breaking newsΕλλάδα

Νέα Γιάλτα χωρίς την Ευρώπη – Η Ελλάδα οφείλει να διδαχθεί από τη Μικρασιατική Καταστροφή

Η παγκόσμια τάξη μεταβάλλεται με ταχύτητα και οι μεγάλες δυνάμεις προετοιμάζονται να μοιράσουν εκ νέου την ισχύ, τις αγορές και τις ζώνες επιρροής. Το ενδεχόμενο μιας συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ, του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ γεννά ήδη συζητήσεις για μια «νέα Γιάλτα».

Μόνο που σε αυτή τη Γιάλτα η Ευρώπη κινδυνεύει να μην έχει καρέκλα.

Και όταν δεν βρίσκεσαι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι πολύ πιθανό να βρίσκεσαι στο μενού.

Η Ευρώπη έχει οικονομική ισχύ, αλλά όχι γεωπολιτικό εκτόπισμα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μια τεράστια οικονομική δύναμη, χωρίς όμως την αντίστοιχη πολιτική και στρατηγική επιρροή. Οι κρίσιμες αποφάσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη νέα ισορροπία δυνάμεων λαμβάνονται κυρίως στην Ουάσιγκτον, στη Μόσχα και στο Πεκίνο.

Οι Βρυξέλλες ακολουθούν. Πληρώνουν τις συνέπειες, υφίστανται το ενεργειακό και οικονομικό κόστος, αλλά δεν καθορίζουν την πορεία των γεγονότων.

Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα πίσω από την περιοδεία του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα σε Αθήνα και Λευκωσία. Ο Κόστα άκουσε τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις, αναγνώρισε τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου και δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να προστατεύει τα συμφέροντα των κρατών-μελών της.

Την ίδια στιγμή, όμως, επανέλαβε την ανάγκη οικοδόμησης μιας «αμοιβαία επωφελούς» σχέσης με την Τουρκία. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα στην ανάγκη υπεράσπισης της Ελλάδας και της Κύπρου και στην επιθυμία να μη διαταράξει τις σχέσεις της με την Άγκυρα.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να δέχεται υποδείξεις για την άμυνά της

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή για κανέναν, αλλά δεν πρόκειται να δεχθεί υποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο θα ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση.

Παράλληλα, έθεσε ενώπιον του Αντόνιο Κόστα την ενεργή απειλή πολέμου, τις τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας και την κλιμάκωση των προκλήσεων στο Αιγαίο. Δεν είναι δυνατόν μια υποψήφια προς ένταξη χώρα να απειλεί με πόλεμο ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ίδια στιγμή να απαιτεί πρόσβαση στα ευρωπαϊκά αμυντικά και χρηματοδοτικά προγράμματα.

Η διατύπωση των ελληνικών θέσεων είναι αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, μια ενημέρωση που γίνεται στο πόδι, κατά τη διάρκεια μιας επίσημης συνάντησης.

Η Ελλάδα έχει τεράστιο έλλειμμα οργανωμένης στρατηγικής επικοινωνίας. Δεν διαθέτει ισχυρό και πολυεπίπεδο δίκτυο δεξαμενών σκέψης που να ενημερώνει συστηματικά τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τους αξιωματούχους και τους συνεργάτες τους για την τουρκική πολιτική.

Η Τουρκία, αντιθέτως, διαθέτει δεκάδες ερευνητικά κέντρα, πανεπιστημιακούς μηχανισμούς και δομές παραγωγής πολιτικής. Εκδίδει μελέτες, οργανώνει συνέδρια, προωθεί τις θέσεις της στη διεθνή βιβλιογραφία και καλλιεργεί το αφήγημά της στο εξωτερικό.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να τα κάνει όλα. Χρειάζεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα εθνικής στρατηγικής, επιστημονικής τεκμηρίωσης και διεθνούς παρουσίας. Διαφορετικά, θα διαμαρτυρόμαστε επειδή οι ξένοι δεν κατανοούν τις θέσεις μας, ενώ εμείς δεν έχουμε φροντίσει να τους ενημερώσουμε εγκαίρως και με επαγγελματισμό.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και ο ιταλικός παράγοντας

Η ανάγκη ιστορικής γνώσης γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν εξετάζουμε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η ελληνική παρουσία στη Σμύρνη δεν μπορεί να ερμηνευθεί έξω από τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα από τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στην Ιταλία και στις υπόλοιπες χώρες της Αντάντ.

Η Ρώμη είχε δικές της βλέψεις στη Μικρά Ασία. Η αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να εμποδιστεί η ιταλική προέλαση και η κατάληψη της περιοχής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος του Ιταλού διπλωμάτη Κάρλο Σφόρτσα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, ο Σφόρτσα είχε επαφές με τον Μουσταφά Κεμάλ και τον Φετχί πασά ήδη από το τέλος του 1918. Τους ενημέρωσε για το ενδεχόμενο ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη και τους προέτρεψε να οργανώσουν στρατιωτική αντίσταση, διαβεβαιώνοντάς τους ότι μπορούσαν να υπολογίζουν στην ιταλική υποστήριξη.

Η Ιταλία δεν ενδιαφερόταν για την αποκατάσταση κάποιου ιστορικού δικαίου. Έβλεπε την Ελλάδα ως ανταγωνιστή των σχεδίων της στην Ανατολία και γι’ αυτό επένδυσε πολιτικά και στρατηγικά στο κεμαλικό κίνημα.

Εδώ βρίσκεται και μια μεγάλη ιστορική αλήθεια: το κεμαλικό κίνημα δεν αποτέλεσε ρήξη με τους Νεότουρκους. Αξιοποίησε τους μηχανισμούς της Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος, δηλαδή τους μηχανισμούς που είχαν οργανώσει τη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.

Τα δύο εθνικά τραύματα

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η τραγωδία της Κύπρου αποτελούν τα δύο μεγάλα τραύματα του σύγχρονου Ελληνισμού. Τα τραύματα αυτά εξακολουθούν να επηρεάζουν τη συλλογική συμπεριφορά της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, καλλιεργώντας ένα φοβικό σύνδρομο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις.

Στη Μικρά Ασία ο ελληνικός στρατός δεν ηττήθηκε με την κλασική στρατιωτική έννοια. Το μέτωπο κατέρρευσε επειδή έμεινε επί έναν χρόνο χωρίς σαφή πολιτικό στόχο και ουσιαστική πολιτική στήριξη. Στην Κύπρο, το 1974, δεν διεξήχθη ολοκληρωμένος πόλεμος υπεράσπισης της Μεγαλονήσου. Η Κύπρος εγκαταλείφθηκε και προδόθηκε.

Η ορθή μελέτη αυτών των δύο τραγωδιών δεν έχει σκοπό να διχάσει τους Έλληνες. Αντιθέτως, μπορεί να θεραπεύσει το φοβικό σύνδρομο και να αποκαταστήσει την εθνική αυτοπεποίθηση που απαιτείται για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα.

Η αλήθεια για τα εγκλήματα στην Κύπρο

Η έντονη αντίδραση της Άγκυρας στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μνημείου για τις γυναίκες και τα κορίτσια που υπέστησαν σεξουαλική βία κατά την τουρκική εισβολή αποκαλύπτει τη σταθερή τουρκική προσπάθεια διαγραφής της ιστορικής μνήμης.

Οι μαρτυρίες των θυμάτων δεν είναι προπαγάνδα. Τα ιατρικά ντοκουμέντα, οι εκτρώσεις, οι αγνοούμενοι, οι ομαδικοί τάφοι, οι πρόσφυγες και τα κατεχόμενα εδάφη δεν είναι προπαγάνδα.

Προπαγάνδα είναι να χαρακτηρίζεται «ειρηνευτική επιχείρηση» μια εισβολή που άφησε πίσω της νεκρούς, αγνοουμένους, βιασμούς, ξεριζωμό και κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους.

Ορθώς, λοιπόν, ο ευρωβουλευτής Λουκάς Φουρλάς απάντησε ότι η Κύπρος δεν χρειάζεται την άδεια της Άγκυρας για να τιμήσει τα θύματά της. Η αποκατάσταση της μνήμης αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις γυναίκες που αναγκάστηκαν να κουβαλούν επί δεκαετίες τον πόνο τους μέσα στη σιωπή.

Η Μονή του Σινά και η ιστορική συνέχεια

Ανάλογη προσήλωση στην ιστορική και νομική αλήθεια απαιτείται και για την Αγία Αικατερίνη του Σινά. Η υπόθεση δεν αφορά απλώς ορισμένα ακίνητα ή μια διοικητική διαφορά. Αφορά τη συνέχεια ενός από τα αρχαιότερα εν λειτουργία μοναστήρια του χριστιανικού κόσμου.

Η Μονή διαθέτει ιστορικό καθεστώς που αναγνωρίστηκε από διαδοχικές ισλαμικές εξουσίες. Αραβικά, φατιμιδικά, μαμελουκικά και οθωμανικά τεκμήρια κατοχυρώνουν την περιουσία, τα προνόμια και την αυτοδιοίκηση της μοναστικής κοινότητας.

Επομένως, δεν ζητείται σήμερα η δημιουργία ενός νέου προνομίου. Ζητείται η σύγχρονη νομική κατοχύρωση μιας ιστορικής τάξης που η ίδια η ισλαμική και αιγυπτιακή παράδοση σεβάστηκε επί αιώνες.

Από την πολιτική επικοινωνία στο εθνικό σχέδιο

Όλα αυτά συνδέονται με ένα βαθύτερο ελληνικό πρόβλημα: την απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης έχει μετατραπεί από οικονομικό και αναπτυξιακό γεγονός σε ετήσια πολιτική παράσταση. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση ανταγωνίζονται στις υποσχέσεις, στα επιδόματα και στις επικοινωνιακές ατάκες, ενώ η πραγματική οικονομία και η ελληνική περιφέρεια μαραζώνουν.

Η χώρα χρειάζεται αναπτυξιακά σχέδια δεκαετίας και εικοσαετίας, με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους. Κάθε δήμος και κάθε περιφέρεια πρέπει να γνωρίζει πού θέλει να βρίσκεται έπειτα από είκοσι χρόνια και με ποια έργα θα φτάσει εκεί.

Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, πολιτική ηθική. Δεν μπορεί η πολιτική εξουσία να ψηφίζει έναν νόμο, να πανηγυρίζει για αυτόν και, μόλις εμφανιστούν οι συνέπειές του, να αποστασιοποιείται και να μεταθέτει την ευθύνη σε υπουργούς και επιτροπές. Ούτε μπορεί ένα κόμμα να διατυπώνει μια πρόταση και την επομένη να ισχυρίζεται ότι δεν εννοούσε αυτό που είπε.

Η Ιστορία διδάσκει πως τα κράτη που δεν διαθέτουν στρατηγική γίνονται εργαλεία των στρατηγικών των άλλων. Αυτό συνέβη στη Μικρά Ασία. Αυτό συνέβη στην Κύπρο. Και αυτό κινδυνεύει να συμβεί ξανά, εάν η Ελλάδα και η Ευρώπη παραμείνουν απλοί θεατές της νέας κατανομής ισχύος.

Η χώρα χρειάζεται ιστορική συνείδηση, ισχυρή άμυνα, οργανωμένη στρατηγική ενημέρωση και πολιτικό σχέδιο. Διαφορετικά, στη νέα Γιάλτα δεν θα κληθούμε να αποφασίσουμε. Θα περιμένουμε απλώς να μάθουμε τι αποφάσισαν οι άλλοι για εμάς.

Back to top button