Σαφές μήνυμα κινδύνου για τα εθνικά θέματα έστειλε ο Σάββας Καλεντερίδης, μιλώντας στη Ναυτεμπορική, όπου ανέλυσε τις εξελίξεις σε Ιράν, Λίβανο, Αλβανία και ελληνοτουρκικά, με ιδιαίτερη έμφαση στο νομοσχέδιο της Τουρκίας για τη θεσμοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ο γνωστός αναλυτής εκτίμησε ότι οι Ιρανοί παραμένουν «πολύ σκληροί διαπραγματευτές», παρά τα σοβαρά πλήγματα που έχει δεχθεί το κράτος τους, αλλά και τα μεγάλα προβλήματα στην οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών. Όπως ανέφερε, η διαδικασία ανταλλαγής μηνυμάτων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω Πακιστάν, είχε φτάσει σε ένα κείμενο αρχών για μια περίοδο 60 ημερών με στόχο τελική συμφωνία.
Η κατάσταση, όμως, εκτροχιάστηκε μετά την εντολή Νετανιάχου για πλήγμα στη Βηρυτό, στην περιοχή που θεωρείται έδρα της Χεζμπολάχ. Σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, η Τεχεράνη απάντησε με πάγωμα της ανταλλαγής μηνυμάτων, γεγονός που οδηγούσε το επόμενο βήμα σε πόλεμο.
Σε αυτό το πλαίσιο, στάθηκε στην παρέμβαση Τραμπ, σημειώνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε απευθείας με τη Χεζμπολάχ, κάτι που χαρακτήρισε πρωτοφανές, καθώς πρόκειται για οργάνωση που οι ΗΠΑ θεωρούν τρομοκρατική. Ο Καλεντερίδης εκτίμησε ότι ο Τραμπ επιχειρεί πιθανόν να παρακάμψει την Τεχεράνη και να διαπραγματευθεί απευθείας με τους παράγοντες του πεδίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον Τομ Μπάρακ, λέγοντας ότι ο Τραμπ ακύρωσε ουσιαστικά τον Μάρκο Ρούμπιο, όταν εκείνος είχε δηλώσει πως η αποστολή Μπάρακ στη Συρία, τον Λίβανο και το Ιράκ είχε λήξει. Λίγες ώρες αργότερα, ο Τραμπ τον αναβάθμισε σε προεδρικό απεσταλμένο στις ίδιες περιοχές. Κατά τον Καλεντερίδη, αυτό δείχνει ότι ο Τραμπ δεν κινείται με βάση την κλασική αμερικανική διπλωματία ούτε τους θεσμούς του State Department, αλλά χαράσσει προσωπικά πολιτική με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του.
Στο δεύτερο μέτωπο, ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στα επεισόδια στο Ζβέρνετς της Αλβανίας, όπου υπήρξαν αντιδράσεις για επένδυση που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ. Ο ίδιος τόνισε ότι η Ελλάδα άργησε να ανακαλύψει τα δικαιώματα των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου, επισημαίνοντας όμως ότι η Αθήνα πρέπει να επιδιώκει στρατηγικές σχέσεις με την Αλβανία, ώστε να κλείσει την πόρτα στην τουρκική επιρροή.
Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι ο όρος «Βόρειος Ήπειρος» είναι γεωγραφικός και ιστορικός, όχι επιθετικός προς την Αλβανία. Όπως είπε, πρόκειται για περιοχή της νότιας Αλβανίας, όπου υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί αιώνων, ακόμη και χωριά που έχουν αναγνωριστεί ως ελληνικά μειονοτικά.
Για το περιουσιακό ζήτημα, ο Καλεντερίδης σημείωσε ότι υπάρχει ευρύτερο πρόβλημα δημεύσεων και ασαφών τίτλων ιδιοκτησίας στην Αλβανία, το οποίο δεν αφορά μόνο τους Έλληνες. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι στην πράξη Έλληνες της περιοχής έχουν χάσει περιουσίες, ενώ η Ελλάδα όφειλε να είχε θέσει ξεκάθαρους όρους στην ενταξιακή πορεία της Αλβανίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά τον ίδιο, δύο ζητήματα έπρεπε να αποτελούν απαράβατους όρους για την Αθήνα: η προστασία των περιουσιακών και ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου και η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.
Ο Καλεντερίδης υπενθύμισε τη συμφωνία οριοθέτησης του 2009, η οποία δεν προχώρησε, καθώς ακυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας μετά από προσφυγή του Σοσιαλιστικού Κόμματος του Έντι Ράμα. Μάλιστα, υποστήριξε ότι η προσφυγή έγινε με τουρκική καθοδήγηση. Όπως ανέφερε, η Τουρκία δεν θέλει να υπάρξει διεθνής δικαστική απόφαση που θα αναγνωρίζει στα Διαπόντια Νησιά δικαίωμα σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, γιατί αυτό θα τινάξει στον αέρα το βασικό επιχείρημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ότι τα νησιά δεν έχουν θαλάσσιες ζώνες.
Στο ελληνοτουρκικό μέτωπο, ο Καλεντερίδης εμφανίστηκε ιδιαίτερα αιχμηρός για τις δηλώσεις Ερντογάν σχετικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Χαρακτήρισε παραληρηματική την τουρκική αφήγηση ότι οι Οθωμανοί «απελευθέρωσαν» την Πόλη το 1453, υπενθυμίζοντας ότι η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από Έλληνες, κατοικήθηκε ιστορικά από Έλληνες και μεγαλούργησε στο πλαίσιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στη Διακήρυξη Φιλίας και Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας, λέγοντας ότι δεν υπήρξαν σαφείς όροι από την ελληνική πλευρά. Όπως υποστήριξε, τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» έφεραν τελικά το φιάσκο της Κάσου, την είσοδο της «Γαλάζιας Πατρίδας» στα τουρκικά σχολεία και τώρα το νομοσχέδιο που χαρακτήρισε «ταφόπλακα του Αιγαίου».
Ο Καλεντερίδης έκλεισε με τη διευκρίνιση ότι η κριτική του αφορά πολιτικές και κυβερνήσεις, όχι τους λαούς. Όπως είπε, η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει καλές σχέσεις με τους λαούς της Αλβανίας και της Τουρκίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει σιωπή απέναντι σε πολιτικές που θίγουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και εθνικά συμφέροντα.