breaking newsΕλλάδα

Η αποκεντρωμένη διοίκηση ως ελληνικός πολλαπλασιαστής ισχύος

Γράφει ο Κωνσταντίνος Γρίβας

Η πληροφορία στο πεδίο της μάχης δεν αποτελεί από μόνη της στρατιωτική ισχύ. Αποκτά αξία μόνον όταν ένα στράτευμα μπορεί να την αξιολογήσει, να αποφασίσει και να ενεργήσει πριν προλάβει να αντιδράσει ο αντίπαλος. Γι’ αυτό η πραγματική υπεροχή δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην τεχνολογία, στους αισθητήρες και στις ασφαλείς επικοινωνίες. Βρίσκεται στην οργανωτική κουλτούρα, στην αποκεντρωμένη διοίκηση, στην πρωτοβουλία των κατώτερων ηγητόρων και στην ικανότητα ολόκληρου του στρατεύματος να μαθαίνει ταχύτερα από τον εχθρό.

Σε προηγούμενο άρθρο μου αναφέρθηκα στη σημασία που είχε η απουσία ενός ισχυρού επαγγελματικού σώματος υπαξιωματικών στον Τσαρικό Στρατό και στον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρέασε τις επιδόσεις του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα στη Μάχη του Τάνενμπεργκ.

Ορθώς επισημάνθηκε ότι οι Γερμανοί κατόρθωσαν να υποκλέψουν κρίσιμες ρωσικές επικοινωνίες, οι οποίες μεταδίδονταν χωρίς επαρκή κρυπτογράφηση. Αυτή, όμως, είναι μόνο η μισή αλήθεια.

Στον πόλεμο δεν υπάρχει σχεδόν ποτέ ένας και μοναδικός παράγοντας που να προκαλεί τη νίκη ή την ήττα. Το πολεμικό αποτέλεσμα προκύπτει από τη σύνθεση πολλών διαφορετικών αιτίων, τα οποία αλληλεπιδρούν μέσα στο χαοτικό περιβάλλον της μάχης.

Οι Γερμανοί δεν νίκησαν απλώς επειδή γνώριζαν τις προθέσεις των Ρώσων. Νίκησαν επειδή διέθεταν την οργανωτική συνοχή, την προσαρμοστικότητα και τους κατώτερους ηγήτορες που μπορούσαν να μετατρέψουν αυτή τη γνώση σε δράση.

Όταν η πληροφορία μετατρέπεται σε «ιστορία»

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει περισσότερες πληροφορίες, αλλά ποιος μπορεί να τις μετατρέψει ταχύτερα σε στρατιωτικό αποτέλεσμα.

Μια πληροφορία μπορεί να είναι απολύτως ακριβής τη στιγμή κατά την οποία συλλέγεται. Εάν, όμως, περάσει μέσα από ένα αργό, συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης, ενδέχεται να έχει ήδη μετατραπεί σε «ιστορία» όταν ολοκληρωθούν η διαβίβαση, η αξιολόγηση και η μετατροπή της σε διαταγή.

Η ασφάλεια των επικοινωνιών είναι φυσικά ζωτικής σημασίας. Στο σημερινό περιβάλλον των αυτοματοποιημένων υποκλοπών, του γεωεντοπισμού, της Τεχνητής Νοημοσύνης και της άμεσης διασύνδεσης αισθητήρων και όπλων, καμία στρατιωτική δύναμη δεν έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί για αυτήν.

Όμως, η ασφάλεια δεν αρκεί. Ένα στράτευμα μπορεί να διαθέτει άριστα προστατευμένες επικοινωνίες και ταυτοχρόνως να παραμένει αργό, άκαμπτο και ανίκανο να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ισραηλινού Στρατού στις αραβοϊσραηλινές συγκρούσεις. Οι ισραηλινές επικοινωνίες μάχης ήταν σε αρκετές περιπτώσεις «ανοιχτές» και μπορούσαν να παρακολουθηθούν. Όταν, όμως, οι υποκλαπείσες πληροφορίες περνούσαν από τα αυστηρά ιεραρχικά συστήματα των αντιπάλων του, η κατάσταση στο πεδίο είχε ήδη αλλάξει.

Το πλεονέκτημα δεν βρισκόταν μόνο στην πληροφορία. Βρισκόταν στην ταχύτητα, στη ρευστότητα και στην προσαρμοστικότητα της ισραηλινής δράσης.

Η ταπεινότητα ως πολεμική αρετή

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ταπεινότητας στη στρατιωτική διοίκηση. Δεν πρόκειται για ηθικολογική προτροπή ούτε για έκφραση αδυναμίας. Είναι η αποδοχή ότι κανένας διοικητής, όσο ευφυής, έμπειρος ή τεχνολογικά υποστηριζόμενος και αν είναι, δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς ακριβώς θα εξελιχθεί μια μάχη.

Δεν μπορεί να εξαφανίσει την «τριβή» και την «ομίχλη του πολέμου». Μπορεί μόνο να μάθει να λειτουργεί μέσα σε αυτές.

Ο πραγματικά ταπεινός διοικητής δεν πιστεύει ότι το πεδίο της μάχης οφείλει να προσαρμοστεί στο σχέδιό του. Κατανοεί ότι το σχέδιό του πρέπει να προσαρμόζεται διαρκώς στην πραγματικότητα του πεδίου.

Δεν αντιμετωπίζει τους υφισταμένους του ως απλούς εκτελεστές μιας υποτιθέμενης μεγαλοφυούς σύλληψης. Τους αντιμετωπίζει ως ενεργούς αισθητήρες, φορείς γνώσης και παραγωγούς αποτελεσμάτων.

Πέρα από τη συμβατική Διοίκηση διά της Αποστολής

Η Διοίκηση διά της Αποστολής –η Mission Command ή Auftragstaktik– συνήθως περιγράφεται ως ένα σύστημα στο οποίο ο ανώτερος διοικητής καθορίζει την πρόθεση και τον αντικειμενικό σκοπό, αφήνοντας στους υφισταμένους την ελευθερία να επιλέξουν τον τρόπο επίτευξής τους.

Αυτό είναι αναγκαίο, αλλά δεν είναι αρκετό.

Σε ένα πραγματικά προσαρμοστικό μοντέλο διοίκησης, η κίνηση της πληροφορίας και της γνώσης είναι αμφίδρομη. Η πρόθεση του διοικητή κατέρχεται προς τα κάτω και προσανατολίζει τη δράση. Τα αποτελέσματα, όμως, της αποκεντρωμένης δράσης επιστρέφουν προς τα πάνω και αναδιαμορφώνουν την πρόθεση, τις προτεραιότητες και ακόμη και τους επιμέρους αντικειμενικούς σκοπούς.

Ο διοικητής δεν ζητά μόνο από τους υφισταμένους να προσαρμοστούν στο σχέδιό του. Προσαρμόζει και ο ίδιος το σχέδιο στην πραγματικότητα που αποκαλύπτουν και δημιουργούν οι υφιστάμενοί του.

Έτσι, η διοίκηση παύει να είναι ένας μηχανισμός επιβολής προκατασκευασμένων σχεδίων και μετατρέπεται σε δυναμικό σύστημα μάθησης.

Η ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου

Ο σύγχρονος βιομηχανικός τρόπος πολέμου έχει επηρεαστεί βαθιά από την πεποίθηση ότι η τεχνολογία, η πληροφοριακή υπεροχή και οι λεπτομερώς σχεδιασμένες διαδικασίες μπορούν να καταστήσουν τη μάχη πλήρως διαφανή και ελέγξιμη.

Αυτή είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.

Η σύνθετη πραγματικότητα της μάχης δεν μπορεί να υποταχθεί ολοκληρωτικά σε προκαθορισμένους κανόνες. Η ουσία της γερμανικής Auftragstaktik δεν ήταν η κατάργηση της πειθαρχίας, αλλά η δημιουργία ενός διαφορετικού και ανώτερου είδους πειθαρχίας.

Μιας πειθαρχίας που βασίζεται στην κατανόηση της κοινής πρόθεσης, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στην υπεύθυνη πρωτοβουλία.

Το ελληνικό πλεονέκτημα

Η συγκεκριμένη φιλοσοφία μπορεί να λειτουργήσει ως τεράστιος πολλαπλασιαστής ισχύος για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Η τουρκική πολιτική και στρατιωτική παράδοση εμφανίζει ισχυρές συγκεντρωτικές και ιεραρχικές τάσεις, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν την πρωτοβουλία και να επιβραδύνουν την προσαρμογή.

Η ελληνική συλλογική κουλτούρα, αντιθέτως, διαθέτει έντονα ατομικιστικά και αντιιεραρχικά χαρακτηριστικά, καθώς και την τάση της «πατέντας», δηλαδή του αυτοσχεδιασμού. Τα στοιχεία αυτά συχνά αντιμετωπίζονται ως αδυναμίες. Εάν, όμως, ενταχθούν σε ένα συνεκτικό σύστημα διοίκησης, μπορούν να μετατραπούν σε σοβαρό επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Η αποκεντρωμένη διοίκηση δεν είναι χαλαρότητα ούτε άρνηση της ιεραρχίας. Είναι η ανώτερη μορφή πειθαρχίας. Απαιτεί από τον υφιστάμενο να ενεργεί δημιουργικά μέσα στο πνεύμα της αποστολής και από τον ανώτερο να τον εμπιστεύεται, χωρίς να παραιτείται από την ευθύνη του.

Η πολεμική ταπεινότητα σημαίνει αποδοχή των ορίων της γνώσης, δυσπιστία απέναντι στα άκαμπτα σχέδια και διαρκή προσαρμογή στην πραγματικότητα.

Στον πόλεμο, εκείνος που μαθαίνει και προσαρμόζεται ταχύτερα δεν ακολουθεί απλώς τη ροή της μάχης. Είναι εκείνος που τη διαμορφώνει.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο SLpress.gr.

Back to top button