breaking newsΕλλάδαΙστορικά

Έπεσε σαν άλλος Λεωνίδας! Ο άγνωστος γίγαντας του 1821

Στη ζωή, στη δράση και στην ηρωική θυσία του Γεωργάκη Ολύμπιου, μιας από τις σπουδαιότερες αλλά λιγότερο προβεβλημένες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης, ήταν αφιερωμένη η εκπομπή «Απόδημος Παλμός» με τον Χρήστο Μουρτζούκο.

Καλεσμένος της εκπομπής ήταν ο ιστορικός Θεόδωρος Λάμπρος, ο οποίος παρουσίασε τη διαδρομή του αρματολού του Ολύμπου: από τους πρώτους αγώνες του στα Βαλκάνια και τη συμμετοχή του στη Σερβική Επανάσταση μέχρι τη Φιλική Εταιρεία, τη συνεργασία του με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και την ύστατη μάχη στη Μονή Σέκου.

Όπως υπογράμμισε ο Χρήστος Μουρτζούκος, υπάρχουν αγωνιστές που πέρασαν στην εθνική μνήμη ως σύμβολα, αλλά και ήρωες οι οποίοι, παρά την τεράστια προσφορά τους, δεν κατέλαβαν τη θέση που τους αρμόζει στη συλλογική ιστορική συνείδηση. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Από το Λιβάδι του Ολύμπου στα πεδία των Βαλκανίων

Ο Γεωργάκης Ολύμπιος γεννήθηκε το 1772 στο Λιβάδι της Ελασσόνας. Καταγόταν από οικογένεια με στενούς δεσμούς με τους κλεφταρματολούς του Ολύμπου και φοίτησε στο φημισμένο σχολείο του Λιβαδίου.

Από νεαρή ηλικία ξεχώρισε για τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες. Μαθήτευσε δίπλα στους αρματολούς της περιοχής και εξελίχθηκε σε πρωτοπαλίκαρο του Τόλιου Λάζου, λαμβάνοντας μέρος σε συγκρούσεις με τις οθωμανικές δυνάμεις.

Η δράση του, όμως, δεν περιορίστηκε στον ελλαδικό χώρο. Με την έναρξη της Σερβικής Επανάστασης το 1804 έσπευσε να πολεμήσει στο πλευρό των ομόδοξων Σέρβων, μαζί με άλλους Έλληνες οπλαρχηγούς. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες εναντίον των Οθωμανών και παρέμεινε στη Σερβία ακόμη και όταν άλλοι αγωνιστές επέστρεψαν στην υπόδουλη Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Λάμπρο, ο Ολύμπιος διατηρούσε επαφή με τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη και συνέβαλε στη συγκρότηση αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Για τη δράση του στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, στο πλευρό του Ρώσου στρατάρχη Κουτούζοφ, τιμήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ με τον βαθμό του συνταγματάρχη.

Η κινητήριος δύναμη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία

Ο Γεωργάκης Ολύμπιος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και εξελίχθηκε σε έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Με την κήρυξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ο Υψηλάντης τον τοποθέτησε επικεφαλής των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Ο Θεόδωρος Λάμπρος τον χαρακτήρισε «κινητήριο δύναμη» της επαναστατικής προετοιμασίας, καθώς ανέλαβε την οργάνωση Ελλήνων και ντόπιων αγωνιστών. Η επιχείρηση, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπη με μεγάλα εμπόδια: τη διστακτικότητα των τοπικών πληθυσμών και των μεγάλων γαιοκτημόνων, την αποκήρυξη της Επανάστασης και την απουσία της προσδοκώμενης ρωσικής στήριξης.

Μετά την καταστροφή του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, ο Ολύμπιος προσπάθησε να διασώσει όσους περισσότερους Ιερολοχίτες μπορούσε. Η επαναστατική προσπάθεια είχε ουσιαστικά καταρρεύσει, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα.

Μαζί με τον Ιωάννη Φαρμάκη και εκατοντάδες πολεμιστές επιχείρησε να διασχίσει τη Μολδαβία και να φτάσει στη Βεσσαραβία. Οι συνεχείς οθωμανικές ενέδρες, οι κακουχίες και οι αποχωρήσεις ανδρών αποδεκάτισαν το σώμα του. Στο τέλος, οι εναπομείναντες αγωνιστές κατέφυγαν στη Μονή Σέκου.

«Δεν πήρα τα όπλα για να σώσω τον εαυτό μου»

Η τελευταία πράξη εκτυλίχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1821. Ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Σαλίχ πασά περικύκλωσαν τη Μονή Σέκου, αποφασισμένες να εξαλείψουν τον τελευταίο ελληνικό επαναστατικό θύλακα στην περιοχή.

Ο Ολύμπιος και οι άνδρες του οχυρώθηκαν μέσα στο μοναστήρι και προκάλεσαν βαριές απώλειες στους επιτιθέμενους. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών και τον κανονιοβολισμό της Μονής, οι υπερασπιστές συνέχισαν να μάχονται.

Κατά τη μαρτυρία που παρουσίασε ο Θεόδωρος Λάμπρος, ο Γεωργάκης Ολύμπιος είχε τη δυνατότητα να διαφύγει. Αρνήθηκε, όμως, να εγκαταλείψει τους συμπολεμιστές του, απαντώντας:

«Εγώ πήρα τα όπλα για να χύσω το αίμα των τυράννων της πατρίδας και όχι για να σώσω τον εαυτό μου».

Όταν η φωτιά έφτασε στο κωδωνοστάσιο και η αιχμαλωσία φαινόταν αναπόφευκτη, προέτρεψε τους τελευταίους έντεκα άνδρες του να φύγουν. Κανείς δεν τον εγκατέλειψε. Ο Ολύμπιος πυροβόλησε το βαρέλι με την πυρίτιδα, ανατινάχθηκε μαζί με τους συντρόφους του και παρέσυρε στον θάνατο πολλούς από τους Οθωμανούς που είχαν εισβάλει στη Μονή.

Ο Ιωάννης Φαρμάκης συνέχισε την αντίσταση, αλλά παραδόθηκε έπειτα από ψεύτικες υποσχέσεις περί αμνηστίας. Μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βασανίστηκε και αποκεφαλίστηκε.

Το άδοξο τέλος της οικογένειας του ήρωα

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην τραγική μοίρα της οικογένειας του Ολύμπιου. Με τη Σέρβα σύζυγό του, Στάνα, είχε αποκτήσει τρία παιδιά: τον Αλέξανδρο, τον Μιλάνο και την Ευφροσύνη.

Μετά τον θάνατό του, η οικογένεια έφτασε στην Αθήνα, αλλά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην εκπομπή, δεν έλαβε την αναγκαία στήριξη από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και οδηγήθηκε στην απόλυτη ένδεια. Ο Αλέξανδρος πέθανε σε ηλικία μόλις 29 ετών, η Στάνα το 1849 και ο Μιλάνος το 1877, έχοντας προηγουμένως νοσηλευτεί σε στρατιωτική ψυχιατρική κλινική. Τα ίχνη της Ευφροσύνης χάνονται στις αρχές της δεκαετίας του 1870.

Πρόκειται για ακόμη ένα σκληρό κεφάλαιο της μετεπαναστατικής Ελλάδας: οι οικογένειες ανθρώπων που έδωσαν τα πάντα για την ελευθερία έμειναν πολλές φορές αβοήθητες από την ίδια την Πολιτεία που γεννήθηκε μέσα από τη θυσία τους.

Ο «Δαυλός της Ελευθερίας»

Στην εκπομπή παρουσιάστηκε επίσης απόσπασμα από τη δραματοποιημένη ταινία-ντοκιμαντέρ «Γεωργάκης Ολύμπιος – Ο Δαυλός της Ελευθερίας», το σενάριο της οποίας έγραψε ο Θεόδωρος Λάμπρος.

Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε χωρίς οικονομική ενίσχυση, με γυρίσματα στη Μεσσηνία και την Ηλεία, και ήταν αφιερωμένη στον εκλιπόντα κινηματογραφιστή Ιωάννη Κωνσταντίνο Μουτσούλα.

Κλείνοντας, ο ιστορικός τοποθέτησε τον Γεωργάκη Ολύμπιο στο ίδιο πάνθεον με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Αθανάσιο Διάκο και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Έναν άνθρωπο που γνώριζε ότι βάδιζε προς τον θάνατο, αλλά δεν λιγοψύχησε. Παρέμεινε στη θέση του και έπεσε υπερασπιζόμενος την πατρίδα, την ελευθερία και την ορθόδοξη πίστη.

Η θυσία του στη Μονή Σέκου δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη σελίδα του 1821. Είναι η απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει ευθύνη απέναντι στην πατρίδα, όταν η φυγή είναι δυνατή αλλά το καθήκον επιβάλλει την παραμονή.

Back to top button