Η φον ντερ Λάιεν βρέθηκε στα Σκόπια στις 2 Οκτωβρίου 2026, στο τελευταίο σκέλος της περιοδείας της στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Χρίστιαν Μίτσκοσκι και την πρόεδρο Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα-Ντάβκοβα.
Το πρώτο και απολύτως σαφές μήνυμα της προέδρου της Κομισιόν αφορούσε την ευρωπαϊκή προοπτική των Σκοπίων.
«Το μήνυμά μου είναι σαφές: ανήκετε μαζί μας, στο τραπέζι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ήταν το πολιτικό μήνυμα που έστειλε προς την κυβέρνηση Μίτσκοσκι.
Παράλληλα, η φον ντερ Λάιεν υποστήριξε ότι η χώρα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Growth Plan για τα Δυτικά Βαλκάνια, αναφέροντας ότι έχουν ήδη εκταμιευθεί 140 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον πληρωμές αναμένονται μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Όμως το σημείο που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ελληνικό ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.
Η επίμαχη αναφορά σε «μακεδονική γλώσσα»
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προχώρησε σε μία ιδιαίτερα σαφή τοποθέτηση για ζητήματα ταυτότητας και γλώσσας.
«Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη», δήλωσε, σύμφωνα με τις αναφορές από τη συνέντευξη Τύπου.
Πρόκειται αναμφίβολα για μία διατύπωση με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Η πρόεδρος της Κομισιόν δεν περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά στην ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας, αλλά χρησιμοποίησε ευθέως τους όρους «μακεδονικός πολιτισμός» και «μακεδονική γλώσσα».
Και αυτό είναι το σημείο που είναι πιθανό να προκαλέσει αντιδράσεις στην ελληνική δημόσια συζήτηση.
Τι προβλέπει όμως πραγματικά η Συμφωνία των Πρεσπών
Υπάρχει ωστόσο μία ουσιώδης διάσταση που δεν πρέπει να αποκρυφτεί.
Η φον ντερ Λάιεν δεν δημιουργεί με τη συγκεκριμένη δήλωση μία νέα νομική πραγματικότητα.
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήδη αναφέρεται στην επίσημη γλώσσα της γειτονικής χώρας με τον όρο «Macedonian language».
Το ίδιο το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εξηγεί ότι η Συμφωνία προσδιορίζει ρητά τη συγκεκριμένη γλώσσα ως μέλος της ομάδας των Νοτίων Σλαβικών γλωσσών και υπογραμμίζει πως δεν συνδέεται με την ελληνική Μακεδονία, τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της ελληνικής περιοχής της Μακεδονίας.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Άλλο πράγμα λοιπόν η πολιτική συζήτηση γύρω από το εάν ήταν ορθή ή λανθασμένη η Συμφωνία των Πρεσπών και άλλο η παρουσίαση της σημερινής δήλωσης ως μιας εντελώς νέας ευρωπαϊκής «αναγνώρισης».
Η ορολογία υπάρχει ήδη στο θεσμικό πλαίσιο που δημιούργησε η Συμφωνία του 2018.
Η φον ντερ Λάιεν επικαλέστηκε ευθέως τις Πρέσπες
Μάλιστα, η ίδια η πρόεδρος της Κομισιόν επέλεξε να αναφερθεί θετικά στη Συμφωνία των Πρεσπών, χαρακτηρίζοντάς την παράδειγμα πολιτικού θάρρους.
Κατά τη φον ντερ Λάιεν, η συμφωνία άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, ενώ σήμερα τα Σκόπια αποτελούν, όπως είπε, «πολύτιμο σύμμαχο». Παράλληλα αναφέρθηκε στη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και στη στήριξη που παρέχει η ΕΕ για τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.
Εδώ βρίσκεται και το ευρύτερο γεωπολιτικό μήνυμα.
Οι Βρυξέλλες θέλουν να επιταχύνουν την ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, σε μία περίοδο αυξημένου ανταγωνισμού επιρροής στην περιοχή.
Το «ναι» στην Ευρώπη συνοδεύεται όμως από έναν μεγάλο όρο
Η επίσκεψη δεν ήταν μόνο μία επίδειξη υποστήριξης προς τον Μίτσκοσκι.
Η φον ντερ Λάιεν κατέστησε σαφές ότι υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο βήμα πριν ανοίξει το πρώτο ουσιαστικό κεφάλαιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Πρόκειται για τις συνταγματικές αλλαγές που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συμβιβασμού του 2022 και προβλέπουν την αναφορά των Βουλγάρων μεταξύ των κοινοτήτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα.
Η συγκεκριμένη προϋπόθεση εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εμπόδιο στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων με τη Σόφια.
Με απλά λόγια, οι Βρυξέλλες έδωσαν στα Σκόπια πολιτική στήριξη στο ζήτημα της γλώσσας και της ταυτότητας, αλλά ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν ότι χωρίς τις συμφωνημένες συνταγματικές αλλαγές η ευρωπαϊκή πορεία δεν μπορεί να προχωρήσει κανονικά.
Η μεγάλη συζήτηση που ανοίγει για την Ελλάδα
Για την Αθήνα, οι δηλώσεις δημιουργούν αναπόφευκτα πολιτικό προβληματισμό.
Όχι επειδή μεταβάλλουν τη Συμφωνία των Πρεσπών – δεν τη μεταβάλλουν – αλλά επειδή δείχνουν πόσο βαθιά έχει πλέον περάσει η συγκεκριμένη ορολογία στο ευρωπαϊκό θεσμικό λεξιλόγιο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ουσιαστική διάσταση της υπόθεσης.
Η σημερινή συζήτηση δεν αφορά μόνο τι είπε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια. Αφορά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας συμφωνίας που εξακολουθεί, οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή της, να καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μιλούν πλέον οι ευρωπαϊκοί θεσμοί για τα ζητήματα γλώσσας και ταυτότητας της γειτονικής χώρας.
Η δήλωση της προέδρου της Κομισιόν επαναφέρει συνεπώς στο προσκήνιο μία συζήτηση που στην Ελλάδα ουδέποτε έκλεισε πραγματικά: τι ακριβώς κατοχυρώθηκε στις Πρέσπες, πώς χρησιμοποιείται σήμερα αυτή η ορολογία από τις Βρυξέλλες και ποια είναι τα όρια που η ίδια η Συμφωνία θέτει ώστε να διαχωρίζεται απολύτως η σλαβική γλώσσα της γειτονικής χώρας από την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής Μακεδονίας.