Διεθνή

Τα μυστικά μονοπάτια του Τσίπρα στο Άγιον Όρος….ο Περουβιανός μοναχός, ο παπα-Τύχων!! Ποιός είναι ο π. Συμεών από το Περού!

Τα μυστικά μονοπάτια του Τσίπρα στο Άγιον Όρος.…ο Περουβιανός μοναχός, ο παπα-Τύχων!!…

Σιμωνόπετρα Ιβήρων Βατοπέδι περνώντας από τη σκήτη με το Περουβιανό μοναχό π. Συμεών και το κελί του Αγίου πλέον παπά Τύχων.. Στο κελί του παπά Τύχων ο Τσίπρας και η συνοδεία του ξεναγήθηκαν από μοναχό που μεταξύ άλλων τους μίλησε για το χάρισμα των δακρύων που είχε ο γέροντας και αναλυόταν σε αναφιλητά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ο δε Άγιος Παίσιος με υπομονή περίμενε μετά το πέρας αυτής να βγει από την κατάσταση ο Γέροντας για να τον ενοχλήσει σεβόμενος τη θέση του..

Ιερομόναχος Συμεών de la Jara από το Περού

Miguel Angel de la Jara Higinson

“Οι γονείς μου, μου μετέδιδαν την αίσθηση

ότι δεν ήμουνα δικό τους παιδί,

αλλά παιδί του Θεού. “

π. Συμεών de la Jara(ντε λα Χάρα) Higginson

ο Περουβιανός

Γεννήθηκε στη Λίμα του Περού, ταξίδεψε παντού, γνώρισε όλες τις θρησκείες αλλά τον «έκλεψε» η ορθοδοξία. Λέει ο ίδιος:

«Στο Παρίσι, μια μέρα συνάντησα σ’ ένα εστιατόριο έναν ορθόδοξο μοναχό που επρόκειτο ν’ αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μου.

«Η ορθοδοξία ανακεφαλαιώνεται σ’ αυτά τα λόγια», μου είπε.

«Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος θεός κατά χάριν και μετοχήν.

Και αυτό σημαίνει ότι έτσι όπως όταν βάλεις ένα σίδερο στη φωτιά το σίδερο γίνεται φωτιά δια της συμμετοχής στο πυρ, έτσι κι όταν ο άνθρωπος μετέχει του θείου πυρός γίνεται κι αυτός και πυρ και φως και θεός κατά χάριν».

Αυτός μου είπε τότε ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια χερσόνησος όπου οι μοναχοί επαναλαμβάνουν το όνομα του Ιησού ώσπου να γραφτεί στις καρδιές τους.

Τον ρώτησα τότε αν υπάρχουν ποιητές στην ορθοδοξία και μου απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί, κι ένας απ’ αυτούς είναι ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, που έγραψε ύμνους έρωτος για τον Θεό.»

Είναι αγιορείτης αναχωρητής, ταξιδευτής, στοχαστής, μεταφραστής, φωτογράφος και ζωγράφος, αλλά πάνω από όλα ποιητής.

Ποιητής με όλες τις σημασίες της λέξης.

Υπάρχει μια συγκλονιστική μαρτυρία από έναν Αγιορείτη, τον πατέρα Συμεών, που κατάγεται από το Περού.

Όταν ήταν μικρός, η μητέρα του στο Περού του έλεγε:

–Εσύ, όταν θα μεγαλώσεις, θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Θα ζήσεις σ’ ένα μέρος, που δεν θα είναι νησί, και μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.

Μεγάλωσε, σπούδασε και γύρισε όλον τον κόσμο. Πήγε και στο Παρίσι, εκεί γνώρισε έναν Ορθόδοξο μοναχό, και ελκύστηκε στην Ορθοδοξία, γιατί ήταν παπικός.

Ταξίδεψε στο Άγιον Όρος κι εκεί ο Θεός έκαμε το θαύμα του! Βαπτίσθηκε, έγινε μοναχός με το όνομα Συμεών και αργότερα ιερεύς.

Ύστερα από αρκετά χρόνια, πήγε στην πατρίδα του, στο Περού, όπου κατήχησε και βάπτισε τη μητέρα του σε μια λίμνη. Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μέσα στο νερό και την σήκωσε. Μετά την τρίτη ανάδυση, σηκώθηκε η μητέρα του ψηλά και φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινε για μια στιγμή ακίνητη… κι ύστερα έπεσε κάτω και λιποθύμησε.

Τα αδέλφια του, όρμησαν να τον λυντσάρουν γιατί νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους, ο καλόγερος. Μόλις όμως πλησίασαν κοντά, άρχισε να σηκώνεται η γυναίκα και είπε τα εξής:

–Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκα, άστραψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος από φως, μια υπέρλαμπρη φωτοχυσία. Αυτό το φως με έντυσε με ενδύματα ολόχαρα, ολοφώτεινα, ολόλαμπρα. Αυτό το φως μπήκε και μέσα μου, με πλημμύρισε ολόκληρη, με έπνιξε, με κατέφαγε, με εξαΰλωσε, μέσα και έξω και με έκανε κυριολεκτικά φωτοφόρο.

Ήταν δε τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή η συγκίνησης που την κυρίευσε από αυτήν την πλημμύρα της φωτοχυσίας, που δεν άντεξε και λιποθύμησε.

Αυτά τα διηγείτο ο ίδιος ο πατήρ Συμεών,

σε ευλαβείς προσκυνητές.

Να τα θαύματα, πού γίνονται στο Μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος.

Πηγή:

πρωτοπρ. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου,

Γνώσις και βίωμα της ορθοδόξου πίστεως 2013

Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης, κατά κόσμον Juan de la Jara ο Περουβιανός

Ο Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης (που κάποτε λεγόταν Juan de la Jara καί μεγάλωνε στη Λίμα του Περού) σπούδασε κινηματογραφία στο Παρίσι, έζησε στην Αγγλία και τις Ινδίες, ταξίδεψε σ’ όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, για να καταλήξει το 1974 στο Άγιον Όρος.

Θα σας μιλήσω για τον εαυτό μου, μόνο για να σας μεταδώσω κάτι – όχι για τίποτ’ άλλο: από το μέρος του πατέρα μου ανήκω σε μια παλιά ισπανική οικογένεια του Νότου, αριστοκρατικής καταγωγής – ο παππούς μου ήταν στρατηγός και είχε δέκα παιδιά. Είχαν μεγάλη αρχοντιά και δεν είχαν αστική σκέψη: θεωρούσαν σημαντικότερο να υπάρχει ένας ποιητής στην οικογένεια παρά ένας γιατρός ή δικηγόρος. Δεν έδωσαν ποτέ σημασία στα χρήματα κι ήταν άνθρωποι μποέμ γλεντζέδες. Αντίθετα, η μητέρα μου είναι κατά το ήμισυ ιρλανδικής καταγωγής – ήταν μια γυναίκα βαθύτατων αισθημάτων, μια γυναίκα με πάθος. Είμαι πρωτότοκος, με δυο αδέλφια – αγόρι και κορίτσι. Οταν γεννήθηκα ή μητέρα μου με αφιέρωσε στον Εσταυρωμένο. Ήμουν χαιδεμένος, με αγαπούσαν… Θυμάμαι μια φορά, όταν ήμουν 6 χρονώ, καθόμουν στο σαλόνι μαζί με τη μητέρα μου η οποία κεντούσε. Ηταν ηλιοβασίλεμα – στη Λίμα έχουμε πάντα ισημερία – σήκωσε τότε το κεφάλι κι εκεί που καθόμουν σιωπηλός με κοίταξε και ψιθύρισε: «Παιδί μου, όταν εσύ θα μεγαλώσεις δεν θα μείνεις κοντά μου. Θα φύγεις πολύ μακριά – σε μια χώρα όπου υπάρχει κάτι σαν ένα νησί και που το κατοικούν άνθρωποι της μοναξιάς, που σπάνια βγαίνουν στον κόσμο». Μετά ξεχάσαμε κι οι δυο αυτές τις φράσεις – τις ξεχάσαμε για πολύ καιρό.…

Στα 11 χρόνια όμως κοινώνησα, κι άρχισα να προσεύχομαι πολύ. Κλειδωνόμουν στο δωμάτιο μου, καμιά φορά και στην τουαλέτα, ή πήγαινα τη χαραυγή πριν το σχολείο στην εκκλησία και προσευχόμουν.

Έλεγα και ξανάλεγα το Πάτερ ημών… Παρασυρμένος απ’ τη μυστικιστική μου τάση, ζήτησα να πάω σε Γυμνάσιο με δασκάλους κληρικούς. Εκεί έχασα την πίστη μου στον Καθολικισμό – έτσι όπως εξηντλείτο στην επιστημονική τεκμηρίωση της ύπαρξης του Θεού. Ήταν τόσο μίζερο, χωρίς καμιάν αίσθηση μυστηρίου. Αντέδρασα τόσο σφοδρά στον χριστιανισμό, έτσι όπως μου φαινόταν συμβιβασμένος με την κοινωνία. Διάβασα τότε πολλήν ανατολική φιλοσοφία, για να έχω εμπειρία του Θεού σ’ αυτήν τη ζωή. Διάβασα για τον Ταοϊσμό, τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό. Ταυτόχρονα διάβασα στα 17 μου ένα βιβλίο που με χτύπησε σαν κεραυνός: ήταν η Νάντια του Μπρετόν. Ταυτίστηκα με τον Μπρετόν, που ζητούσε το θαύμα, το «μερβεγιέ» ταυτόχρονα ήλεγχε την κλειστή κοινωνία αυτή που κι εγώ δεν μπορούσα να δεχτώ, έτσι όπως στο όνομα της επιστήμης υπερύψωνε μόνο τα φαινόμενα και τη λογική. Με γέμισε λοιπόν μια αύρα ελευθερίας κι αγάπησα πολύ τους σουρεαλιστές. Επηρεάστηκα πολύ κι απ’ τον Ρεμπώ – ζητούσε όπως κι οι άλλοι τον Χαμένο Παράδεισο.
Κοιτάξτε: αυτοί οι άνθρωποι αγαπούσαν πολύ. Δεν γνώρισαν την Ορθοδοξία. Υπερύψωσαν τα αισθητά, τα δημιουργήματα, που περιφρονεί ο καθολικισμός ή ο προτεσταντισμός. Έβλεπαν τα αισθητά όχι μόνο σαν αντικείμενα ηδονής, αλλά σαν όργανα μυσταγωγίας.

..ήμουν ο πρώτος στο Περού που άφησε μακριά μαλλιά και φόρεσε κόκκινα βελουδένια παντελόνια.

Όχι, δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου χίπι – δεν είμαι Βορειοαμερικάνος. Απλώς ήθελα να προκαλέσω την κοινωνία του Περού. Τότε πίστευα πολύ στο σκάνδαλο. Τώρα, όπως είπε ο Μπρετόν, αντιλαμβάνομαι πώς οι αστοί δεν σκανδαλίζονται με τίποτα.

……

Και η καλογερική είναι μέρος του σκανδάλου σας;

Μα ναι! Οι άνθρωποι λένε «μα αυτός τρελάθηκε, έγινε καλόγερος». Είναι το πιο τιποτένιο και περιθωριακό να γίνεις σήμερα καλόγερος… Αλλά όχι: έγινα καλόγερος ζητώντας το απόλυτο – ζητώντας την υπέρβαση του εαυτού μου, αυτό το παραμυθητικό φως, το λάλον ύδωρ… Έδωσα λοιπόν τα ρούχα μου και τα βιβλία μου -κράτησα μόνο τρία – κι έφυγα στις Ινδίες.

Ποια βιβλία κρατήσατε;

Την Αγία Γραφή, τη Νάντια του Μπρετόν και τα ποιήματα ενός γιόγκι που λεγότανε Paramahansa Yosananda… Στις Ινδίες όμως απογοητεύθηκα συζητώντας, ζώντας σ’ αυτήν την απρόσωπη ανωνυμία μάλιστα αρρώστησα και δεν μπορούσα να υπομείνω την τόση φτώχεια που υπήρχε εκεί. Πήγα με το Όριαν Εξπρές στην Πόλη – κι εκεί για πρώτη φορά ένιωσα ότι ο χρόνος περνούσε διαφορετικά, ένιωσα μια πρόγευση αιωνιότητας. Με τρένο πήγα μετά στα σύνορα της Περσίας, σε άθλια κουπέ με στοιβαγμένα 16 άτομα μαζί. Μου άρεσε πολύ το Αφγανιστάν – είχε ανθρώπους με μεγάλη ευγένεια.

… Μετά γύρισα στο Παρίσι, οπού ήταν ένα όνειρο για μένα – φύση καλλιτεχνική όπως ήμουν.

Ηταν λοιπόν καιρός να γίνετε επιτέλους κινηματογραφιστής.

Δεν τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήμουν πρακτικός για να λαβαίνω επιχορηγήσεις, μπερδευόμουν και με τις μηχανές δεν τα πήγαινα καλά – δεν είμαι πρακτικός άνθρωπος. Έχω κάνει όμως μερικά φιλμάκια, κι ένα μεγαλύτερο. 15 λεπτών.

Α, ναι;. …Ημουν τότε πολύ άδειος- έτοιμος να γυρίσω στο Περού. Ενα γράμμα της μητέρας μου άλλαξε πάλι τις αποφάσεις μου: «Ξέρεις, παιδί μου πόσο σου ζητώ να γυρίσεις», μου έγραφε, «όμως, αν γυρίσεις τώρα εδώ, θα γίνεις διπλά δυστυχισμένος». Εμεινα λοιπόν στο Παρίσι, και μια μέρα συνάντησα σ΄ ένα εστιατόριο έναν Ορθόδοξο μοναχό που επρόκειτο ν’ αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μου. «Η Ορθοδοξία ανακεφαλαιώνεται σ΄ αυτά τα λόγια», μου είπε. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ό άνθρωπος θεός κατά χάριν και μετοχήν. Και αυτό σημαίνει ότι έτσι όπως όταν βάλεις ένα σίδερο στη φωτιά το σίδερο γίνεται φωτιά δια της συμμετοχής στο πυρ, έτσι κι όταν ο άνθρωπος μετέχει του θείου πυρός γίνεται κι αυτός και πυρ και φως και θεός κατά χάριν». Αυτός μού είπε τότε, ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια χερσόνησος όπου οι μοναχοί επαναλαμβάνουν το όνομα του Ιησού ώσπου να γραφτεί στις καρδιές τους. Τον ρώτησα τότε αν υπάρχουν ποιητές στην Ορθοδοξία και μου απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί, κι ένας απ’ αυτούς είναι ο Αγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, που έγραψε ύμνους έρωτος για τον Θεό.
..

Οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπάνε. Ένας πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις». Σήμερα οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν ό,τι θέλουν αλλά προπαντός να μην αγαπάνε. Γιατί; Διότι φοβούνται. Δεν θέλουν να δεσμευτούν. Θέλουν να καταναλώνουν μόνο και να συμπεριφέρονται μέσω των καταναλωτικών τους προσωπείων. Και ξέρεις πόσο υποφέρουν; Δεν ξέρουν πώς να πλύνουν το πρόσωπο τους γιατί δεν έχουν πια.

……

Το Άγιον Ορος όμως είναι ένας τόπος – αφού ανακαλύψατε τον τρόπο γιατί εγκαταλείψατε το Περού;

Να σας πώ: η αναζήτηση μου πέρασε από την τέχνη, αλλά ποτέ δεν πίστεψα στην πολιτιστική της αξία. Αναζητούσα το θαύμα, την ομορφιά που μοιάζει με βόμβα· το απόλυτο πού δεν μπορείς να το βάλεις στο τσεπάκι. Πίστευα πως η ζωή μου έπρεπε να είναι ένα ποίημα. Πέρασα απ’ τη μοντέρνα τέχνη αναζητώντας αυτό που βρήκα στην ορθοδοξία: να σπάσω με το θαύμα τα δεσμά του Θανάτου.

Είστε βέβαιος, πατέρα Συμεών, ότι δεν υπάρχει επόμενο βήμα;

Ζητώ, και τώρα που μιλάω μαζί σας, τον Θεό. Αναζητώ τώρα τον αληθινό Ευστάθιο, κι αυτή η υπόθεση κοινωνίας είναι ο Θεός. Κάθε αρχή είναι τέλος και κάθε τέλος αρχή – δεν μπορώ να βάλω τον Θεό στο τσεπάκι. Εγώ προσπαθούσα να είμαι μηδενιστής, όμως το μηδέν είναι απελπιστικό κι αν θέλεις να ‘σαι συνεπής τινάζεις τα μυαλά σου στον αέρα. Γι’ αυτό πολλοί συμβιβάζονται με κάποιες ψεύτικες αξίες. Οι πατέρες της εκκλησίας ωστόσο είναι οι όντως μηδενιστές γιατί δεν πιστεύουν σε καμιά αξία της εκκλησίας, και στον θάνατο που είναι η νέκρωση ανακαλύπτουν τη μονάδα που είναι Τριάς: τον αναστημένο Χριστό που νίκησε τον θάνατο. Τότε το μηδέν είναι ζωογόνο κλείνοντας την απαστράπτουσα μονάδα… Τι ερώτηση μου είχατε κάνει;

Υπάρχουν στιγμές αμφιβολίας σ΄ αυτή την ακραία σας επιλογή;

Υπάρχουν στιγμές που αμφιβάλλω για τον εαυτό μου – κατά πόσο δεν χαϊδεύομαι. Κάθε μερα που κατεβαίνω στην εκκλησία αναπνέω, βλέπω τη ζωή μου σ’ ένα κέντρο. Κάθομαι και τραβάω λίγο κομποσκοινάκι κι η καρδιά μου γεμίζει γαλήνη και παίρνω δύναμη να ζήσω – αλλιώς θα είχα χαθεί, δεν ξέρω, ίσως θα είχα αυτοκτονήσει. Εκεί βρίσκω μεγάλη ανακούφιση, γιατί εγώ – θα σου το πω – πάσχω κι από κάτι: Βαριέμαι που ζω, αλλά με την προσευχή παίρνω δύναμη.

………..

Η μέθη σας, πατέρα Συμεών, είναι νηφάλια αλλά, συχνά, και υπνηλή.

Αυτήν τη στιγμή που σας μιλάω δεν νυστάζω. Δεν μ’ ενδιαφέρει η συνέντευξη. Το ότι προσπαθούμε να μιλήσουμε αληθινά δίνει αξία στη ζωή μας – αλλιώς θα είμαστε δυο κομμάτια κρέας. Θέλω να σε αισθανθώ – αυτό το πράγμα δεν είναι αγώνας για την αλήθεια;

Μπορώ να δοκιμάσω την πίστη σας για την Ορθοδοξία;

Οχι, δεν μπορείτε!

Αυτό ακριβώς θεωρώ εφησυχασμό: την πίστη που δεν γεννιέται κάθε μέρα καινούργια.

Η Ορθοδοξία δεν είναι προς κλονισμόν ούτε προς εφησυχασμόν γιατί είναι μυστήριον. Θα ήτανε μια τρομερή κακογουστιά να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού – δεν μ’ ενδιαφέρει. Γιατί αν ο Θεός είναι αντιληπτός δια των πεπερασμένων μου αισθήσεων είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Εγώ θέλω να μην υπάρχω αλλά να υπερ-υπάρχω.

Αλλά και η εξομολόγηση πρέπει να είναι δοκιμασία για έναν μοναχό.

Απαιτεί τεράστια αποθέματα αρετής, γιατί ο πιστός πλησιάζει το Θεό κι εσύ πρέπει να ‘σαι διάφανος ώστε να μπορεί μέσα από σένα να τον διακρίνει. Εκεί τελειώνουν τα ψέματα και χρειάζεται γι αυτά μια τρομερή αυταπάρνηση.

Είστε κι εσείς εξομολόγος, έτσι;

Ναι, μ’ έκαναν.

Η αυταπάρνηση όμως δεν γεννιέται από την υπακοή.

Οχι! Η αυταπάρνηση γεννιέται απ’ την αγάπη.



Μια παλιά συνέντευξη στον ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ (Περιοδικό Το Τέταρτο, 1986)

Ο ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΓΙΟΣΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/10/2002)

Προέλευση: http://www.angelfire.com/ma/platon/simeon3.html

Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ

Υπάρχουν ακόμη εξαιρετικοί άνθρωποι και με τις δύο έννοιες του όρου; Ναι. Ενας από αυτούς μάλιστα φορά ράσα και οραματίζεται την επόμενη περιπέτεια που θα ζήσει. Ο λόγος, για τον ιερομόναχο πατέρα Συμεών, έναν αναχωρητή ποιητή, συγγραφέα και ζωγράφο, τον κατά κόσμο Μιγκέλ Ανχελ ντε λα Χάρα, ο οποίος ζει, όταν δεν ταξιδεύει στην Κίνα, την Αιθιοπία και αλλού, στο Αγιον Ορος. Τον συνάντησε πρόσφατα ο συμπατριώτης του, ο γνωστός Περουβιανός συγγραφέας Μάριο Βάργκας Γιόσα, στην Ελλάδα, σε ένα συνέδριο που έγινε στην Ουρανούπολη με θέμα: «Η τραγωδία τότε και τώρα: από τον Αριστοτέλη στην τρίτη χιλιετία».

«Είναι ένας άνδρας 52 ετών -περιγράφει ο Βάργκας Γιόσα με μεγάλη ευαισθησία το συμπατριώτη του- με μακριά γενειάδα και γκρίζα μαλλιά, ανοιχτόχρωμα μάτια και μακριά χέρια που κινούνται, καθώς μιλάει, με την ίδια κομψότητα με την οποία φορά το εντυπωσιακό του ράσο, ενώ στο πέρασμά του συγκεντρώνει τα βλέμματα όλων. Πράγματι, οι Ελληνες που βρίσκονται εδώ, τον περιτριγυρίζουν, τον ακολουθούν, τον πλησιάζουν με μια διάχυτη περιέργεια την οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει με κάποια δυσκολία. Είναι προσηνής, ευγενικός και μιλά αργά, σαν να αγωνίζεται ενάντια στο θόρυβο που προκαλούν τόσες φωνές, τόσος κόσμος, τόση κυκλοφορία, σε αντίθεση με τη σιωπή και την ηρεμία της σκήτης του που βρίσκεται σε μια πλαγιά κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Εκεί προσεύχεται, διαλογίζεται, γράφει και ζωγραφίζει από το 1987, όταν έφυγε από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια για να ζήσει ως αναχωρητής στο Άγιον Όρος».

Όπως αναλύει λεπτομερώς στο άρθρο του ο Βάργκας Γιόσα, ο Μιγκέλ Άνχελ ντε λα Χάρα προέρχεται από μια «καλή» οικογένεια της Λίμας, πολλά μέλη της οποίας είναι γνωστοί νομικοί και πολιτικοί. Οι γονείς του, εξαιρετικά προοδευτικοί, όταν στη δεκαετία του ’60 ο γιος τους -εξαιρετικός μαθητής- τούς ανακοίνωσε πως δεν θα δώσει εξετάσεις απολυτηρίου «για να μη συμβιβαστεί με το «establishment», αντί να προκαλέσουν μια ελληνική τραγωδία στο σπίτι, αποδέχθηκαν την απόφασή του.

«Από τότε ο Μιγκέλ Ανχελ, ο μετέπειτα ιερομόναχος Συμεών, ένας νεαρός επαναστάτης και ονειροπόλος, έγινε ο πρώτος Περουβιανός χίπι. Διάβαζε σουρεαλιστές και Ρεμπό, μελετούσε το βουδισμό και τον ταοϊσμό και άφηνε τα μαλλιά του μακριά μέχρι τους ώμους. Έπειτα από επίθεση που δέχθηκε λόγω της εμφάνισής του από κάποιον νεαρό, πράξη που του κόστισε την εισαγωγή του σε νοσοκομείο και αμνησία για κάποιο διάστημα, οι συνετοί γονείς του τον έστειλαν στο εξωτερικό. Πήγε στο Λονδίνο και μετά στο Παρίσι και φυσικά αργότερα στην Ινδία και το Νεπάλ, έκανε γιόγκα, μελέτησε το βουδισμό και τον ινδουισμό, αλλά δεν έμεινε εκεί γιατί, όπως λέει ο ίδιος, το θέαμα της διαρκούς αθλιότητας στους δρόμους τού προκάλεσε πρόβλημα στο νευρικό του σύστημα.

Ξαναγυρίζει έτσι στο Παρίσι, εγκαθίσταται στο Καρτιέ Λατέν και αρχίζει να μαθαίνει κινέζικα, όταν μια μέρα σε ένα μικρό εστιατόριο εντυπωσιάζεται από έναν κληρικό με φαρδιά ράσα που έτρωγε μόνος του. Ηταν ένας ελληνορθόδοξος μοναχός, ελβετικής καταγωγής, και που η φιλία τους θα άλλαζε ριζικά τη ζωή του. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός». Αυτή η φράση που του είπε στην πρώτη τους συζήτηση παραμένει ακόμη ζωντανή στη μνήμη του, μετά από τριάντα χρόνια. Η πρώτη συνέπεια αυτής της νέας φιλίας ήταν ότι ο Μιγκέλ Ανχελ αντικατέστησε την εκμάθηση των κινέζικων με την αγιογραφία και άρχισε να ζωγραφίζει εικόνες στο ατελιέ του Λεονίντ Ουσπένσκι και να μελετά συγχρόνως θεολόγους και μυστικιστές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το 1972, ύστερα από ένα ταξίδι του στη Σερβία και την Ελλάδα, ασπάστηκε την ορθοδοξία και τον επόμενο χρόνο αποφάσισε να αφοσιωθεί στην Εκκλησία. Εγινε δεκτός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια σε ηλικία 22 ετών χωρίς να μιλά λέξη ελληνικά.

«Ηταν μια πολύ όμορφη εμπειρία», μου εκμυστηρεύτηκε. «Από την πρώτη μέρα στο μοναστήρι κατάλαβα πως επιτέλους είχα βρει αυτό που αναζητούσα». Οχι μόνο στη θρησκεία, αλλά και στην κουλτούρα και την ελληνική γλώσσα, που διαμόρφωσαν το πνεύμα και την προσωπικότητά του. Οταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όλη η κοινότητα των μοναχών του Αγίου Γεωργίου μεταφέρθηκε στο Άγιον Όρος, ο πατέρας Συμεών ήξερε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά και είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα σ’ αυτή τη γλώσσα. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε στο μοναστήρι του Οσίου Γρηγορίου στο Αγιον Ορος χειροτονήθηκε ιερέας και το πνευματικό και θεολογικό του έργο άφησε τα ίχνη του στην κοινότητα, ενώ από το 1983 βγαίνει από την Ελλάδα για να δώσει διαλέξεις για την Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος. Μία από αυτές μάλιστα στην έδρα του ΝΑΤΟ!

Σ’ αυτήν τη δεκαετία δημοσιεύονται τα πρώτα του θρησκευτικά δοκίμια και τα ποιήματά του. Το τελευταίο «Με ιμάτιον μέλαν» (εκδόσεις Αγρα) περιέχει και χαρακτικά του, μια τέχνη με την οποία ασχολούνταν όταν ήταν νέος στη Λίμα και ξανάπιασε όταν αποσύρθηκε από το μοναστήρι, το 1987, στη σκήτη όπου ζει μέχρι τώρα. Στη διάλεξή του, στα ελληνικά, ο πατέρας Συμεών εξηγεί πως γι’ αυτόν το να γράφει είναι ένας τρόπος να ζει πιο βαθιά τη φύση που τον περιβάλλει στα βουνά και ένας τρόπος να προσεύχεται και να βρίσκει στιγμιαία λύτρωση και παρηγοριά, ενώ συνέκρινε την ασκητική με την αριστοτελική περιγραφή της κάθαρσης (…). Ο πατέρας Συμεών φαίνεται να είναι μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις του ανθρώπινου είδους, ικανού να αλλάξει τη ζωή του όσες φορές χρειάζεται, ακόμη και τώρα. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Για να μη φθαρεί από τη ρουτίνα και να μη μετατραπεί σε άγαλμα. Για να συνεχίσει να εξερευνά τις απεριόριστες δυνατότητες του κόσμου και της ζωής μέχρι την τελευταία του πνοή, με αυτήν τη χαρωπή περιέργεια με την οποία με ρωτά για τα πάντα που ξέρω και δεν ξέρω (…).

Γιατί με εντυπωσίασε τόσο η γνωριμία μου με τον πατέρα Συμεών ώστε όταν αποχαιρετιστήκαμε να έχω την εντύπωση πως αποχωρίζομαι έναν παλιό και αγαπημένο φίλο; Πρώτα πρώτα για την ανθρωπιά του και επιπλέον γιατί η περίπτωσή του είναι μια απόδειξη πως η τέλεια βιωμένη ελευθερία μπορεί να απελευθερώσει ένα ανθρώπινο ον από όλους τους περιορισμούς -θρησκεία, πατρίδα, κουλτούρα, γλώσσα, έθιμα- που για τους κοινούς πολίτες λειτουργούν στην πράξη σαν τόσους άλλους τόπους συγκέντρωσης, και να τους αντικαταστήσει με άλλους, ελεύθερα επιλεγμένους, σύμφωνα με τις επιθυμίες του και τα όνειρά του. Παραμένω αγνωστικιστής, οι θρησκευτικές αντιλήψεις με αφήνουν αδιάφορο. Αλλά το να περιορίσω την ιστορία του πατέρα Συμεών σε μια απλή αλλαγή πίστης θα ήταν αφύσικο. Η ιστορία του είναι αυτή ενός αποπροσανατολισμένου νέου χίπι που με θάρρος, ευαισθησία και επιμονή στάθηκε ικανός να αρνηθεί όλες τις εκδοχές της εποχής του, της οικογένειάς του, και της χώρας του και να κατασκευάσει έναν κόσμο στα δικά του μέτρα, με δικό του προορισμό, να φτιάξει μια ζωή που την εμπλούτισε ο ίδιος στη γη του Αριστοτέλη!».

dimpenews.com

Back to top button