Σήμα κινδύνου για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά εξέπεμψε ο Κώστας Σταμπολής, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», περιγράφοντας μια κρίση που, όπως υπογράμμισε, δεν περιορίζεται πλέον σε ένα καύσιμο ή μία γεωγραφική περιοχή. Πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πετρελαϊκά προϊόντα και μεταφορές πιέζονται ταυτόχρονα, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Ο Κώστας Σταμπολής χαρακτήρισε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί «πολυεπίπεδη κρίση», σημειώνοντας ότι, κατά την εκτίμησή του, είναι η πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που η διεθνής ενεργειακή αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με τόσα διαφορετικά σημεία ανάφλεξης ταυτόχρονα.
Αναφέρθηκε στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και στην αυξανόμενη αστάθεια στην Αφρική, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα τις ενεργειακές ροές και τη δυνατότητα των αγορών να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες.
«Αυτή τη στιγμή άμεσα έχουμε πρόβλημα και το πρόβλημα αυτό λέγεται έλλειψη προμήθειας», ήταν το βασικό μήνυμα της παρέμβασής του.
«Έλλειψη σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και προϊόντα»
Σύμφωνα με τον κ. Σταμπολή, το πρόβλημα έχει πλέον τρεις διαστάσεις: περιορισμένη προσφορά αργού πετρελαίου, προβλήματα στην τροφοδοσία φυσικού αερίου και έλλειψη συγκεκριμένων πετρελαϊκών προϊόντων.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι, όπως τόνισε, η Ευρώπη, καθώς μεγάλο μέρος των προϊόντων που καταναλώνει προέρχεται από εισαγωγές.
Ο ίδιος απέδωσε μέρος αυτής της εξάρτησης στη συρρίκνωση της ευρωπαϊκής διυλιστικής βιομηχανίας. Όπως υποστήριξε, την τελευταία 15ετία η διυλιστική ικανότητα της Ευρώπης έχει περιοριστεί κατά περίπου 35%, με περισσότερα από 30 διυλιστήρια να έχουν κλείσει.
Για την εξέλιξη αυτή έδειξε προς τις ευρωπαϊκές φορολογικές, χωροταξικές και περιβαλλοντικές πολιτικές, υποστηρίζοντας ότι το κανονιστικό περιβάλλον περιόρισε την κερδοφορία και συνεπώς τη δυνατότητα πραγματοποίησης νέων επενδύσεων.
Η ελληνική εξαίρεση
Στον αντίποδα, παρουσίασε την Ελλάδα ως εξαίρεση στο ευρωπαϊκό σκηνικό.
Όπως εξήγησε, οι μεγάλοι ελληνικοί διυλιστηριακοί όμιλοι προχώρησαν εγκαίρως σε επενδύσεις και εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους, με αποτέλεσμα η χώρα να διαθέτει σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, παραγωγική δυναμικότητα περίπου 550.000 βαρελιών ημερησίως.
Πρόσθεσε ότι περίπου το 60% της παραγωγής εξάγεται, γεγονός που επιβάλλει τη διατήρηση σημαντικών αποθεμάτων.
Το μειονέκτημα, ωστόσο, παραμένει η τιμή στην αντλία. Ο κ. Σταμπολής απέδωσε μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης στην υψηλή φορολογία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η μεγάλη άνοδος του αργού πετρελαίου περνά αναπόφευκτα και στο κόστος των διυλιστηρίων.
Έλλειμμα έως 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της ανάλυσής του αφορούσε τις ποσότητες πετρελαίου που λείπουν σήμερα από τη διεθνή αγορά.
Με βάση τους υπολογισμούς που παρουσίασε, υπό κανονικές συνθήκες περνούσαν από την κρίσιμη περιοχή του Κόλπου περίπου 20-22 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Με τις σημερινές συνθήκες, τις εναλλακτικές διαδρομές, τη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων και την υποχώρηση της ζήτησης, ο ίδιος υπολόγισε ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα ημερήσιο έλλειμμα περίπου 5 έως 8 εκατομμυρίων βαρελιών.
«Γι’ αυτό και οι τιμές είναι υψηλές. Δεν είναι υψηλές επειδή υπάρχει κερδοσκοπία», υπογράμμισε.
Δεκαπλασιάστηκαν οι ναύλοι
Στο ενεργειακό κόστος προστίθεται πλέον και η τεράστια αύξηση των θαλάσσιων μεταφορών.
Ο Κώστας Σταμπολής ανέφερε ότι για τα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια τύπου VLCC, χωρητικότητας περίπου δύο εκατομμυρίων βαρελιών, οι ναύλοι έχουν δεκαπλασιαστεί σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν υπάρχουν εναλλακτικοί προμηθευτές —όπως η Ινδία ή η Βραζιλία— η μεταφορά προς την Ευρώπη απαιτεί μεγαλύτερο χρόνο και πολύ υψηλότερο κόστος.
Χαρακτηριστικά σημείωσε ότι ένα ταξίδι από την Ινδία προς την Ευρώπη μπορεί να απαιτήσει περίπου 30-35 ημέρες.
Ο κίνδυνος από ενδεχόμενο αμερικανικό «φρένο»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα πετρελαϊκά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, περισσότερο από το 30% συγκεκριμένου προϊόντος που καταναλώνεται στην Ευρώπη εισάγεται σήμερα από τις ΗΠΑ.
Προειδοποίησε ότι ενδεχόμενος περιορισμός των αμερικανικών εξαγωγών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα ακραία άνοδο των διεθνών τιμών.
Παράλληλα, σημείωσε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να λειτουργήσει αντίθετα από τον επιδιωκόμενο στόχο ακόμη και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς η μείωση της παραγωγής των αμερικανικών διυλιστηρίων θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές των καυσίμων και για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Μικρή ανάσα στο φυσικό αέριο
Από την άλλη πλευρά, ο κ. Σταμπολής εντόπισε μια πρώτη θετική ένδειξη στην αγορά φυσικού αερίου.
Όπως ανέφερε, η τιμή στον ολλανδικό κόμβο TTF είχε υποχωρήσει από περίπου 82 ευρώ/MWh στα 72 ευρώ/MWh, με πτωτική τάση.
Την αποκλιμάκωση συνέδεσε με τη διέλευση αριθμού φορτίων LNG τις προηγούμενες ημέρες, εξέλιξη η οποία έδωσε προσωρινά «ανάσα» στην αγορά.
Έσπευσε, ωστόσο, να επισημάνει ότι δεν πρόκειται ακόμη για επιστροφή σε κανονικές συνθήκες τροφοδοσίας.
Η Τουρκία και το επόμενο βήμα στα πυρηνικά
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Κώστας Σταμπολής αναφέρθηκε στη συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας στον χώρο των μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων (SMR).
Υπογράμμισε ότι η Τουρκία έχει ήδη εισέλθει στον πυρηνικό ενεργειακό κύκλο και εκτίμησε ότι τα επόμενα χρόνια μπορεί να διαθέτει συνολικά περίπου 10-12 GW εγκατεστημένης πυρηνικής ισχύος, εφόσον υλοποιηθούν τα σχέδια για πρόσθετους μεγάλους σταθμούς.
Για τους SMR εξήγησε ότι πρόκειται για μονάδες ισχύος περίπου 300 MW, έναντι περίπου 1.000 MW ενός συμβατικού μεγάλου αντιδραστήρα, με βασικό πλεονέκτημα τη δυνατότητα βιομηχανικής κατασκευής επιμέρους τμημάτων και συναρμολόγησής τους επί τόπου.
Αυτό, όπως είπε, μπορεί να περιορίσει τόσο το κόστος όσο και τον χρόνο κατασκευής.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η τεχνολογία αυτή δεν έχει ακόμη ωριμάσει πλήρως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο κ. Σταμπολής χαρακτήρισε την αμερικανοτουρκική συμφωνία κίνηση με «καθαρά διπλωματικό αποτύπωμα καλών σχέσεων», η οποία ενισχύει τη σύνδεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας.
Το συνολικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η σημερινή ενεργειακή κρίση δεν αποτελεί ένα προσωρινό επεισόδιο μίας μόνο αγοράς, αλλά ένα πλέγμα γεωπολιτικών, παραγωγικών και μεταφορικών προβλημάτων, το οποίο κρατά την Ευρώπη σε κατάσταση αυξημένης ενεργειακής αβεβαιότητας.