breaking newsΕλλάδα

Σεπτεμβριανά 1955: Η νύχτα που επιχειρήθηκε να σβήσει ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης

Υπάρχουν νύχτες που δεν τελειώνουν με την ανατολή του ήλιου. Παραμένουν ανοιχτές πληγές στη μνήμη ενός λαού, γιατί μέσα σε λίγες ώρες συμπυκνώνουν αιώνες μίσους, πολιτικών σχεδιασμών και εθνικής τραγωδίας.

Μία τέτοια νύχτα ήταν εκείνη της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955.

Ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης, μια κοινότητα με αδιάλειπτη παρουσία αιώνων, βρέθηκε στο στόχαστρο μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης βίας. Σπίτια, επιχειρήσεις, σχολεία, εκκλησίες και κοιμητήρια καταστράφηκαν. Άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν, γυναίκες κακοποιήθηκαν, ιερείς διαπομπεύθηκαν και περιουσίες ολόκληρων γενεών χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες.

Τα Σεπτεμβριανά δεν υπήρξαν ένα «ξέσπασμα οργής», όπως επιχείρησε να τα παρουσιάσει η επίσημη τουρκική εκδοχή. Ήταν ένα οργανωμένο πογκρόμ, με συγκεκριμένη προετοιμασία, επιλεγμένους στόχους και σαφή πολιτική επιδίωξη: να τρομοκρατηθεί και τελικά να εκδιωχθεί ο Ελληνισμός της Πόλης.

Το Κυπριακό και η επιστροφή της Τουρκίας

Για να γίνει κατανοητό το πογκρόμ, πρέπει να εξεταστεί το γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οργανώθηκε.

Την 1η Απριλίου 1955 είχε αρχίσει στην Κύπρο ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ εναντίον της βρετανικής αποικιοκρατίας. Αίτημα της συντριπτικής πλειονότητας των Κυπρίων ήταν η αυτοδιάθεση και η Ένωση με την Ελλάδα.

Η Βρετανία δεν ήθελε να εγκαταλείψει την Κύπρο, η οποία αποτελούσε στρατηγικό σημείο ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το ελληνικό αίτημα, επανέφερε την Τουρκία στο Κυπριακό, μολονότι η Άγκυρα είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματά της επί της νήσου με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Το Λονδίνο συγκάλεσε Τριμερή Διάσκεψη με τη συμμετοχή της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η ίδια η Κύπρος έμενε ουσιαστικά εκτός της διαδικασίας. Η Άγκυρα, αντιλαμβανόμενη την ευκαιρία που της δινόταν, εγκατέλειψε την προηγούμενη περιορισμένη στάση της και άρχισε να διεκδικεί ενεργό ρόλο στο μέλλον της νήσου.

Στην Τουρκία καλλιεργήθηκε μεθοδικά ένα κλίμα ανθελληνικής υστερίας. Ο Τύπος παρουσίαζε τους Έλληνες της Κύπρου ως απειλή, ενώ η οργάνωση «Η Κύπρος είναι Τουρκική» αναλάμβανε να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη. Οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκαν σε ομήρους των εξελίξεων στο Κυπριακό.

Η προβοκάτσια στη Θεσσαλονίκη

Το πρόσχημα δόθηκε το βράδυ της 5ης προς την 6η Σεπτεμβρίου, όταν σημειώθηκε έκρηξη στον χώρο του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται το σπίτι στο οποίο θεωρείται ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Οι ζημιές ήταν περιορισμένες. Η είδηση, όμως, μεταδόθηκε στην Τουρκία με δραματικό και παραποιημένο τρόπο. Η εφημερίδα «İstanbul Ekspres» κυκλοφόρησε σε ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό αντιτύπων, παρουσιάζοντας το περιστατικό ως μεγάλη ελληνική επίθεση εναντίον του σπιτιού του Κεμάλ.

Η προβοκάτσια είχε επιτελέσει τον σκοπό της.

Η δικαστική διερεύνηση που ακολούθησε αποκάλυψε ότι ο εκρηκτικός μηχανισμός είχε τοποθετηθεί από άνθρωπο συνδεδεμένο με το τουρκικό προξενείο. Το γεγονός δεν αποτέλεσε αιτία του πογκρόμ, αλλά τον προσχεδιασμένο μηχανισμό ενεργοποίησής του.

Οι στόχοι ήταν ήδη σημαδεμένοι

Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου πλήθη άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Ταξίμ. Σύντομα οι συγκεντρωμένοι χωρίστηκαν σε οργανωμένες ομάδες και κατευθύνθηκαν προς τις συνοικίες όπου κατοικούσαν Έλληνες.

Πολλοί από τους δράστες είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη από άλλες περιοχές με λεωφορεία, φορτηγά, τρένα και πλοιάρια. Ήταν εφοδιασμένοι με λοστούς, τσεκούρια, αξίνες, σφυριά και δοχεία με εύφλεκτα υλικά.

Τα ελληνικά σπίτια και καταστήματα είχαν προηγουμένως καταγραφεί. Σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν διακριτικά σημάδια που καθοδηγούσαν τους επιδρομείς. Οι δράστες γνώριζαν πού έπρεπε να πάνε, τι να χτυπήσουν και ποιες περιουσίες να αφήσουν ανέπαφες.

Η ακρίβεια με την οποία επιλέχθηκαν οι στόχοι καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί αυθόρμητων ταραχών. Δεν επρόκειτο για ανεξέλεγκτο πλήθος. Επρόκειτο για μηχανισμό.

Η λεηλασία της Πόλης

Μέσα σε λίγες ώρες, οι άλλοτε ακμαίες ελληνικές συνοικίες μετατράπηκαν σε πεδίο καταστροφής.

Χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις και κατοικίες λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Εμπορεύματα, έπιπλα και οικογενειακά κειμήλια πετάχτηκαν στους δρόμους. Περιουσίες που είχαν δημιουργηθεί με κόπο δεκαετιών αφανίστηκαν πριν ξημερώσει.

Οι επιδρομείς δεν περιορίστηκαν στην αρπαγή. Σε πολλές περιπτώσεις κατέστρεφαν ό,τι δεν μπορούσαν να πάρουν, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα επιστροφής των ιδιοκτητών στην προηγούμενη ζωή τους. Η οικονομική εξόντωση αποτελούσε βασικό μέρος του σχεδίου.

Δεκάδες ορθόδοξοι ναοί πυρπολήθηκαν, λεηλατήθηκαν ή βεβηλώθηκαν. Ιερές εικόνες τεμαχίστηκαν, σταυροί γκρεμίστηκαν, ιερά σκεύη καταστράφηκαν και λείψανα αγίων σκορπίστηκαν στους δρόμους.

Ούτε οι νεκροί γλίτωσαν από τη μανία. Ελληνικά νεκροταφεία βεβηλώθηκαν, τάφοι ανοίχθηκαν και οστά νεκρών διασκορπίστηκαν. Η επίθεση είχε χαρακτήρα όχι μόνο οικονομικό και πολιτικό, αλλά βαθιά εθνικό και θρησκευτικό.

Άνδρες και γυναίκες κακοποιήθηκαν, ιερείς ξυλοκοπήθηκαν και διαπομπεύθηκαν, ενώ καταγράφηκαν βιασμοί και θάνατοι. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει αντικείμενο ιστορικής έρευνας, καθώς πολλές οικογένειες απέφυγαν να καταγγείλουν όσα υπέστησαν μέσα σε ένα κλίμα φόβου και απόλυτης ανασφάλειας.

Η στάση των Αρχών

Η τουρκική αστυνομία και οι δυνάμεις ασφαλείας παρέμειναν επί ώρες αδρανείς. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν τις καταστροφές χωρίς να επεμβαίνουν, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για ανοχή ή ακόμη και καθοδήγηση των επιδρομέων.

Στρατιωτικός νόμος επιβλήθηκε μόνο όταν το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής είχε ολοκληρωθεί.

Η κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές προσπάθησε αρχικά να αποδώσει τα επεισόδια σε κομμουνιστές και άλλους πολιτικούς αντιπάλους. Η εκδοχή αυτή κατέρρευσε. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, η οργάνωση των Σεπτεμβριανών αποτέλεσε μέρος των κατηγοριών στις δίκες εναντίον του Μεντερές και κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησής του.

Δεκαετίες αργότερα, ο Τούρκος στρατηγός Σαμπρί Γιρμιμπέσογλου παραδέχθηκε ότι τα γεγονότα αποτέλεσαν επιχείρηση των μηχανισμών ανορθόδοξου πολέμου του τουρκικού κράτους. Η κυνική του παραδοχή επιβεβαίωσε όσα οι Έλληνες της Πόλης γνώριζαν από την πρώτη στιγμή: τίποτε δεν ήταν τυχαίο.

Η Δύση και η εξίσωση θύτη και θύματος

Το πογκρόμ σημειώθηκε ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου για το Κυπριακό. Η χρονική σύμπτωση εξυπηρετούσε έναν προφανή σκοπό: να ασκηθεί πίεση στην Ελλάδα και να καταδειχθεί ότι οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως όμηροι.

Η Βρετανία είχε ήδη δημιουργήσει τις συνθήκες για την ενεργό επανεμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό. Η συνολική έκταση της βρετανικής γνώσης ή συμμετοχής στον σχεδιασμό του πογκρόμ εξακολουθεί να συζητείται από τους ιστορικούς. Δεν αμφισβητείται, όμως, ότι η στρατηγική του Λονδίνου συνέβαλε αποφασιστικά στη μετατροπή του Κυπριακού από αποικιακό ζήτημα σε ελληνοτουρκική διαφορά.

Η αμερικανική αντίδραση κινήθηκε στη λογική των ίσων αποστάσεων. Αθήνα και Άγκυρα κλήθηκαν να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, σαν να επρόκειτο για μια συνηθισμένη διμερή ένταση και όχι για οργανωμένη επίθεση εναντίον μιας απροστάτευτης μειονότητας.

Για τις δυτικές δυνάμεις προτεραιότητα αποτελούσε η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης για τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.

Για ακόμη μία φορά, ο γεωπολιτικός υπολογισμός υπερίσχυσε του δικαίου.

Η αρχή του τέλους

Τα Σεπτεμβριανά δεν εξαφάνισαν αμέσως τον Ελληνισμό της Πόλης. Δημιούργησαν, όμως, τις συνθήκες για τον τελικό ξεριζωμό του.

Οι άνθρωποι που είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται και τις εκκλησίες τους να βεβηλώνονται κατάλαβαν ότι το τουρκικό κράτος είτε δεν μπορούσε είτε δεν ήθελε να τους προστατεύσει. Ακόμη χειρότερα, κατάλαβαν ότι το ίδιο το κράτος είχε οργανώσει την επίθεση.

Ακολούθησαν νέες πιέσεις, διοικητικές διακρίσεις, δημεύσεις και απελάσεις. Το 1964, με αφορμή και πάλι το Κυπριακό, χιλιάδες Έλληνες υπήκοοι εκδιώχθηκαν από την Τουρκία. Μαζί τους αναγκάστηκαν να φύγουν και μέλη των οικογενειών τους που είχαν τουρκική υπηκοότητα.

Μια κοινότητα που αριθμούσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους συρρικνώθηκε δραματικά. Σήμερα στην Κωνσταντινούπολη παραμένουν μόνο λίγες χιλιάδες Ρωμιοί, φύλακες μιας παράδοσης που επέζησε από αυτοκρατορίες, πολέμους και καταστροφές, αλλά δέχθηκε καίριο πλήγμα από τη συστηματική πολιτική του τουρκικού κράτους.

Ένα έγκλημα κατά της συλλογικής μνήμης

Τα Σεπτεμβριανά δεν στράφηκαν μόνο εναντίον ανθρώπων και περιουσιών. Στόχος τους ήταν η ιστορική μνήμη της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ελληνισμός δεν αποτελούσε ξένο σώμα στην Πόλη. Ήταν ένας από τους δημιουργούς της ταυτότητας, της οικονομίας και του πολιτισμού της. Οι Ρωμιοί είχαν ιδρύσει σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εμπορικούς οίκους και βιοτεχνίες. Αποτελούσαν ζωντανή συνέχεια μιας παρουσίας πολύ παλαιότερης από το ίδιο το τουρκικό κράτος.

Με την καταστροφή των ελληνικών θεσμών και την εκδίωξη του πληθυσμού, η Κωνσταντινούπολη δεν έχασε απλώς μία μειονότητα. Έχασε ένα μέρος της ψυχής της.

Το χρέος της μνήμης

Εβδομήντα και πλέον χρόνια μετά, το έγκλημα των Σεπτεμβριανών δεν έχει αποδοθεί πλήρως στη διεθνή ιστορική συνείδηση. Η Τουρκία δεν έχει αναλάβει ουσιαστικά την κρατική ευθύνη ούτε έχει αποκαταστήσει τις τεράστιες υλικές και ηθικές ζημιές που προκάλεσε.

Η μνήμη, όμως, δεν είναι πράξη εκδίκησης. Είναι πράξη δικαιοσύνης και εθνικής αυτογνωσίας.

Η επέτειος πρέπει να διδάσκει ότι οι ελληνικές κοινότητες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα πιόνια στις διεθνείς διαπραγματεύσεις. Ότι οι συμμαχίες λειτουργούν με βάση τα συμφέροντα και όχι το συναίσθημα. Και ότι ένα κράτος που δεν διαθέτει στρατηγική, μηχανισμούς προστασίας και ιστορική συνείδηση αφήνει τον λαό του εκτεθειμένο.

Τα Σεπτεμβριανά ήταν ένας κρίκος στη μακρά αλυσίδα διωγμών που οδήγησαν στον αφανισμό του Ελληνισμού της Ανατολής: από τις γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης μέχρι την καταστροφή της Σμύρνης, το Βαρλίκ Βεργκισί, τα τάγματα εργασίας, το πογκρόμ του 1955 και τις απελάσεις του 1964.

Η Κωνσταντινούπολη μπορεί να άδειασε από τα παιδιά της. Δεν έπαψε, όμως, να κατοικεί μέσα στη μνήμη τους.

Κάθε 6η Σεπτεμβρίου δεν θυμόμαστε απλώς μια νύχτα καταστροφής. Θυμόμαστε έναν κόσμο που χτυπήθηκε επειδή ήταν ελληνικός και χριστιανικός. Τιμούμε εκείνους που υπέφεραν, εκείνους που ξεριζώθηκαν και εκείνους που παρέμειναν στις πατρογονικές τους εστίες κρατώντας αναμμένο το καντήλι της Ρωμιοσύνης.

Γιατί οι πατρίδες χάνονται οριστικά μόνο όταν λησμονούνται.

Back to top button