Η επικίνδυνη αυταπάτη είναι ότι μια ιδεολογία πεθαίνει όταν χάνει το έδαφος που κατείχε. Ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός δείχνει γιατί αυτή η ανάγνωση αποτυγχάνει. Μπορεί να στερηθεί στρατόπεδα, διοικητήρια και δημόσιες παρελάσεις ενόπλων, αλλά να διατηρεί ανθρώπους, δίκτυα και αφηγήματα. Η πραγματική αναμέτρηση αρχίζει εκεί όπου η στρατιωτική επιτυχία θεωρείται επαρκής πολιτική απάντηση. Όταν το κράτος σταματά να παρακολουθεί τη στρατολόγηση, επειδή κατέστρεψε μια βάση, αφήνει χώρο στην επόμενη γενιά να οργανωθεί διαφορετικά.
Δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε κάθε μουσουλμάνο ύποπτο για να αναγνωρίσουμε τον κίνδυνο. Χρειάζεται να ονομάσουμε συγκεκριμένα την ιδεολογία που δικαιολογεί τη δολοφονία αμάχων επικαλούμενη θρησκευτική εντολή. Ο όρος ισλαμιστικός εξτρεμισμός περιγράφει αυτή την πολιτική και ιδεολογική χρήση της πίστης. Δεν περιγράφει συλλήβδην μια θρησκεία, ούτε την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η απειλή δεν περιορίζεται στον χάρτη
Η ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας τον Αύγουστο του 2026 καταγράφει ότι το Ισλαμικό Κράτος συνεχίζει να εκμεταλλεύεται συγκρούσεις και αστάθεια, μαζί με ψηφιακές πλατφόρμες, τεχνητή νοημοσύνη και μη επανδρωμένα συστήματα. Το συμπέρασμα είναι στρατηγικό: η οργάνωση αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως μέσο προσαρμογής. Επομένως, η αντιτρομοκρατική πολιτική πρέπει να παρακολουθεί ταυτόχρονα το φυσικό πεδίο, τη χρηματοδότηση και την επικοινωνία. Η επιτυχία στον έναν τομέα δεν ακυρώνει αυτομάτως την απειλή στους υπόλοιπους.
Στην Ευρώπη, τα ιστορικά στοιχεία της Europol για το 2024 δίνουν συγκεκριμένο μέτρο του προβλήματος. Από 58 καταγεγραμμένες επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων αποτυχημένων και αποτραπεισών, οι 24 αποδόθηκαν στην τζιχαντιστική τρομοκρατία. Η ίδια κατηγορία προκάλεσε πέντε θανάτους και δεκαοκτώ τραυματισμούς. Πρόκειται για αποτύπωση συγκεκριμένου έτους, όχι για σημερινό απολογισμό. Δείχνει, όμως, ότι η απειλή είχε ήδη διάρκεια και επιχειρησιακή παρουσία μέσα στην Ένωση.
Περισσότερο ανησυχητική είναι η επισήμανση της ίδιας έκθεσης για ανηλίκους που δικτυώνονται διαδικτυακά, ριζοσπαστικοποιούνται μαζί και σχεδιάζουν επιθέσεις. Η εικόνα υποχρεώνει τις αρχές να μετακινήσουν το βλέμμα τους. Ο πιθανός στρατολογούμενος δεν χρειάζεται να ταξιδέψει σε εμπόλεμη χώρα για να εισέλθει σε εξτρεμιστικό περιβάλλον. Η ιδεολογική ένταξη μπορεί να προηγείται κάθε φυσικής επαφής. Ένα παιδί μπορεί να βρίσκεται μέσα στο σπίτι του και συγχρόνως μέσα σε έναν κύκλο που μετατρέπει την απομόνωση σε μίσος.
Ποιος κατασκευάζει τον εχθρό
Η κατήχηση λειτουργεί όταν προσφέρει μια απλοποιημένη εξήγηση για κάθε προσωπικό και συλλογικό τραύμα. Υπόσχεται ταυτότητα, αποστολή και αναγνώριση. Στη συνέχεια απαιτεί υπακοή και κατασκευάζει ανθρώπους που υποτίθεται ότι δεν δικαιούνται προστασία. Αυτή είναι η κρίσιμη μετάβαση: από την αγανάκτηση στην ηθική αδειοδότηση της βίας. Η οργή για έναν πόλεμο, μια αδικία ή μια ταπείνωση δεν παράγει αναγκαστικά τρομοκρατία. Χρειάζεται ένας μηχανισμός που θα παρουσιάσει τον φόνο ως απάντηση και τον άμαχο ως επιτρεπτό στόχο.
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι οι δημοκρατίες χάνουν πολύτιμο χρόνο όταν συζητούν αποκλειστικά το τελικό όπλο. Το μαχαίρι, το όχημα ή η πρόσβαση σε μια κρίσιμη εγκατάσταση βρίσκονται στο τέλος της διαδρομής. Πριν από αυτά υπάρχουν η επαφή, η επιβεβαίωση, η απομόνωση και η αποδοχή μιας δολοφονικής υποχρέωσης. Η πρόληψη οφείλει να αναζητεί αυτή τη διαδρομή, με αποδεικτικά στοιχεία και έλεγχο, αντί να περιμένει την τελευταία στιγμή για να αποδείξει ότι διαθέτει αποφασιστικότητα.
Η συζήτηση πρέπει να συμπεριλάβει και την Αφρική. Η έρευνα του UNDP του 2023, με σχεδόν 2.200 συνεντεύξεις σε οκτώ χώρες, ανέδειξε την αναζήτηση εργασίας ως σημαντικό κίνητρο στρατολόγησης. Η θρησκεία δεν εμφανίστηκε ως ο μοναδικός ή κυρίαρχος παράγοντας. Αυτό δεν αθωώνει την εξτρεμιστική ιδεολογία. Εξηγεί ότι μια ένοπλη οργάνωση μπορεί να στρατολογεί εκμεταλλευόμενη την ανάγκη επιβίωσης και κατόπιν να επιβάλλει το δικό της ιδεολογικό πλαίσιο.
Το ίδιο υλικό δείχνει γιατί η κρατική αυθαιρεσία μπορεί να τροφοδοτεί τη στρατολόγηση. Η προστασία του πληθυσμού, η δικαιοσύνη και οι βασικές υπηρεσίες αποτελούν μέρος της ασφάλειας. Ένα κράτος που εμφανίζεται μόνο ως τιμωρός επιτρέπει στον εξτρεμιστή να υποδυθεί τον προστάτη. Η αντιτρομοκρατία χρειάζεται ισχύ, αλλά χρειάζεται και πολιτική παρουσία. Όταν λείπει η δεύτερη, η πρώτη καταλήγει να κυνηγά διαρκώς ανθρώπους που αντικαθίστανται από νέους στρατολογούμενους.
Η ελληνική υποχρέωση
Για την Ελλάδα, η απάντηση πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Συστηματική συνεργασία πληροφοριών, προστασία κρίσιμων υποδομών, έλεγχος χρηματοδοτικών διαδρομών και επαρκής γνώση του ψηφιακού περιβάλλοντος. Οι προτεραιότητες αυτές χρειάζονται προσωπικό, συνέχεια και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Δεν αρκεί μια ανακοίνωση μετά από μια διεθνή επίθεση. Ούτε δικαιολογείται η αντιμετώπιση της θρησκευτικής πρακτικής ως ένδειξης εγκληματικής πρόθεσης. Η υπηρεσία που στηρίζεται σε πρόχειρες γενικεύσεις σπαταλά δυνάμεις και υπονομεύει τις σχέσεις που χρειάζεται για έγκαιρη πληροφόρηση.
Στο πολιτικό επίπεδο, πρέπει να εγκαταλειφθεί η συνήθεια των επιλεκτικών ευαισθησιών. Η δολοφονία αμάχων καταδικάζεται με το ίδιο μέτρο, ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκείας. Η κριτική στην πολιτική μιας κυβέρνησης παραμένει νόμιμη και αναγκαία. Η μετατροπή ενός πληθυσμού σε συλλογικό στόχο αποτελεί διαφορετική πράξη και πρέπει να αναγνωρίζεται εγκαίρως. Όταν η δημόσια συζήτηση επιτρέπει τη σύγχυση, ο προπαγανδιστής βρίσκει χώρο να εμφανίσει την επίθεση εναντίον ανθρώπων ως δήθεν πράξη αντίστασης.
Το ζητούμενο είναι μια σταθερή πολιτική που θα μετρά την επιτυχία πριν από την καταστροφή. Πόσες επικίνδυνες διαδρομές εντοπίστηκαν; Πόσοι νέοι απομακρύνθηκαν από τη στρατολόγηση; Πόσες πληροφορίες αξιοποιήθηκαν εγκαίρως; Αυτά χρειάζονται λογοδοσία, χωρίς δημοσιοποίηση επιχειρησιακών μυστικών. Χρειάζονται επίσης θεσμική μνήμη. Κάθε αλλαγή κυβέρνησης ή διοίκησης δεν μπορεί να μηδενίζει την εμπειρία των υπηρεσιών. Η ασφάλεια χτίζεται με συνέχεια, όχι με περιοδικές εξάρσεις πανικού και εξαγγελίες που ξεχνιούνται μόλις υποχωρήσει η δημοσιότητα.
Η κοινωνία οφείλει να προστατεύσει και τον δημόσιο διάλογο. Ούτε η αποσιώπηση της ισλαμιστικής ιδεολογίας βοηθά, ούτε η υποψία απέναντι σε κάθε μουσουλμανική οικογένεια. Η πρώτη αφήνει τον στρατολόγο στο απυρόβλητο. Η δεύτερη απομακρύνει δυνητικούς συμμάχους και θολώνει τα κριτήρια κινδύνου. Η υπεύθυνη στάση επιμένει στα πρόσωπα, στις πράξεις, στα δίκτυα και στα τεκμήρια. Έτσι μπορεί να είναι ταυτόχρονα αυστηρή απέναντι στον εξτρεμιστή και δίκαιη απέναντι στον πολίτη.
Η αντοχή μιας χώρας κρίνεται και στην ικανότητά της να βλέπει εγκαίρως τον κίνδυνο, χωρίς να παραδίδεται στον εύκολο πανικό.
Ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός απειλεί τον κόσμο επειδή επιχειρεί να καταργήσει το όριο που προστατεύει την ανθρώπινη ζωή από την ιδεολογική σκοπιμότητα. Αυτό το όριο πρέπει να υπερασπιστούμε χωρίς εκπτώσεις. Με υπηρεσίες που γνωρίζουν, θεσμούς που αντέχουν και κοινωνίες που αρνούνται να συνηθίσουν τον φόνο. Η αποτελεσματική άμυνα αρχίζει από μια καθαρή παραδοχή: η απειλή προσαρμόζεται. Συνεπώς, πρέπει να προσαρμόζεται και η προστασία μας, διατηρώντας σταθερό εκείνο που ο εξτρεμιστής θέλει να καταστρέψει: την αξία κάθε ανθρώπου.