Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε ένα θεμελιώδες ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει πραγματική δημοκρατία, όταν η κυβέρνηση επιλέγει την ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων;
Ο Σταύρος Καλεντερίδης άσκησε σφοδρή κριτική στο ισχύον ελληνικό σύστημα, υποστηρίζοντας ότι η πολυδιαφημισμένη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ακυρώνεται στην πράξη από τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύονται οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί.
Όπως επισήμανε, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 5 του Συντάγματος, οι πρόεδροι και οι αντιπρόεδροι των τριών ανώτατων δικαστηρίων —του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου— επιλέγονται έπειτα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Κατά την εκτίμησή του, αυτό σημαίνει ότι η εκάστοτε κυβέρνηση, και ουσιαστικά ο πρωθυπουργός, διαθέτει καθοριστικό λόγο στην επιλογή της κορυφής της δικαστικής εξουσίας.
«Δεν νοείται δημοκρατία χωρίς ανεξάρτητη Δικαιοσύνη»
Ο αναλυτής συνέδεσε ευθέως τη λειτουργία της Δικαιοσύνης με την ποιότητα του πολιτεύματος. Υποστήριξε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση των δικαστών από την πολιτική εξουσία τόσο περισσότερο ένα κράτος απομακρύνεται από την ουσιαστική δημοκρατία και μετατρέπεται σε ένα κλειστό ολιγαρχικό σύστημα.
Έκανε, μάλιστα, αναφορά σε μεγάλες υποθέσεις που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, όπως η τραγωδία των Τεμπών, το σκάνδαλο των υποκλοπών και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠ, καταγγέλλοντας ότι η Δικαιοσύνη δεν έπεισε τους πολίτες πως μπορούσε να κινηθεί πραγματικά ανεξάρτητα από την κυβερνητική εξουσία.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης σημείωσε ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή κυβερνήσεις. Κατά την ανάλυσή του, αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος, καθώς όλα τα κόμματα εξουσίας επιθυμούν να διατηρούν το προνόμιο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας όταν αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της χώρας.
Τα τρία αμερικανικά μοντέλα
Σε αντιπαραβολή με το ελληνικό σύστημα, παρουσίασε την ποικιλία των μεθόδων που εφαρμόζονται στις αμερικανικές πολιτείες. Όπως εξήγησε, στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο για όλα τα επίπεδα της Δικαιοσύνης. Οι δικαστές μπορούν να αναδεικνύονται μέσα από τρεις βασικές διαδικασίες:
- Εκλογή από τους πολίτες.
- Υποβοηθούμενο ή αξιοκρατικό διορισμό.
- Άμεσο διορισμό από πολιτειακό όργανο.
Ακόμη και μέσα στην ίδια πολιτεία μπορεί να εφαρμόζονται διαφορετικά συστήματα για τα τοπικά, τα πολιτειακά και τα ανώτατα δικαστήρια.
Όταν οι πολίτες εκλέγουν τους δικαστές
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις κομματικές και τις μη κομματικές εκλογές. Στην πρώτη περίπτωση οι υποψήφιοι εμφανίζονται με την κομματική τους ταυτότητα, ενώ στη δεύτερη τα ονόματα τοποθετούνται στο ψηφοδέλτιο χωρίς αναφορά σε πολιτικό κόμμα.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στα πλεονεκτήματα αλλά και στους σοβαρούς κινδύνους της συγκεκριμένης διαδικασίας. Οι εκλεγμένοι δικαστές λογοδοτούν απευθείας στους πολίτες και, σύμφωνα με μελέτες που επικαλέστηκε, τείνουν να αιτιολογούν συχνότερα τις αποφάσεις τους.
Από την άλλη πλευρά, όμως, οι προεκλογικές εκστρατείες απαιτούν χρήματα και μπορούν να μετατρέψουν τους δικαστές σε πολιτικούς υποψηφίους, δημιουργώντας κομματικές εξαρτήσεις και δεσμούς με χρηματοδότες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο σύστημα του Μίσιγκαν, όπου τα κόμματα προτείνουν τους υποψηφίους, αλλά η τελική εκλογική διαδικασία πραγματοποιείται χωρίς να αναγράφεται η κομματική τους προέλευση.
Η λαϊκή «μομφή» κατά δικαστών
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεγόμενη εκλογή παραμονής. Οι πολίτες δεν καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο υποψηφίους, αλλά να αποφασίσουν εάν ένας εν ενεργεία δικαστής πρέπει να παραμείνει στη θέση του για μία ακόμη θητεία.
Εάν η πλειοψηφία ψηφίσει αρνητικά, ο δικαστής απομακρύνεται και αντικαθίσταται με τη μέθοδο που προβλέπει η κάθε πολιτεία.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης χαρακτήρισε τη διαδικασία αυτή μορφή λαϊκής μομφής ή ανάκλησης αξιωματούχου, εντοπίζοντας τις ρίζες της στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία.
Το πλεονέκτημά της είναι ότι ο δικαστής δεν χρειάζεται να διεξαγάγει μία κομματική προεκλογική εκστρατεία. Την ίδια στιγμή, όμως, οι πολίτες διατηρούν το δικαίωμα να τον απομακρύνουν, κρίνοντας τη συμπεριφορά, τις ικανότητες και το σύνολο της δικαστικής του πορείας.
Η «μέθοδος του Μιζούρι»
Η δεύτερη μεγάλη επιλογή είναι ο υποβοηθούμενος διορισμός, γνωστός και ως «μέθοδος του Μιζούρι».
Σε αυτή την περίπτωση, μία ειδική επιτροπή αξιολογεί τους υποψηφίους και καταρτίζει έναν μικρό κατάλογο τριών έως πέντε ονομάτων. Από τη συγκεκριμένη λίστα καλείται να επιλέξει ο κυβερνήτης της πολιτείας.
Οι επιτροπές μπορούν να περιλαμβάνουν δικαστές, δικηγόρους και πολίτες, ενώ ο τρόπος συγκρότησής τους διαφέρει από πολιτεία σε πολιτεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέλη διορίζονται από τον κυβερνήτη, σε άλλες από τον δικηγορικό σύλλογο, ενώ υπάρχουν και μεικτά σχήματα.
Η συγκεκριμένη μέθοδος επιχειρεί να περιορίσει την ευνοιοκρατία και τις απευθείας πολιτικές ανταμοιβές. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε ο αναλυτής, το κρίσιμο ζήτημα μεταφέρεται στην επιτροπή: ποιος επιλέγει εκείνους που προεπιλέγουν τους δικαστές και ποιος τελικά τους ελέγχει;
Από τη Βουλή μέχρι τον δήμαρχο
Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τις διάφορες μορφές άμεσου διορισμού. Ο δικαστής μπορεί να επιλέγεται από άλλο δικαστήριο, από την πολιτειακή Βουλή, απευθείας από τον κυβερνήτη ή, σε τοπικό επίπεδο, από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο.
Σε ορισμένες πολιτείες προηγείται αξιολόγηση από αρμόδια επιτροπή και στη συνέχεια αποφασίζει η Βουλή. Αλλού την πρωτοβουλία έχει ο κυβερνήτης, αλλά ο διορισμός του πρέπει να επικυρωθεί από τη Γερουσία ή άλλο θεσμικό όργανο.
Αυτό που διαφοροποιεί τα αμερικανικά συστήματα από το ελληνικό είναι, σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, η ύπαρξη πολλαπλών θεσμικών φίλτρων και διαφορετικών κέντρων ελέγχου.
Το ερώτημα για την Ελλάδα
Ο Σταύρος Καλεντερίδης δεν παρουσίασε κάποιο από τα αμερικανικά μοντέλα ως αλάνθαστο. Αντιθέτως, ανέλυσε τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες κάθε μεθόδου, θέτοντας προς συζήτηση την εφαρμογή ενός υβριδικού συστήματος στην Ελλάδα.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να περιλαμβάνει αξιοκρατική προεπιλογή από ανεξάρτητη επιτροπή, περιορισμένη θητεία, διορισμό με θεσμικά αντίβαρα και, στο τέλος της πρώτης θητείας, δυνατότητα των πολιτών να αποφασίζουν εάν ο δικαστής θα παραμείνει στη θέση του.
Το τελικό μήνυμα της ανάλυσής του ήταν ξεκάθαρο: η συζήτηση για τη Δικαιοσύνη δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των δικαστηρίων. Αφορά την ίδια τη δημοκρατία, την εθνική ανεξαρτησία και την κυριαρχία της χώρας.
Διότι κράτος χωρίς πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να θεωρείται ούτε πλήρως δημοκρατικό ούτε πραγματικά ελεύθερο.