Του Σάββα Καλεντερίδη
Οι εξελίξεις στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στη Μέση Ανατολή συνδέονται περισσότερο απ’ όσο δείχνει η καθημερινή αποσπασματική ενημέρωση. Η πίεση για να ενταχθεί η τουρκική αμυντική βιομηχανία στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς, οι τουρκικές αξιώσεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, η στρατιωτική παρουσία της Άγκυρας στη Λιβύη και οι ανακατατάξεις στον αραβικό κόσμο αποτελούν διαφορετικές όψεις μιας πραγματικότητας! Κάθε χώρα επιδιώκει να κατοχυρώσει συμφέροντα, να δημιουργήσει εξαρτήσεις και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση.
Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί με αντίστοιχη σοβαρότητα. Με σχέδιο, πληροφορίες, συμμαχίες και ένοπλες δυνάμεις που μπορούν να υποστηρίξουν τις πολιτικές αποφάσεις. Οι διαρκείς υποχωρήσεις δεν εξασφαλίζουν ότι ο αντίπαλος θα σταματήσει. Του δίνουν λόγους να πιστεύει ότι μπορεί να συνεχίσει χωρίς ουσιαστικό κόστος.
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα! Εάν θα παραμείνουμε στη λογική του κατευνασμού ή εάν θα διαμορφώσουμε συνεπή πολιτική αποτροπής.
Η συζήτηση αρχίζει από την ίδια τη στάση των συμμάχων μας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Yeni Şafak, ο ανώτατος συμμαχικός διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, στρατηγός Άλεξους Γκρίνκεβιτς, υποστήριξε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη συμμετοχή της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στη συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης–ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τον Αμερικανό στρατηγό, στις προμήθειες πρέπει να προέχει η αποτελεσματικότητα των οπλικών συστημάτων και όχι η χώρα προέλευσής τους και έδειξε την Τουρκία.
Μόνο που η χώρα προέλευσης έχει τεράστια σημασία όταν απειλεί ένα κράτος της Ένωσης και διατηρεί στρατεύματα κατοχής στο έδαφος άλλου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μέλη την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ασφάλειά τους ως υποσημείωση στους σχεδιασμούς της αμυντικής βιομηχανίας. Ούτε μπορεί ένας στρατιωτικός αξιωματούχος της Συμμαχίας να παρακάμπτει αυτή την πραγματικότητα, προβάλλοντας ως αυτονόητη την ενίσχυση της Τουρκίας.
Έχω στηρίξει τη συνεργασία της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη σημασία της Σούδας και του κάθετου άξονα. Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ απαραίτητο να απαιτούμε σεβασμό στα ελληνικά συμφέροντα. Η συμμαχική σχέση δημιουργεί υποχρεώσεις και για τις δύο πλευρές.
Οι Έλληνες και οι Κύπριοι ευρωβουλευτές έχουν συγκεκριμένο πεδίο δράσης, να συγκροτήσουν συμμαχίες μέσα στις πολιτικές τους ομάδες και ανάμεσα στις αντιπροσωπείες των κρατών, ώστε η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία με την Τουρκία να μην προχωρά σαν να μην υπάρχουν κατοχή, απειλές και αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η διαμαρτυρία αποκτά αξία όταν μετατρέπεται σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να κατανοηθεί η συζήτηση για το αποκαλούμενο προληπτικό πλήγμα. Χρειάζεται απόλυτη σαφήνεια ως προς το περιεχόμενο της θέσης μου. Αναφέρομαι αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν αδιάσειστα, πλήρως διασταυρωμένα στοιχεία ότι επίκειται τουρκική επίθεση. Η υπόθεση αφορά την αντιμετώπιση μιας άμεσα επικείμενης επιθετικής ενέργειας και δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ ενός πολέμου επιλογής.
Η στρατιωτική λογική που ανέπτυξα είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να αποδιοργανώσει έναν μηχανισμό επίθεσης πριν αυτός επιτύχει τον σκοπό του. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αποβατική δυνατότητα της Τουρκίας, επειδή συνδέεται με την απειλή κατάληψης ελληνικού νησιωτικού εδάφους.
Το ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμα μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής στάσης είναι να αλλάξει ο υπολογισμός της Άγκυρας. Να υποχρεωθεί να εξετάσει, μαζί με το προσδοκώμενο όφελος, τις απώλειες που μπορεί να υποστεί. Όταν το πιθανό κόστος υπερβαίνει το κέρδος, περιορίζεται το κίνητρο για επιθετική ενέργεια.
Αυτό, όμως, δεν επιτυγχάνεται με ένα δημοσίευμα. Απαιτεί επιχειρησιακή δυνατότητα, πολιτική βούληση και συνέπεια. Ο αντίπαλος πρέπει να βλέπει ότι οι δηλώσεις συνδέονται με πραγματική προετοιμασία.
Από αυτή την άποψη έχει σημασία η έκτακτη άσκηση ετοιμότητας «Αλέξανδρος». Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εξετάστηκαν η ταχύτητα ενεργοποίησης μονάδων, η ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων, η μεταφορά τμημάτων ειδικών επιχειρήσεων και η αντίδραση σε σενάρια που αφορούσαν νησιά και βραχονησίδες. Αναφέρθηκαν χρόνοι ανάπτυξης έως και πέντε λεπτά, πλήρης ετοιμότητα χερσαίων δυνάμεων στον Έβρο και στα νησιά και ενεργοποίηση περίπου 70 μαχητικών αεροσκαφών.
Η διακλαδικότητα και η δυνατότητα συντονισμένης αντίδρασης ημέρα και νύχτα είναι κρίσιμα στοιχεία. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι τέτοιες δραστηριότητες, σε συνδυασμό με τη δημόσια συζήτηση περί αποτροπής, επηρεάζουν και τους τουρκικούς υπολογισμούς γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Δεν προκύπτει από αυτό ότι έχει αποφασιστεί σύγκρουση. Προκύπτει ότι η χώρα χρειάζεται να είναι προετοιμασμένη και για δυσμενή σενάρια.
Για το καλώδιο, πάντως, οφείλω να επαναλάβω μια διόρθωση που έκανα σε προηγούμενη παρέμβασή μου. Είχα σχολιάσει πληροφορίες περί αλλαγής της όδευσης για την αποφυγή του τουρκικού θαλάσσιου πάρκου χωρίς προηγουμένως να εξετάσω ο ίδιος τον χάρτη. Η διαδρομή που συζητούσαμε περνά νοτιότερα από το συγκεκριμένο πάρκο. Επομένως, η επίκλησή του ως αιτίας παράκαμψης δεν τεκμηριωνόταν με τον τρόπο που είχε παρουσιαστεί.
Η διόρθωση αυτή έχει σημασία, διότι η ακρίβεια αποτελεί προϋπόθεση της ανάλυσης. Δεν αλλάζει, ωστόσο, το ευρύτερο πρόβλημα. Μια αλλαγή διαδρομής με βασικό κριτήριο την αποφυγή τουρκικών αντιδράσεων μπορεί να εκπέμψει πολιτικό μήνυμα υποχώρησης. Να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Άγκυρα επιβάλλει περιορισμούς σε περιοχές στις οποίες προβάλλει μονομερείς αξιώσεις.
Υπάρχουν παράλληλα τεχνικές και οικονομικές παράμετροι. Νοτιότερες εναλλακτικές διαδρομές έχουν συνδεθεί με μεγαλύτερα βάθη, πρόσθετες δυσκολίες και αυξημένο κόστος. Συνεπώς, η όδευση ενός τόσο σημαντικού έργου πρέπει να εξετάζεται συνολικά, με επίγνωση τόσο των τεχνικών δεδομένων όσο και των στρατηγικών συνεπειών.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η ισραηλινή οπτική. Η ανάλυση της Jerusalem Post αντιμετωπίζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη ως ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια του Ισραήλ.
Ο τεχνητός διάδρομος Τουρκίας–Λιβύης, ο οποίος παρακάμπτει τη γεωγραφική παρουσία ελληνικών νησιών όπως η Κρήτη και η Ρόδος, συνδέεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να αποκτήσει δυνατότητα παρέμβασης σε ενεργειακά έργα και θαλάσσιες επικοινωνίες. Στο δημοσίευμα αποδίδεται στην ισραηλινή κοινότητα πληροφοριών αυξημένο ενδιαφέρον για τις τουρκικές κινήσεις, τις στρατιωτικές υποδομές στη Λιβύη και τις πιθανές επιπτώσεις στην εμπορική ναυτιλία.
Για μια χώρα που εξαρτάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τον θαλάσσιο εφοδιασμό, μια τέτοια προοπτική είναι σοβαρή. Οι πιέσεις στο Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα καθιστούν ακόμη πιο ευαίσθητη οποιαδήποτε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εμφανίζεται, επομένως, πεδίο σύγκλισης ελληνικών, κυπριακών και ισραηλινών συμφερόντων. Το Ισραήλ ενδιαφέρεται για την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών του και των ενεργειακών υποδομών του. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει αυτή τη σύγκλιση με δικές της πρωτοβουλίες.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι πληροφορίες για συνάντηση Νετανιάχου–Χαφτάρ στο Άμπου Ντάμπι. Η εκτίμησή μου ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο μπορεί να αποτέλεσε αντικείμενο της επαφής είναι ερμηνεία των εξελίξεων, όχι επιβεβαιωμένο περιεχόμενο συνομιλιών. Οι σχετικές αναφορές, μαζί με τις πληροφορίες για επιδίωξη επαφών του Χαφτάρ με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο και την πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, δείχνουν πόσο σύνθετο έχει γίνει το διπλωματικό πεδίο γύρω από τη Λιβύη.
Ανάλογη ανάγκη προάσπισης συγκεκριμένων συμφερόντων υπάρχει και στις σχέσεις με την Ουκρανία. Δημοσίευμα του Business Daily περιγράφει τρεις εστίες προβληματισμού: τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια ελληνικών συμφερόντων, την υπόθεση του θαλάσσιου drone που βρέθηκε στη Λευκάδα και το επίπεδο της ουκρανικής διπλωματικής εκπροσώπησης στην Αθήνα.
Οι αποδόσεις ευθύνης για επιθέσεις σε πλοία απαιτούν τεκμηρίωση. Όταν, όμως, ανακύπτουν τέτοιες υποθέσεις, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ζητά σαφείς εξηγήσεις και εγγυήσεις. Η υποστήριξη προς μια χώρα δεν αναιρεί την υποχρέωση προστασίας της ελληνικής ναυτιλίας και ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν προοπτικές συνεργασίας στις κατασκευές, στην ενέργεια, στα λιμάνια και στην αμυντική βιομηχανία. Η ουκρανική εμπειρία παρουσιάζει ενδιαφέρον, ενώ ελληνικές επιχειρήσεις επιδιώκουν συμμετοχή στην ανοικοδόμηση. Οι οικονομικές δυνατότητες και οι εκκρεμότητες στις διμερείς σχέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα.
Στην Κύπρο, το διακύβευμα παραμένει θεμελιώδες. Ένα μέρος του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας τελεί υπό κατοχή και η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την εξάρτηση των κατεχομένων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ισχυρή άμυνα αποτελεί αναγκαίο στήριγμα της ειρήνης.
Γι’ αυτό υποστήριξα την παρουσία των ελληνικών F-16 Viper στην παρέλαση. Η αμυντική σύνδεση Ελλάδας–Κύπρου χρειάζεται ορατή και ουσιαστική έκφραση. Οι στρατιωτικοί γνωρίζουν το τίμημα του πολέμου. Η προετοιμασία έχει αξία ακριβώς επειδή μπορεί να αποτρέψει την καταβολή αυτού του τιμήματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η παρέμβαση του ευρωβουλευτή Γιάννη Μανιάτη για τον σχεδιαζόμενο αγωγό φυσικού αερίου Τουρκίας–κατεχομένων και η απάντηση της Κάγια Κάλας. Έργα αυτού του είδους, μαζί με τα σχέδια ηλεκτρικής διασύνδεσης, ενισχύουν την οικονομική και ενεργειακή πρόσδεση των κατεχομένων στην Τουρκία και δημιουργούν πρόσθετα τετελεσμένα.
Η αναφορά της ευρωπαϊκής πλευράς στην κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αποφάσεις του ΟΗΕ και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο προσφέρει πολιτικά επιχειρήματα που πρέπει να αξιοποιηθούν. Η απάντηση που παρουσιάστηκε παραπέμπει το ζήτημα των κυρώσεων στο Συμβούλιο. Άρα το επόμενο βήμα αφορά την πολιτική κινητοποίηση των κρατών, τη διαμόρφωση συμμαχιών και την άσκηση πίεσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος έθεσε τον πυρήνα του προβλήματος! Χρειάζεται επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως ζητήματος εισβολής και κατοχής, με επίκεντρο τα δικαιώματα των πολιτών. Η ελεύθερη διακίνηση, η εγκατάσταση και η απόλαυση της περιουσίας έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο για ανθρώπους που στερούνται την πρόσβαση στην ίδια τους την πατρίδα.
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί παράδειγμα του τι μπορεί να επιτευχθεί με συντονισμό και επιμονή. Στην προσπάθεια εκείνη συνέβαλαν προσωπικότητες όπως ο Γιάννος Κρανιδιώτης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Περικλής Νεάρχου, μαζί με άλλους πολιτικούς και διπλωμάτες. Χρειαζόμαστε ξανά ανάλογη συστράτευση Ελλάδας, Κύπρου και απόδημου Ελληνισμού.
Στην ίδια συζήτηση εντάσσεται η αντιπαράθεση γύρω από το Cyprus Forum και την ιδιότητα με την οποία θα συμμετείχε ο Μεχμέτ Χαρμαντζί. Η αυστηρή κριτική του Αλέκου Μιχαηλίδη στον «Φιλελεύθερο» επισημαίνει το βάρος ορισμένων διατυπώσεών του. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η εξοικείωση με την κατοχή και η σταδιακή αποδοχή των δομών της ως κανονικότητας. Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να υπηρετεί την ειρήνη, αλλά οι θεσμικοί τίτλοι και οι πολιτικοί συμβολισμοί έχουν συνέπειες.
Η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση, εξάλλου, επεκτείνεται και στο πεδίο της διεθνούς δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το i24NEWS, εξετάζεται από την ισραηλινή πλευρά προετοιμασία προσφυγής κατά του Ερντογάν, με αιτιάσεις σχετικές με τους Κούρδους και τη χρηματοδότηση της Χαμάς, μετά τις τουρκικές κινήσεις κατά του Νετανιάχου.
Η δική μου επισήμανση ήταν ότι στις διεθνείς συζητήσεις για την τουρκική πολιτική δεν πρέπει να εξαφανίζεται το ζήτημα του εποικισμού των κατεχομένων. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να το αναδεικνύουν συστηματικά.
Η πληροφορία για αμερικανική εκτελεστική εντολή με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης και τον περιορισμό οικονομικών συναλλαγών μας ενδιαφέρει. Το ακριβές εύρος και η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής καθορίζουν τις συνέπειές της. Πολιτικά, πάντως, τίθεται εύλογα το ερώτημα πώς επηρεάζονται οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με την τουρκική ηγεσία, η οποία έχει επενδύσει στη σύνδεσή της με το συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα.
Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να θεωρήσουμε ότι οι πιέσεις αυτές συνεπάγονται απομόνωση της Τουρκίας. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας–Βεστφαλίας, Χέντρικ Βιστ, και οι επαφές του με τον Ερντογάν υπενθυμίζουν το βάθος των γερμανοτουρκικών σχέσεων.
Η τουρκική κοινότητα, οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και η παρουσία μεγάλης οικονομικής αντιπροσωπείας δημιουργούν ισχυρά δίκτυα επιρροής. Η τελωνειακή ένωση, οι θεωρήσεις εισόδου και η αμυντική συνεργασία παραμένουν αντικείμενα διαπραγμάτευσης. Η Αθήνα πρέπει να παρακολουθεί αυτές τις διεργασίες πριν μετατραπούν σε αποφάσεις που θα κληθεί εκ των υστέρων να αντιμετωπίσει.
Στη Μέση Ανατολή, οι αναφορές για επαφές Ισραήλ, Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανοίγουν ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο. Τα δημοσιεύματα περιγράφουν προσπάθειες συντονισμού απέναντι στους Χούθη, με πιθανό πολιτικό αντάλλαγμα την προσέγγιση του Ριάντ προς τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Οι πληροφορίες για συναντήσεις στο Άμπου Ντάμπι, συμμετοχή εκπροσώπων περισσότερων χωρών και συζητήσεις για αεράμυνα, πληροφορίες και στρατιωτική υποστήριξη απαιτούν παρακολούθηση. Δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με ολοκληρωμένη συμμαχία. Δείχνουν, όμως, την προσπάθεια δημιουργίας νέων περιφερειακών συνεννοήσεων πάνω σε κοινές ανάγκες ασφαλείας.
Σε αυτή την κινητικότητα εντάσσονται οι αναφερόμενες επαφές του Νετανιάχου, του Χακάν Φιντάν, του Μάρκο Ρούμπιο και της ηγεσίας των Εμιράτων. Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρήσει ρόλο, ακόμη και σε σχήματα στα οποία οι σχέσεις της με το Ισραήλ δημιουργούν εμπόδια.
Οι προειδοποιήσεις του ηγέτη των Χούθη προς την Τουρκία και το Πακιστάν να μην εμπλακούν υπέρ της Σαουδικής Αραβίας αποκαλύπτουν αυτή την πολυπλοκότητα. Οι αιχμές για ενδεχόμενη μεταφορά ενόπλων από τη Συρία και οι απειλές κατά της Τουρκίας αποτυπώνουν τη ρητορική των Χούθη! Δεν αποτελούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους. Δείχνουν, όμως, ότι η Άγκυρα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με κόστος καθώς επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της.
Την ίδια ώρα, οι πληροφορίες για διαμεσολάβηση του Κατάρ μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνυπάρχουν με σκληρές δημόσιες τοποθετήσεις. Η επιστολή των Φρουρών της Επανάστασης προς το αμερικανικό κοινό αποτελεί επικοινωνιακή παρέμβαση με στόχο να πλήξει την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής. Οι αριθμοί και οι απολογισμοί που περιλαμβάνει πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισχυρισμοί της ιρανικής πλευράς.
Αντίστοιχα, το γραπτό μήνυμα που αποδόθηκε στον Χαμενεΐ, με αναφορές σε αμερικανική αποχώρηση από την περιοχή, εντάσσεται στον πόλεμο δηλώσεων. Οι διαπραγματεύσεις και η δημόσια αδιαλλαξία μπορούν να εξελίσσονται ταυτόχρονα.
Το κόστος αυτής της αστάθειας φτάνει μέχρι το ελληνικό χωράφι. Στην εκπομπή μετέφερα συζήτηση με παραγωγούς για το ύψος της δαπάνης καυσίμων και τη δυσανάλογα χαμηλή απόδοση της παραγωγής τους. Όταν απαιτείται η πώληση μεγάλης ποσότητας καλαμποκιού για να καλυφθεί ένας ανεφοδιασμός αγροτικού μηχανήματος, τίθεται ζήτημα επιβίωσης.
Η κριτική μου προς την κυβερνητική διαχείριση και την πολιτική ηγεσία αφορά αυτή την απόσταση από την πραγματικότητα της υπαίθρου. Οι καταγγελίες για κακοδιαχείριση αγροτικών ενισχύσεων απαιτούν διερεύνηση και λογοδοσία. Η παραγωγική βάση της χώρας, η ενεργειακή αντοχή και η δυνατότητα των αγροτών να συνεχίσουν να εργάζονται αποτελούν στοιχεία εθνικής ισχύος.
Στην ευρύτερη εικόνα πρέπει να προστεθούν η έκκληση του Αντόνιο Γκουτέρες για τερματισμό της επέκτασης των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη και η ανησυχία του για την κλιμάκωση της βίας. Οι ανακατατάξεις στις συμμαχίες δεν εξαφανίζουν το Παλαιστινιακό ούτε τις συνέπειες της συνεχιζόμενης έντασης.
Παράλληλα, το ρεπορτάζ του Reuters για επαφές του ειδικού απεσταλμένου του Ρώσου προέδρου με Αμερικανούς αξιωματούχους υπενθυμίζει ότι οι δίαυλοι συνεννόησης παραμένουν ενεργοί ακόμη και μέσα σε περιβάλλον αντιπαράθεσης.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για συλλογική αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, όπως παρουσιάστηκε με αναφορά στους Financial Times, αφορά ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο: την προστασία υποδομών και την αντίδραση σε ενέργειες που δεν παίρνουν τη μορφή συμβατικής επίθεσης. Οι απειλητικές δηλώσεις του Σεργκέι Λαβρόφ για έναν σύντομο και διαφορετικό πόλεμο με την Ευρώπη, τις οποίες ερμήνευσα ως υπαινιγμό πυρηνικής κλιμάκωσης, εντείνουν την ανάγκη σοβαρής προετοιμασίας.
Η Ελλάδα διαθέτει δυνατότητες, ανθρώπους, συμμαχίες και θεσμικά μέσα. Χρειάζεται να τα συνδέσει σε σταθερή πολιτική: αξιόπιστη αποτροπή, υπεράσπιση των δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου, αξιοποίηση των συγκλίσεων στην περιοχή και προστασία της παραγωγικής της αντοχής. Έτσι αποκτά βάρος η φωνή μιας χώρας και έτσι υποχρεώνονται σύμμαχοι και αντίπαλοι να την υπολογίζουν.