Του Αρντασές Γιαγουπιάν
Η νέα έκθεση του Congressional Research Service (CRS), με ημερομηνία 20 Αυγούστου 2026, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία ανάλυση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Αποτυπώνει με αρκετή ευκρίνεια το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον απέναντι σε μια Τουρκία που παραμένει εξαιρετικά σημαντική για το ΝΑΤΟ και τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα ακολουθεί ολοένα πιο αυτόνομη και πολυδιάστατη περιφερειακή πολιτική.
Και μέσα σε αυτή την εξίσωση η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αρμενία δεν αποτελούν περιφερειακές υποσημειώσεις. Αντιθέτως, βρίσκονται πολύ κοντά στον πυρήνα του προβλήματος. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία. Είναι σαφές ότι τη χρειάζεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο μπορεί να την ενισχύει χωρίς αυτή η ενίσχυση να δημιουργεί νέα προβλήματα στους ίδιους τους συμμάχους και εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Τουρκία διαθέτει πλέον έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ σε ολοένα μεγαλύτερη αυτονομία. Η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα στον τομέα των drones και των άλλων συστημάτων που έχουν ήδη δοκιμαστεί σε πραγματικές επιχειρήσεις, της επιτρέπει να μην είναι απλώς καταναλωτής στρατιωτικής τεχνολογίας αλλά και παραγωγός και εξαγωγέας ισχύος.
Αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν συζητούμε την Τουρκία του σήμερα. Η Τουρκία δεν είναι πλέον απλώς μια χώρα στρατηγικής γεωγραφικής σημασίας για το ΝΑΤΟ, λόγω του ελέγχου των Στενών του Βοσπόρου και της θέσης της ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή. Έχει εξελιχθεί σε αυτόνομο περιφερειακό παράγοντα, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, αυξανόμενη στρατιωτική αυτοπεποίθηση και φιλοδοξίες που εκτείνονται πολύ πέρα από τον παραδοσιακό ρόλο της ως συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, τα οφέλη είναι προφανή. Η Τουρκία είναι σημαντική για το ΝΑΤΟ, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Συρία, την Ουκρανία, τις μεταφορικές και ενεργειακές οδούς, αλλά και για τον περιορισμό της ρωσικής και ιρανικής επιρροής. Παράλληλα όμως η ίδια Τουρκία διατηρεί σοβαρές διαφωνίες με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν και ακολουθεί πολιτικές που δεν ταυτίζονται πάντοτε με εκείνες της Ουάσιγκτον.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία της συζήτησης για τα F-35.
Η Τουρκία επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα και την απόκτηση προηγμένων αμερικανικών μαχητικών, ενώ παράλληλα ζητά την άρση των κυρώσεων CAATSA. Η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να συνδέει την παράδοση των F-35 με το ζήτημα των ρωσικών S-400, και η υπόθεση απέχει ακόμη από το να θεωρείται οριστικά λυμένη.
Όμως η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στους S-400. Βρίσκεται στην ισορροπία ισχύος που θα διαμορφωθεί εάν η Τουρκία αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε ένα από τα πιο προηγμένα αεροσκάφη της Δύσης.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε τροχιά απόκτησης F-35 και, σύμφωνα με την CRS, έχει εκφράσει στην Ουάσιγκτον ανησυχίες για ενδεχόμενη τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα. Η ελληνική πλευρά ζητά σαφείς εγγυήσεις ότι προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα που θα παραχωρηθούν στην Τουρκία δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλου μέλους του ΝΑΤΟ.
Η απαίτηση αυτή δεν είναι υπερβολική ούτε αποτελεί απλώς μια ακόμη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα της ίδιας της αμερικανικής στρατηγικής. Διότι η Ουάσιγκτον καλείται να ενισχύσει στρατιωτικά δύο χώρες που εξακολουθούν να έχουν ανοιχτές διαφορές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε την Κύπρο. Η καταγραφή από την CRS της ανάπτυξης τουρκικών F-16 στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Μάρτιο του 2026 δείχνει ότι το κυπριακό ζήτημα κάθε άλλο παρά έχει εξαφανιστεί από την αμερικανική στρατηγική εξίσωση. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί, οι επιδιώξεις της Άγκυρας και η διατήρηση του σημερινού status quo εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες που η Ουάσιγκτον οφείλει να υπολογίζει.
Αυτό που συχνά παραβλέπεται, όμως, είναι ότι η συζήτηση για την Τουρκία δεν μπορεί να περιορίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αρμενία, η Τουρκία είναι ήδη μέρος μιας διαφορετικής και πολύ πιο οδυνηρής πραγματικότητας.
Η ίδια η CRS επισημαίνει ότι οι συνομιλίες Αρμενίας–Αζερμπαϊτζάν και η διαδικασία εξομάλυνσης Τουρκίας–Αρμενίας εξελίχθηκαν παράλληλα μετά την κατάληψη του Αρτσάχ από το Αζερμπαϊτζάν το 2020 και το 2023, με υλική υποστήριξη από την Τουρκία και το Ισραήλ.
Αυτή η αναφορά έχει τεράστια σημασία. Γιατί η στρατιωτική επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να απομονωθεί από τη στρατιωτική οικοδόμηση που προηγήθηκε.
Το SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute) έχει καταγράψει ότι κατά την περίοδο 2016–2020 το Ισραήλ αντιπροσώπευε το 69% των εισαγωγών κύριων οπλικών συστημάτων του Αζερμπαϊτζάν. HAROP, Hermes-900, πύραυλοι LORA και συστήματα Barak-8 αποτέλεσαν μέρος αυτής της στρατιωτικής ισχύος. Η Τουρκία, από την πλευρά της, παρείχε στο Αζερμπαϊτζάν τεθωρακισμένα, πυραυλικά συστήματα και ένοπλα UAV, μεταξύ των οποίων Bayraktar TB2 με κατευθυνόμενα πυρομαχικά λίγο πριν από τον πόλεμο του 2020.
Επομένως, όταν σήμερα συζητούμε για την αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική ισχύ, δεν μπορούμε να την εξετάζουμε σαν να πρόκειται για μια απομονωμένη εθνική υπόθεση. Η εμπειρία του Αρτσάχ απέδειξε τι μπορεί να συμβεί όταν η τουρκική στρατιωτική τεχνολογία και τεχνογνωσία, η ισραηλινή στρατιωτική τεχνολογία και η στρατηγική του Αζερμπαϊτζάν λειτουργούν συμπληρωματικά.
Το Αζερμπαϊτζάν δεν είναι απλώς ένας σύμμαχος της Τουρκίας. Για την Άγκυρα αποτελεί στρατηγική γέφυρα προς την Κασπία, την Κεντρική Ασία και τον ευρύτερο τουρκόφωνο κόσμο. Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία το TRIPP.
Η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται για τη δημιουργία νέων εμπορικών και γεωπολιτικών διασυνδέσεων που θα μπορούσαν να συνδέσουν την Τουρκία με την Κασπία και την Κεντρική Ασία. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό μπορεί να αποτελεί μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία. Για την Τουρκία μπορεί να αποτελέσει ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική αναβάθμιση.
Για την Αρμενία, όμως, το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο.
Η Αρμενία ασφαλώς χρειάζεται ειρήνη. Χρειάζεται ανοιχτά σύνορα, οικονομική ανάπτυξη, επικοινωνίες και σχέσεις με τους γείτονές της. Αλλά η ειρήνη δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με οποιαδήποτε συμφωνία και η εξομάλυνση δεν είναι από μόνη της γεωπολιτική επιτυχία.
Πρέπει να τεθεί το ερώτημα ποιος θα είναι ο πραγματικός γεωπολιτικός κερδισμένος.
Εάν η νέα πραγματικότητα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική, ενεργειακή και στρατηγική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, ενώ η Αρμενία περιοριστεί στον ρόλο ενός διαδρόμου μεταξύ τους, τότε η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί ταυτόχρονα με μια περαιτέρω μετατόπιση της ισορροπίας ισχύος εις βάρος της Αρμενίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αρμενία πρέπει να απορρίψει την ειρήνη. Σημαίνει ότι πρέπει να διαπραγματευθεί την ειρήνη από θέση εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος και όχι να αντιμετωπίσει την εξομάλυνση ως αυτοσκοπό.
Υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που δεν πρέπει να χαθεί: η ειρήνη, η εξομάλυνση και η γεωπολιτική ισορροπία δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.
Για την Αρμενία υπάρχει επίσης ένα ακόμη ζήτημα που δεν μπορεί να διαγραφεί από τον χάρτη επειδή άλλαξαν οι πολιτικές προτεραιότητες. Η απώλεια του Αρτσάχ και η εκρίζωση του αρμενικού πληθυσμού του δεν μπορούν να μετατραπούν απλώς σε μια υποσημείωση μιας νέας εποχής «κανονικοποίησης». Η ειρήνη δεν απαιτεί από έναν λαό να ξεχάσει την ιστορία του, ούτε σημαίνει ότι τα δικαιώματα των εκτοπισμένων παύουν να υπάρχουν επειδή οι διεθνείς πρωτεύουσες επιθυμούν να προχωρήσουν στην επόμενη γεωπολιτική σελίδα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν δεν αντιμετωπίζουν την περιοχή αποκλειστικά ως χώρο ειρηνικής οικονομικής συνεργασίας. Την αντιμετωπίζουν και ως χώρο στρατηγικής επιρροής.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής περιφερειακής εικόνας.
Το Ισραήλ, που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς προμηθευτές του Αζερμπαϊτζάν και συνέβαλε σημαντικά στη στρατιωτική του υπεροχή έναντι της Αρμενίας, βρίσκεται σήμερα σε ολοένα εντονότερο στρατηγικό ανταγωνισμό με την Τουρκία και παράλληλα ενισχύει τη συνεργασία του με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Έτσι δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα. Η παλαιότερη σχέση Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν δεν μπορεί να διαγραφεί, αλλά ούτε και η σημερινή στρατηγική προσέγγιση Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου μπορεί να αγνοηθεί.
Η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν ήδη κοινό ενδιαφέρον στη διατήρηση μιας ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της γεωπολιτικής εικόνας. Η πρόσφατη εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ δείχνει ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογία, οι υποδομές και οι συμμαχίες αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Αρμενία. Όχι επειδή η Αρμενία πρέπει να επιλέξει στρατόπεδο σε κάθε περιφερειακό ανταγωνισμό, αλλά επειδή οφείλει να κατανοήσει ότι η γεωπολιτική της θέση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους μόνο διμερών σχέσεων με την Τουρκία ή το Αζερμπαϊτζάν.
Η Αρμενία βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται πολλές διαφορετικές στρατηγικές: η τουρκική φιλοδοξία προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία, η αζερική στρατηγική ισχύος, τα αμερικανικά σχέδια για νέους εμπορικούς διαδρόμους, η ρωσική και ιρανική παρουσία, αλλά και οι ευρύτερες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γι’ αυτό και δεν θεωρώ ότι η Αρμενία πρέπει να παρακολουθεί παθητικά αυτές τις εξελίξεις. Ούτε πρέπει να θεωρεί ότι η ειρήνη με το Αζερμπαϊτζάν ή η εξομάλυνση με την Τουρκία θα λύσουν αυτομάτως τα στρατηγικά της προβλήματα.
Το αντίθετο. Η ειρήνη πρέπει να συνοδεύεται από ενίσχυση της κρατικής ασφάλειας, της οικονομίας, της αμυντικής ικανότητας, των διεθνών συμμαχιών και της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας.
Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική πλευρά. Δεν αρκεί να εξετάζουμε εάν η Τουρκία θα επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35. Πρέπει να εξετάζουμε τι είδους Τουρκία θα προκύψει εάν αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τη δική της αμυντική βιομηχανία, διατηρεί τη σχέση της με το Αζερμπαϊτζάν και διεκδικεί αυξημένο ρόλο από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Κεντρική Ασία.
Η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να θέλει μια Τουρκία ισχυρή και ενταγμένη στο δυτικό στρατηγικό σύστημα. Αυτό είναι κατανοητό. Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που πρέπει να τίθεται εξίσου επίμονα:
Δεν αρκεί να ρωτάμε τι θα κερδίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αν ενισχύσουν την Τουρκία. Πρέπει να ρωτάμε ποιος θα πληρώσει το τίμημα αυτής της ενίσχυσης.
Στο Αιγαίο μπορεί να το πληρώσει η Ελλάδα.
Στην Κύπρο μπορεί να το πληρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Στον Νότιο Καύκασο μπορεί να το πληρώσει η Αρμενία.
Και αν η Τουρκία αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική και γεωοικονομική ισχύ, το ζήτημα δεν θα αφορά πλέον μόνο τις διμερείς σχέσεις. Θα αφορά την ίδια την περιφερειακή ισορροπία από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Κασπία.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό μήνυμα που πρέπει να κρατήσουμε από την έκθεση του CRS. Η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει την Τουρκία. Το αντίθετο.
Τη θεωρεί υπερβολικά σημαντική για να την αφήσει εκτός του δυτικού στρατηγικού συστήματος. Το ζήτημα είναι με ποιους όρους θα γίνει αυτή η επαναπροσέγγιση και ποια θα είναι τα όρια της τουρκικής ισχύος.