. 177–190.
[4] Antonio Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, ed. and trans. Quintin Hoare and Geoffrey Nowell Smith, New York: International Publishers, 1971.
[5] Jan Assmann, “Collective Memory and Cultural Identity”, translated by John Czaplicka, New German Critique, No. 65, Spring–Summer 1995, pp. 125–133. https://doi.org/10.2307/488538
[6] UNESCO, Convention for the Safeguarding of the Intangible Cultural Heritage, Paris, 17 October 2003, Article 2. https://ich.unesco.org/en/convention
[7] NATO Allied Command Transformation, “Allied Command Transformation develops the Cognitive Warfare Concept to Combat Disinformation and Defend Against ‘Cognitive Warfare’”, 3 July 2024. https://www.act.nato.int/article/cogwar-concept/
[8] Kathimerini, “History schoolbook axed”, 26 September 2007. https://www.ekathimerini.com/news/52129/history-schoolbook-axed/
[9] OECD, PISA 2022 Results – Country Note: Greece, 5 December 2023. https://www.oecd.org/en/publications/pisa-2022-results-volume-i-and-ii-country-notes_ed6fbcc5-en/greece_a24e696b-en.html
[10] EU DisinfoLab, The Disinformation Landscape in Greece, 26 June 2023. https://www.disinfo.eu/publications/disinformation-landscape-in-greece/
[11] European External Action Service (EEAS), 4th EEAS Annual Report on Foreign Information Manipulation and Interference Threats, 12 March 2026. https://www.eeas.europa.eu/eeas/4th-eeas-annual-report-foreign-information-manipulation-and-interference-threats_en
[12] National Intelligence Service (EYP), Our Mission and Competences, επίσημη παρουσίαση αποστολής και αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας. https://www.nis.gr/en/agency/mission-and-responsibilities
[13] Ελληνική Δημοκρατία, Ν. 5253/2025, άρθρο 39, «Εθνική Στρατηγική για την Παιδεία στα Μέσα». Βλ. επίσης Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, «Συγκροτήθηκε στη ΓΓΕΕ η Γνωμοδοτική Επιτροπή για την Παιδεία στα Μέσα», 2026. https://media.gov.gr/sygkrotithike-sti-ngee-i-gnomodotiki-epitropi-gia-tin-paideia-sta-mesa/
[14] European Commission, European Digital Media Observatory (EDMO), και Mediterranean Digital Media Observatory (MedDMO), επίσημη παρουσίαση του μεσογειακού κόμβου για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα. https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/european-digital-media-observatory και https://meddmo.eu/about-us/meddmo-at-a-glance/