Η Τουρκία ενισχύει με σταθερά και μεθοδικά βήματα την παρουσία της στην Αφρική, επιχειρώντας να καλύψει το κενό που αφήνει η σταδιακή αποχώρηση παραδοσιακών δυτικών δυνάμεων από την ήπειρο. Μέσα από στρατιωτικές συμφωνίες, εξαγωγές αμυντικού εξοπλισμού, επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές και την επέκταση της διπλωματικής και πολιτιστικής της επιρροής, η Άγκυρα οικοδομεί ένα ευρύ δίκτυο ερεισμάτων με σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό.
Την εκτίμηση αυτή διατυπώνει ο Ρόι Μπινιαμίνι, πρώην επικεφαλής τμήματος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, ο οποίος υποστηρίζει ότι, ενώ η διεθνής προσοχή παραμένει στραμμένη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προωθεί στην αφρικανική ήπειρο ένα σχέδιο μακράς πνοής.
Κατά τον Ισραηλινό αναλυτή, η τουρκική διείσδυση δεν είναι αποσπασματική. Αντίθετα, αποτελεί μέρος μιας συνολικής στρατηγικής που συνδυάζει οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά και θρησκευτικά εργαλεία, υπηρετώντας τη φιλοδοξία της Τουρκίας να εξελιχθεί σε δύναμη με επιρροή πολύ πέρα από τα παραδοσιακά γεωγραφικά της όρια.
Η «σκληρή ισχύς» και η διπλωματία των drones
Κεντρικό ρόλο στην τουρκική στρατηγική διαδραματίζει η στρατιωτική συνεργασία με αφρικανικά κράτη. Η Άγκυρα έχει υπογράψει συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας, παρέχει εκπαίδευση σε στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις και προωθεί οπλικά συστήματα, με αιχμή τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η επιτυχία των τουρκικών drones σε περιφερειακές συγκρούσεις έχει μετατραπεί σε σημαντικό διπλωματικό όπλο. Χώρες που επιδιώκουν φθηνότερες και επιχειρησιακά αποτελεσματικές λύσεις στρέφονται προς την τουρκική αμυντική βιομηχανία, ενισχύοντας την εξάρτησή τους από την Άγκυρα σε επίπεδο συντήρησης, εκπαίδευσης και μελλοντικών προμηθειών.
Η λεγόμενη «διπλωματία των drones» επιτρέπει στην Τουρκία να αποκτά πρόσβαση σε κυβερνήσεις και μηχανισμούς ασφαλείας, δημιουργώντας δεσμούς που ξεπερνούν μια απλή εμπορική συναλλαγή. Μαζί με τα οπλικά συστήματα, η Άγκυρα εξάγει στρατιωτική τεχνογνωσία, πολιτική επιρροή και ένα μοντέλο συνεργασίας χωρίς τις αυστηρές πολιτικές προϋποθέσεις που συχνά συνοδεύουν τη δυτική βοήθεια.
Πρεσβείες, αεροπορικές συνδέσεις και πολιτιστική διείσδυση
Παράλληλα με τη στρατιωτική της παρουσία, η Τουρκία επενδύει συστηματικά στην «ήπια ισχύ». Τα τελευταία χρόνια έχει αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των πρεσβειών της στην Αφρική, ενώ η Turkish Airlines έχει επεκτείνει το δίκτυό της σε δεκάδες αφρικανικές πόλεις.
Οι αεροπορικές συνδέσεις δεν έχουν μόνο εμπορική σημασία. Δημιουργούν μόνιμους διαύλους επικοινωνίας, διευκολύνουν τις επενδύσεις και εντάσσουν αφρικανικές πρωτεύουσες σε ένα δίκτυο που έχει ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη.
Ταυτόχρονα, τουρκικοί οργανισμοί δραστηριοποιούνται σε έργα εκπαίδευσης, υγείας, ανθρωπιστικής βοήθειας και πολιτισμού. Θρησκευτικά ιδρύματα, σχολεία και φιλανθρωπικοί φορείς ενισχύουν την κοινωνική παρουσία της Άγκυρας, ιδιαίτερα σε μουσουλμανικές χώρες και κοινότητες.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία δεν επιδιώκει απλώς πολιτικές συμφωνίες με τις κυβερνήσεις. Προσπαθεί να διαμορφώσει θετική εικόνα και στις κοινωνίες, επενδύοντας σε σχέσεις που μπορούν να αποδώσουν σε βάθος χρόνου.
Το κενό που αφήνουν Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες
Ο Μπινιαμίνι επισημαίνει ότι η τουρκική επέκταση διευκολύνεται από την αποδυνάμωση της επιρροής της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών σε αρκετές περιοχές της Αφρικής.
Η Γαλλία έχει αναγκαστεί να περιορίσει τη στρατιωτική της παρουσία σε χώρες του Σαχέλ, έπειτα από πραξικοπήματα, αντιγαλλικές κινητοποιήσεις και την άνοδο κυβερνήσεων που αναζητούν νέους εταίρους. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στη μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή.
Αυτό το κενό επιχειρούν να αξιοποιήσουν πολλές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, η Κίνα και η Τουρκία. Η Άγκυρα, ωστόσο, παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο μοντέλο, καθώς συνδυάζει τη στρατιωτική συνεργασία με επενδύσεις, εμπορικές σχέσεις και πολιτιστική διείσδυση.
Δεν εμφανίζεται ως πρώην αποικιοκρατική δύναμη, στοιχείο που χρησιμοποιεί συστηματικά στη ρητορική της. Αντίθετα, επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ισότιμος εταίρος των αφρικανικών κρατών, παρότι πίσω από αυτή την εικόνα διακρίνεται μια σαφής προσπάθεια γεωπολιτικής εδραίωσης.
Η Σομαλία ως κεντρικός πυλώνας
Κομβική θέση στην τουρκική στρατηγική κατέχει η Σομαλία. Η Άγκυρα διατηρεί στη Μογκαντίσου τη μεγαλύτερη υπερπόντια στρατιωτική βάση της, στην οποία εκπαιδεύονται μονάδες των σομαλικών ενόπλων δυνάμεων.
Η τουρκική παρουσία δεν περιορίζεται στον στρατιωτικό τομέα. Τουρκικές εταιρείες και κρατικοί φορείς έχουν αναλάβει έργα σε λιμάνια, αεροδρόμια, οδικές υποδομές και δημόσιες υπηρεσίες, ενώ έχουν υπογραφεί συμφωνίες για την έρευνα και εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων.
Η Σομαλία προσφέρει στην Τουρκία πρόσβαση σε μια κρίσιμη γεωγραφική περιοχή, κοντά στις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Η σημασία της περιοχής ενισχύεται από δημοσιεύματα που εξετάζουν το ενδεχόμενο δημιουργίας διαστημικής βάσης και εγκαταστάσεων για δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων στην περιοχή Warsheikh, στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού.
Εφόσον τα σχέδια αυτά προχωρήσουν, η Τουρκία θα αποκτήσει υποδομές με στρατηγικό και τεχνολογικό χαρακτήρα, πολύ πέρα από τα όρια μιας συμβατικής αμυντικής συνεργασίας.
Το Κέρας της Αφρικής ως νέο πεδίο αντιπαράθεσης
Σύμφωνα με την ισραηλινή ανάλυση, το Κέρας της Αφρικής εξελίσσεται σε ένα από τα βασικά σημεία ανταγωνισμού μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.
Η ενίσχυση των επαφών του Ισραήλ με τη Σομαλιλάνδη προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα, η οποία στηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Σομαλίας και θεωρεί τη Μογκαντίσου βασικό στρατηγικό της εταίρο.
Η Σομαλιλάνδη, παρότι λειτουργεί επί δεκαετίες ως de facto ανεξάρτητη οντότητα, δεν διαθέτει ευρεία διεθνή αναγνώριση. Η γεωγραφική της θέση, κοντά στο στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ και απέναντι από την Υεμένη, της προσδίδει ιδιαίτερη στρατηγική αξία.
Οποιαδήποτε ισραηλινή παρουσία ή συνεργασία στην περιοχή θα μπορούσε να προσφέρει στο Ισραήλ δυνατότητες παρακολούθησης των θαλάσσιων οδών και των εξελίξεων στην Ερυθρά Θάλασσα. Για την Τουρκία, μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε άμεση πρόκληση σε μια ζώνη όπου επενδύει πολιτικά και στρατιωτικά εδώ και χρόνια.
Κατά τον Μπινιαμίνι, η Άγκυρα απαντά ενισχύοντας τους δεσμούς της με τη Σομαλία, την Αίγυπτο και το Τζιμπουτί, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα πλέγμα συνεργασιών που θα περιορίζει την ισραηλινή επιρροή.
Η νέα προσέγγιση Τουρκίας και Αιγύπτου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου. Οι δύο χώρες βρέθηκαν επί χρόνια σε αντίπαλα στρατόπεδα, κυρίως λόγω της τουρκικής στήριξης προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και των διαφορετικών επιδιώξεών τους στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παρά τις διαφορές, Άγκυρα και Κάιρο εμφανίζονται πλέον πρόθυμες να συνεργαστούν σε συγκεκριμένους τομείς, ιδιαίτερα στο Κέρας της Αφρικής. Η κοινή τους στήριξη προς τη Σομαλία και η επιφυλακτικότητα απέναντι στις κινήσεις της Αιθιοπίας και της Σομαλιλάνδης δημιουργούν νέα δεδομένα.
Η προσέγγιση αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να ασκήσει πίεση σε Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ.
Η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να αποκαταστήσει σχέσεις με πρώην αντιπάλους όταν αυτό εξυπηρετεί τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Παράλληλα, προσπαθεί να περιορίσει τα περιφερειακά σχήματα συνεργασίας που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια χωρίς τη συμμετοχή της.
Η πρόκληση για το Ισραήλ
Ο Ισραηλινός αναλυτής εκτιμά ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στην Αφρική ως δευτερεύον ζήτημα. Η αύξηση της τουρκικής παρουσίας, ιδιαίτερα σε περιοχές κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα, μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ασφάλεια, το εμπόριο και την περιφερειακή θέση του.
Για τον λόγο αυτό προτείνει την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης ισραηλινής στρατηγικής, η οποία θα αξιοποιεί τις συνεργασίες που έχουν προκύψει μέσα από τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν σημαντική οικονομική και λιμενική παρουσία στην Αφρική, ενώ το Μαρόκο έχει ισχυρούς ιστορικούς, θρησκευτικούς και εμπορικούς δεσμούς με πολλές χώρες της ηπείρου.
Μέσω της συνεργασίας με αυτές τις δυνάμεις, το Ισραήλ θα μπορούσε να προσφέρει ένα ανταγωνιστικό μοντέλο, βασισμένο στην τεχνολογία, τη γεωργία, τη διαχείριση υδάτων, την υγεία και την καινοτομία.
Η ισραηλινή τεχνογνωσία σε αυτούς τους τομείς ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες των αφρικανικών κρατών και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τουρκική στρατιωτική και πολιτική διείσδυση.
Το νεοοθωμανικό σχέδιο σε πλήρη ανάπτυξη
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αφρική αποτελεί βασικό πεδίο του ευρύτερου σχεδίου της να αναδειχθεί σε αυτόνομη περιφερειακή και διεθνή δύναμη.
Η Άγκυρα επενδύει εκεί όπου διαπιστώνει κενά ισχύος. Προσφέρει όπλα, εκπαίδευση, επενδύσεις και πολιτική υποστήριξη, απαιτώντας ως αντάλλαγμα πρόσβαση, επιρροή και στρατηγικά ερείσματα.
Η Σομαλία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά όχι το μοναδικό. Από το Σαχέλ μέχρι το Κέρας της Αφρικής και από τη Βόρεια Αφρική μέχρι τις χώρες της υποσαχάριας ζώνης, η Τουρκία δημιουργεί σταδιακά ένα πλέγμα σχέσεων που μπορεί να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής ισχύος.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το Ισραήλ. Αφορά και την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς η τουρκική παρουσία στην Αφρική συνδέεται με τις θαλάσσιες οδούς, την ενέργεια, τις αμυντικές συνεργασίες και τη διαμόρφωση συμμαχιών σε διεθνείς οργανισμούς.
Η τουρκική στρατηγική στην Αφρική δεν είναι μια πρόσκαιρη κίνηση δημοσίων σχέσεων. Είναι μια οργανωμένη επιχείρηση εδραίωσης, με στρατιωτικό, οικονομικό και ιδεολογικό βάθος. Και όσο οι ανταγωνιστές της Άγκυρας καθυστερούν να αναπτύξουν συντονισμένη απάντηση, τόσο το τουρκικό αποτύπωμα στην ήπειρο θα γίνεται ισχυρότερο.