breaking newsΕλλάδα

Η διεθνής νομολογία για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα που αφορά την Ελλάδα: Τι δείχνουν 15 υποθέσεις οριοθέτησης και ποια είναι τα μηνύματα για την Τουρκία

Η διεθνής δικαστική πρακτική στις θαλάσσιες οριοθετήσεις βρίσκεται στο επίκεντρο ανάρτησης του λογαριασμού «Λοχίας Λίνκολν Όσιρις» (@LinconOsiris2) στην πλατφόρμα X.

Ο συντάκτης παρουσιάζει ένα νήμα 25 αναρτήσεων, στο οποίο, σύμφωνα με την εισαγωγική του τοποθέτηση, συγκεντρώνει τις οριοθετήσεις που προέκυψαν από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) και του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS), κατά την περίοδο 1994–2026.

Στην ανάρτηση γίνεται λόγος για 15 υποθέσεις, εκ των οποίων 11 αποδίδονται στο ICJ και τέσσερις στο ITLOS.

Ο συγκεκριμένος αριθμός δεν μπορεί ακόμη να επιβεβαιωθεί χωρίς τον πλήρη κατάλογο και τα κριτήρια καταμέτρησης που χρησιμοποιεί ο συντάκτης. Οι επίσημες καταγραφές του ITLOS περιλαμβάνουν τρεις κύριες υποθέσεις δικαστικής οριοθέτησης: Μπανγκλαντές–Μιανμάρ, Γκάνα–Ακτή Ελεφαντοστού και Μαυρίκιος–Μαλδίβες.

Ωστόσο, οι τρεις χάρτες που συνοδεύουν την ανάρτηση επιτρέπουν να εξεταστούν ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές αποφάσεις.

Νικαράγουα–Κολομβία: Τα νησιά διατηρούν δικαιώματα, αλλά δεν καθορίζουν πάντοτε ολόκληρη την οριοθέτηση

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 2012 για τη διαφορά Νικαράγουας–Κολομβίας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση διαχωρισμού του ζητήματος της κυριαρχίας επί νησιών από το ζήτημα της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε την κολομβιανή κυριαρχία σε συγκεκριμένα νησιά και θαλάσσιους σχηματισμούς της Καραϊβικής, αλλά κατά την οριοθέτηση έλαβε υπόψη τη γεωγραφική σχέση τους με τις εκτεταμένες ηπειρωτικές ακτές της Νικαράγουας.

Στη διαδικασία εφαρμόστηκε η μεθοδολογία των τριών σταδίων: αρχική προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, εξέταση σχετικών περιστάσεων που δικαιολογούν προσαρμογές και τελικός έλεγχος για ενδεχόμενη έντονη δυσαναλογία.

Ορισμένα νησιωτικά συμπλέγματα διατήρησαν χωριστές θαλάσσιες ζώνες, χωρίς όμως να επεκταθεί απεριόριστα η επίδρασή τους στον καθορισμό της συνολικής οριοθέτησης.

Για την Ελλάδα, η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς καταδεικνύει ότι η αναγνώριση κυριαρχίας και θαλάσσιων δικαιωμάτων σε ένα νησί δεν συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη επήρεια σε κάθε συγκεκριμένη οριοθέτηση.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η απόφαση μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η γεωγραφία, οι σχετικές ακτές και οι περιστάσεις κάθε διαφοράς εξετάζονται ξεχωριστά.

Μπαχρέιν–Κατάρ: Η σημασία της κυριαρχίας στα νησιά και της μέσης γραμμής

Η δεύτερη υπόθεση αφορά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2001 για τη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Μπαχρέιν και Κατάρ.

Το Δικαστήριο εξέτασε ζητήματα κυριαρχίας επί νησιών και μικρότερων θαλάσσιων σχηματισμών και προχώρησε στον καθορισμό ενιαίου θαλάσσιου ορίου.

Αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, την κυριαρχία του Μπαχρέιν στα νησιά Χαουάρ και στο Qit’at Jaradah, ενώ το νησί Janan αποδόθηκε στο Κατάρ.

Για την οριοθέτηση χρησιμοποιήθηκε ως αφετηρία η μέση γραμμή, με εξέταση των ιδιαίτερων γεωγραφικών περιστάσεων και των επιπτώσεων μικρών σχηματισμών στην τελική χάραξη.

Η συγκεκριμένη απόφαση παρουσιάζει ενδιαφέρον για την ελληνική συζήτηση, διότι αναδεικνύει τη νομική σημασία των νησιών και των θαλάσσιων σχηματισμών, αλλά και τη διάκριση ανάμεσα στην κυριαρχία επί ενός εδάφους και στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει μια θαλάσσια οριοθέτηση.

Το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την αντίληψη ότι οι μικροί νησιωτικοί σχηματισμοί στερούνται εκ προοιμίου σημασίας. Αντίθετα, εξέτασε τη νομική τους φύση, την κυριαρχία και τη γεωγραφική τους θέση.

Μπανγκλαντές–Μιανμάρ: Το κρίσιμο προηγούμενο για την επήρεια των νησιών

Η τρίτη απόφαση, που αποτυπώνεται στους χάρτες της ανάρτησης, αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Μπανγκλαντές και Μιανμάρ στον Κόλπο της Βεγγάλης.

Στις 14 Μαρτίου 2012, το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας εξέδωσε απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για τη μεθοδολογία οριοθέτησης της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα ήταν η αντιμετώπιση του νησιού Σεν Μάρτιν (St. Martin’s Island), το οποίο ανήκει στο Μπανγκλαντές αλλά βρίσκεται κοντά στις ακτές της Μιανμάρ.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε στο νησί την προβλεπόμενη επίδραση στην οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων.

Ωστόσο, δεν του απέδωσε αντίστοιχη επίδραση στην οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, επειδή έκρινε ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε δυσανάλογη παραμόρφωση της θαλάσσιας οριογραμμής.

Η απόφαση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάκρισης μεταξύ του δικαιώματος ενός νησιού να διαθέτει θαλάσσιες ζώνες και της επίδρασης που ασκεί κατά την οριοθέτησή τους με ένα άλλο κράτος.

Για την ελληνική πλευρά, η υπόθεση έχει διπλό ενδιαφέρον. Αφενός επιβεβαιώνει ότι τα νησιά δεν παρακάμπτονται αυτομάτως κατά την οριοθέτηση. Αφετέρου αποδεικνύει ότι η τελική επήρειά τους μπορεί να επηρεάζεται από τη γεωγραφία και την ανάγκη επίτευξης δίκαιης λύσης.

Τι σημαίνει η νομολογία για τις ελληνοτουρκικές διαφορές

Το βασικό ζήτημα για την Ελλάδα είναι η διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη θαλάσσιων δικαιωμάτων και στην έκταση της επήρειας ενός νησιού όταν απαιτείται οριοθέτηση με γειτονικό κράτος.

Η ελληνική θέση στηρίζεται στο άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Σύμφωνα με αυτό, τα νησιά διαθέτουν κατ’ αρχήν αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, υπό τις προϋποθέσεις της Σύμβασης. Εξαίρεση αποτελούν οι βράχοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, οι οποίοι δεν έχουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα.

Η Τουρκία, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι κατά την οριοθέτηση πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη η γεωγραφική διαμόρφωση, το μήκος των ακτών και οι ειδικές περιστάσεις, επιδιώκοντας περιορισμένη επήρεια για ελληνικά νησιά.

Η ελληνική θέση είναι ότι όλα τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, και ότι η οριοθέτηση πρέπει να βασίζεται στη μέση γραμμή και στις εφαρμοστέες διεθνείς διατάξεις.

Η διεθνής νομολογία δεν παρέχει μια ενιαία απάντηση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτομάτως σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά.

Οι αποφάσεις εξετάζουν τη συγκεκριμένη γεωγραφία, τις αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, τη θέση των νησιών και την αναλογικότητα του τελικού αποτελέσματος.

Αυτό σημαίνει ότι η επίκληση μιας απόφασης στην οποία νησί έλαβε μειωμένη επήρεια δεν επαρκεί για να θεμελιώσει αντίστοιχο αποτέλεσμα στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αντίστοιχα, η γενική αναγνώριση θαλάσσιων δικαιωμάτων στα νησιά δεν προδικάζει ότι αυτά θα έχουν πάντοτε πλήρη επήρεια σε μια δικαστική οριοθέτηση.

Το μεγάλο ερώτημα: Μπορεί η Ελλάδα να προσφύγει στη Χάγη;

Η μελέτη των διεθνών αποφάσεων αναδεικνύει και ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα: την ίδια τη δυνατότητα δικαστικής επίλυσης της ελληνοτουρκικής διαφοράς.

Η Ελλάδα είχε ήδη προσφύγει μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στις 10 Αυγούστου 1976 για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Το Δικαστήριο, όμως, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1978, έκρινε ότι δεν διέθετε δικαιοδοσία για την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

Η απόφαση δεν δικαίωσε τις τουρκικές θέσεις για την υφαλοκρηπίδα ούτε απέρριψε τις ελληνικές ως προς την ουσία. Περιορίστηκε στο ζήτημα της δικαιοδοσίας.

Σήμερα, η ουσιαστική διαφορά παραμένει ότι η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί τη γενική υποχρεωτική δικαιοδοσία του ICJ. Συνεπώς, για μια κοινή προσφυγή απαιτείται κατά κανόνα ειδική συμφωνία, το λεγόμενο συνυποσχετικό, που θα προσδιορίζει το αντικείμενο της διαφοράς.

Αυτό αποτελεί κεντρικό στοιχείο της συζήτησης, καθώς η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ως αντικείμενο προς οριοθέτηση την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, ενώ η Άγκυρα θέτει ευρύτερα ζητήματα στις διμερείς σχέσεις.

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τους τρεις χάρτες

Η ανάρτηση του «Λοχία Λίνκολν Όσιρις» προσφέρει αφορμή για να εξεταστεί η πρακτική των διεθνών δικαστηρίων, πέρα από τις γενικές πολιτικές διακηρύξεις που συχνά κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση.

Από τις συγκεκριμένες αποφάσεις προκύπτουν τρεις βασικές διαπιστώσεις.

Πρώτον, η κυριαρχία σε ένα νησί και η αναγνώριση των θαλάσσιων δικαιωμάτων του αποτελούν διαφορετικό νομικό ζήτημα από τον προσδιορισμό της επήρειάς του κατά την οριοθέτηση.

Δεύτερον, η μέση γραμμή ή η ίση απόσταση αποτελεί σημαντική αφετηρία στη σύγχρονη νομολογία, αλλά μπορεί να υποστεί προσαρμογές εφόσον συντρέχουν σχετικές περιστάσεις.

Τρίτον, δεν υπάρχει δικαστικός κανόνας που να εξασφαλίζει εκ των προτέρων πλήρη ή μειωμένη επήρεια για όλα τα νησιά, ανεξάρτητα από το μέγεθος, τη θέση και τη γεωγραφία τους.

Για την Ελλάδα, επομένως, η συστηματική μελέτη της νομολογίας είναι απαραίτητη όχι μόνο για την τεκμηρίωση των δικαιωμάτων της, αλλά και για την ακριβή αξιολόγηση των νομικών και διπλωματικών παραμέτρων μιας ενδεχόμενης διαδικασίας οριοθέτησης.

Η διεθνής δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με έναν προκαθορισμένο χάρτη. Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της.

Back to top button