Σε μια απροκάλυπτη προσπάθεια να περιορίσει τις πολιτικές συνέπειες των νέων αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος χρηματοπιστωτικών οντοτήτων με έδρα την Τουρκία προχώρησε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στην Golden Global Yatirim Bankasi και σε δύο θυγατρικές της, κατηγορώντας την τουρκική τράπεζα ότι διευκόλυνε συναλλαγές δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων για λογαριασμό της Δύναμης Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό δίκτυο φέρεται να βοηθούσε στη μεταφορά εσόδων από τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου στην Κίνα μέσω Τουρκίας, μετατρέποντας κεφάλαια σε μετρητά και χρυσό και υπονομεύοντας στην πράξη το καθεστώς των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.
Πριν ακόμη κατακαθίσει η σκόνη από τις αποκαλύψεις, ο Τομ Μπάρακ έσπευσε να υψώσει πολιτική ασπίδα προστασίας γύρω από την Άγκυρα.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, υποστήριξε ότι θα ήταν «σοβαρό λάθος» να ερμηνευθούν οι κυρώσεις ως συνολική κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στην Τουρκία ή στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα.
«Η υγεία του τουρκικού χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν αμφισβητείται. Η συμπεριφορά ενός ιδρύματος αμφισβητήθηκε», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η σχέση ΗΠΑ και Τουρκίας είναι μεγαλύτερη από «οποιοδήποτε ίδρυμα ή οποιαδήποτε ημέρα».
Επικοινωνιακή διαχείριση μιας σοβαρής υπόθεσης
Η τοποθέτηση Μπάρακ αποτελεί ξεκάθαρη άσκηση διπλωματικής ισορροπίας, η οποία όμως αγγίζει τα όρια της πολιτικής συγκάλυψης.
Όταν μια τράπεζα και δύο θυγατρικές της, όλες εγκατεστημένες στην Τουρκία, κατηγορούνται από τις ίδιες τις ΗΠΑ ότι αποτελούσαν κρίσιμο χρηματοπιστωτικό δίαυλο για τους Φρουρούς της Επανάστασης, το πρόβλημα δεν μπορεί να περιορίζεται επικοινωνιακά στη «συμπεριφορά ενός ιδρύματος».
Προκύπτουν αυτονόητα ερωτήματα για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Τουρκίας, την εποπτεία