Σαφή προειδοποίηση για τους κινδύνους που, κατά την εκτίμησή του, κρύβει η αμερικανική μεσολάβηση στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου απηύθυνε ο Σάββας Καλεντερίδης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Ο στρατιωτικός αναλυτής άσκησε αυστηρή κριτική στους ελληνικούς χειρισμούς και υποστήριξε ότι ενδεχόμενη υποχώρηση απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο με συνέπειες για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
«Το καλώδιο θα τυλιχτεί στον λαιμό κάποιου και θα τον πνίξει. Ελπίζω να μην είναι η Ελλάδα», είπε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας την ανησυχία του για την εξέλιξη της υπόθεσης.
Άλλο η προσωπική στάση Ρούμπιο, άλλο η αμερικανική πολιτική
Αποτιμώντας την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο, ο Καλεντερίδης αναγνώρισε ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έχει προσωπικά στηρίξει ελληνικές και κυπριακές θέσεις. Υπενθύμισε την κοινή του παρουσία με τον Μπομπ Μενέντεζ σε πρωτοβουλίες υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, διευκρινίζοντας όμως ότι στην Αθήνα ήρθε πλέον ως επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας.
Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε «τεράστιο λάθος» την ανάδειξη του θέματος του καλωδίου στις ερωτήσεις προς τον Ρούμπιο, εφόσον δεν είχε προηγουμένως διασφαλιστεί, όπως υποστήριξε, ότι η απάντηση θα ενίσχυε τις ελληνικές θέσεις.
Κατά την εκτίμησή του, μια αναφορά στο ευρωπαϊκό και αμερικανικό ενδιαφέρον για το έργο θα αποτελούσε δήλωση στήριξης. Αντίθετα, η συζήτηση περί παρέμβασης και διπλωματικής πρωτοβουλίας, σε συνδυασμό με αναφορές σε άλλες εμπλεκόμενες χώρες, ανοίγει χώρο για την Τουρκία.
Ο ίδιος επέκρινε την απουσία αναφοράς στο διεθνές δίκαιο από τις απαντήσεις που σχολίαζε, θεωρώντας ότι έτσι εξισώνονται η ελληνική θέση και οι τουρκικές διεκδικήσεις.
Η προειδοποίηση από τις προηγούμενες κρίσεις
Για να εξηγήσει τις επιφυλάξεις του, επικαλέστηκε την κρίση του «Χόρα», τη συμφωνία της Βέρνης, την κρίση του «Σισμίκ», το Νταβός και τα Ίμια. Κατά τη δική του ανάγνωση, οι αμερικανικές παρεμβάσεις σε προηγούμενες ελληνοτουρκικές κρίσεις δεν διασφάλισαν τα ελληνικά συμφέροντα.
Ειδικά για τα Ίμια, επικαλέστηκε δημόσια μαρτυρία Αμερικανού διπλωμάτη, σύμφωνα με την οποία η νομική υπηρεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της ελληνικής κυριαρχίας. Υποστήριξε ότι η πολιτική διαχείριση της κρίσης άνοιξε τελικά τον δρόμο για τη θεωρία των γκρίζων ζωνών.
Το ερώτημα που έθεσε ήταν ποια εγγύηση υπάρχει ότι μια νέα αμερικανική παρέμβαση θα υπηρετήσει τα ελληνικά συμφέροντα. Αντιπρότεινε την αντιμετώπιση του ζητήματος από την Ελλάδα μαζί με την Ευρώπη.
Από το «Oruç Reis» στην Κάσο
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη σημερινή κατάσταση με την κρίση του «Oruç Reis» το 2020 και τα γεγονότα στην Κάσο τον Ιούλιο του 2024. Υποστήριξε ότι η Τουρκία επέλεξε και στις δύο περιπτώσεις να στρατιωτικοποιήσει το ζήτημα, χρησιμοποιώντας πολεμικά πλοία για να επιβάλει τις διεκδικήσεις της στο πεδίο.
Για την Κάσο ανέφερε ότι η Άγκυρα έστειλε πέντε πολεμικά πλοία και κατηγόρησε την ελληνική πλευρά για υποχώρηση. Κατά την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στην Τουρκία να προβάλει στην πράξη τις αξιώσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Το πρόβλημα, όπως το περιέγραψε, είναι ότι η Άγκυρα επιδιώκει πολιτικό αντάλλαγμα για να μην επαναλάβει τη στρατιωτική παρεμπόδιση: την αναγνώριση, έστω μέσω ασαφών διατυπώσεων, κάποιας δικαιοδοσίας στην περιοχή.
Ο κίνδυνος πίσω από την «ενημέρωση»
Στη συζήτηση τέθηκε και το ενδεχόμενο μιας φόρμουλας «δημιουργικής ασάφειας», με την Ελλάδα να μιλά για ενημέρωση και την Τουρκία να παρουσιάζει την ίδια διαδικασία ως χορήγηση άδειας.
Ο Καλεντερίδης επέμεινε ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η ουσία του ανταλλάγματος. Προειδοποίησε πως, εάν επικρατήσει στο πεδίο η τουρκική θέση ότι η Ρόδος, η Κάρπαθος, η Κάσος και η Κρήτη δεν δικαιούνται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, οι συνέπειες θα επεκταθούν και στο Αιγαίο.
Καταλόγισε επίσης έλλειψη προετοιμασίας στη διαχείριση κρίσεων, υποστηρίζοντας ότι ένα τέτοιο έργο δεν έπρεπε να ξεκινήσει χωρίς σχέδιο αντιμετώπισης του χειρότερου σεναρίου. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν τώρα δεν διαθέτει όλα τα διεθνοπολιτικά και επιχειρησιακά δεδομένα.
Η τελική του προειδοποίηση ήταν κατηγορηματική: ενδεχόμενη υποχώρηση, ανεξάρτητα από την ονομασία που θα της δοθεί, θα μπορούσε, κατά τον ίδιο, να αποτελέσει απαρχή εθνικής καταστροφής.