Μια βαθιά γεωπολιτική ανάλυση για την αποσύνθεση του παγκόσμιου συστήματος ασφάλειας παρουσίασε στο ΕΛΙΣΜΕ ο πρέσβης ε.τ. Γρηγόριος Βασιλοκωνσταντάκης, σε ομιλία με θέμα «Αυτοαποσύνθεση του Παγκόσμιου Συστήματος Ασφάλειας».
Ο έμπειρος διπλωμάτης περιέγραψε έναν κόσμο που έχει περάσει από τη μεταψυχροπολεμική αισιοδοξία σε μια εποχή δομικής αστάθειας, όπου οι παλαιοί μηχανισμοί συλλογικής ασφάλειας δεν επαρκούν πλέον και οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται με γνώμονα τον ωμό ανταγωνισμό ισχύος.
Σύμφωνα με τον Βασιλοκωνσταντάκη, το μεταπολεμικό διπολικό σύστημα, με κύριους εκφραστές το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, λειτούργησε μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η διάλυσή του όμως δεν οδήγησε σε σταθερότητα, αλλά σε μια παρατεταμένη μεταβατική περίοδο, μέσα στην οποία ο κόσμος αναζητεί ακόμη νέο σύστημα ισορροπίας.
Ο πρέσβης ε.τ. υπογράμμισε ότι η Δύση, και ειδικά η Ευρώπη, δεν αξιοποίησε σωστά την ιστορική ευκαιρία μετά το 1990. Αντί να οικοδομήσει μια συνεκτική στρατηγική ασφάλειας, επένδυσε κυρίως σε οικονομικές επιλογές, χωρίς αντίστοιχη αμυντική και διπλωματική αναδιάρθρωση. Όπως σημείωσε, ούτε δημιουργήθηκε το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια», ούτε ο ευρωπαϊκός χώρος περιχαρακώθηκε ως πραγματικό στρατηγικό φρούριο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην κρίση του ΝΑΤΟ και στη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης. Κατά την εκτίμησή του, ο υπερατλαντικός εταίρος έχει πλέον αντιληφθεί την έλλειψη ηγετικότητας και πολιτικής βούλησης από την πλευρά της Ευρώπης, γεγονός που καθιστά τον μετασχηματισμό της Συμμαχίας ανεπαρκή για να αναχαιτίσει την αποσύνθεση.
Ο Βασιλοκωνσταντάκης εντόπισε τέσσερις βασικές αιτίες των δομικών διαταραχών στην παγκόσμια ασφάλεια: την επιδίωξη ενεργειακής ασφάλειας, την υποκατάσταση της παλαιάς τριτοκοσμικής και μαρξιστικής ιδεολογίας από το ριζοσπαστικό Ισλάμ, τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας και της μετασοβιετικής αποσύνθεσης, καθώς και την προσπάθεια αντιμετώπισης του αμερικανικού χρέους.
Στην ανάλυσή του, η ενεργειακή ασφάλεια αναδεικνύεται ως κεντρικός παράγοντας των διεθνών συγκρούσεων. Οι θαλάσσιοι δρόμοι, τα στενά, οι αγωγοί, οι πρώτες ύλες και τα ενεργειακά αποθέματα δεν αποτελούν απλώς οικονομικά ζητήματα, αλλά πεδία γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Ο ομιλητής στάθηκε και στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον κινείται προς μια νέα μορφή ηγεμονίας, στηριγμένη στην ενεργειακή αυτάρκεια, στην τεχνολογική πρωτοπορία και στη γεωστρατηγική υπεροχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποπαγκοσμιοποίηση και η «επαναδυτικοποίηση» του διεθνούς συστήματος εμφανίζονται ως βασικές τάσεις της εποχής.
Παράλληλα, η Κίνα, αν και δεν αποτέλεσε το κεντρικό αντικείμενο της ομιλίας, παρουσιάστηκε ως η μεγάλη σκιά πίσω από κάθε γεωπολιτικό υπολογισμό. Ο Βασιλοκωνσταντάκης σημείωσε ότι το Πεκίνο βρίσκεται απέναντι στη Δύση και προετοιμάζεται για τον μεγάλο ολιστικό ανταγωνισμό του αύριο, ενώ προς το παρόν διατηρεί περιφερειακή σταθερότητα, κατοχυρώνοντας θέσεις.
Ειδική αναφορά έγινε και στην Τουρκία, την οποία ο πρέσβης ε.τ. χαρακτήρισε χώρα που πάσχει από «μικρομεγαλία» στις διεθνείς σχέσεις. Όπως είπε, αυτή η αντίληψη τροφοδοτεί τον αναθεωρητισμό και την ανάγκη διαρκούς εσωτερικής εξισορρόπησης, η οποία δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Η Τουρκία, κατά την ανάλυσή του, επιχειρεί να αξιοποιήσει τα ρήγματα του διεθνούς συστήματος για να αναβαθμίσει τη θέση της.
Το συμπέρασμα της ομιλίας ήταν βαρύ: η κατάρρευση της παγκόσμιας ασφάλειας βαδίζει παράλληλα με τη διάλυση της θεσμικής διεθνούς τάξης. Οι θεσμοί υπάρχουν, αλλά δεν λειτουργούν με τον τρόπο που λειτουργούσαν. Οι συμμαχίες παραμένουν, αλλά αλλάζει το περιεχόμενό τους. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν αναζητούν πλέον απλώς σταθερότητα, αλλά πλεονέκτημα.
Κλείνοντας, ο Γρηγόριος Βασιλοκωνσταντάκης υπενθύμισε ότι η Ιστορία για τις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι ό,τι το πείραμα για τη φυσική. Μόνο που, όπως τόνισε, στη διεθνή διπλωματία η επανάληψη των ίδιων αιτιών μπορεί να βοηθά στην ερμηνεία των γεγονότων, αλλά σχεδόν ποτέ δεν αρκεί για την αποτροπή τους.
Η παρέμβασή του στο ΕΛΙΣΜΕ ανέδειξε μια σκληρή πραγματικότητα: ο κόσμος δεν περνά απλώς μια περίοδο κρίσης. Βρίσκεται μπροστά σε αναδιάταξη ισχύος, αποσύνθεση θεσμών και επιστροφή σε έναν ανταγωνισμό όπου η ασφάλεια δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά διεκδικείται.