breaking newsΕλλάδα

14 Σεπτεμβρίου: Ημέρα μνήμης των Ελλήνων που γενοκτονήθηκαν στη Μικρά Ασία

Η Σμύρνη καιγόταν. Στην προκυμαία, χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν απελπισμένοι ένα πλοίο που θα τους έσωζε. Πίσω τους βρίσκονταν οι φλόγες, οι σφαγές και ο τρόμος. Μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα και μια άγνωστη ζωή στην Ελλάδα.

Η 14η Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί απλώς μία επέτειο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι η ημέρα κατά την οποία η ελληνική Πολιτεία τιμά τη μνήμη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που εξοντώθηκαν, εκτοπίστηκαν και ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.

Έναν αιώνα και πλέον μετά, η μνήμη παραμένει ζωντανή. Στις εικόνες που έφεραν οι πρόσφυγες, στα οικογενειακά κειμήλια, στις φωτογραφίες των χαμένων πατρίδων, στις μαρτυρίες των επιζώντων και στα ονόματα των πόλεων που ξαναγεννήθηκαν στην Ελλάδα: Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Ερυθραία, Νέα Μουδανιά, Νέα Τραπεζούντα.

Η επίσημη ονομασία της ημέρας

Η 14η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε με τον Νόμο 2645/1998 ως «ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Ο νόμος 2645/1998 δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 234/Α/13-10-1998, έπειτα από τους μακροχρόνιους αγώνες των προσφυγικών σωματείων. Το περιεχόμενο και ο τρόπος διοργάνωσης των εκδηλώσεων μνήμης καθορίστηκαν αργότερα με το Προεδρικό Διάταγμα 304/2001.

Η επιλογή της 14ης Σεπτεμβρίου συνδέθηκε με την κορύφωση της Καταστροφής της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922. Η ημέρα δεν αφορά μόνο την καταστροφή μιας πόλης, αλλά το τέλος της ιστορικής παρουσίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού στην πατρογονική του γη.

Ένας ελληνικός κόσμος με ιστορία χιλιάδων ετών

Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας δεν ήταν ένας ξένος πληθυσμός που εγκαταστάθηκε πρόσκαιρα στην περιοχή. Οι ρίζες του χάνονταν στα βάθη των αιώνων.

Από τις ιωνικές πόλεις και τα μεγάλα κέντρα της αρχαιότητας έως τη βυζαντινή Καππαδοκία, τον Πόντο, την Προποντίδα, την Ιωνία και την Ανατολική Θράκη, οι Έλληνες δημιούργησαν κοινότητες με έντονη οικονομική, πνευματική και πολιτιστική ζωή.

Η Σμύρνη, η «Γκιαούρ Ιζμίρ» για τους μουσουλμάνους της εποχής λόγω του ισχυρού χριστιανικού και ευρωπαϊκού χαρακτήρα της, ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου. Τα ελληνικά σχολεία, οι εκκλησίες, οι εφημερίδες, τα νοσοκομεία, τα θέατρα και οι εμπορικοί οίκοι της μαρτυρούσαν μια ακμαία κοινωνία.

Στις Κυδωνίες, στην Έφεσο, στην Πέργαμο, στα Βουρλά, στο Αϊβαλί, στα Μοσχονήσια, στην Καππαδοκία και σε εκατοντάδες μικρότερες κοινότητες, οι Έλληνες διατηρούσαν την πίστη, τη γλώσσα και τα έθιμά τους.

Αυτός ο κόσμος δεν χάθηκε από φυσική παρακμή. Τερματίστηκε βίαια.

Οι διωγμοί πριν από το 1922

Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν άρχισε με τη φωτιά της Σμύρνης. Οι διώξεις είχαν ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα και κλιμακώθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο που ακολούθησε.

Ελληνικοί πληθυσμοί εκτοπίστηκαν από τις ακτές προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Άνδρες οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας, τα διαβόητα «αμελέ ταμπουρού», όπου εξοντώνονταν από την πείνα, τις αρρώστιες, την κακομεταχείριση και την καταναγκαστική εργασία.

Ολόκληρα χωριά εγκαταλείφθηκαν. Περιουσίες λεηλατήθηκαν ή δημεύθηκαν. Οικογένειες υποχρεώθηκαν να βαδίσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα χωρίς τροφή και προστασία. Οι εκτοπίσεις, οι σφαγές και οι πορείες θανάτου εφαρμόστηκαν σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών αναγνώρισε ότι οι εκστρατείες κατά των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων συνιστούσαν γενοκτονία, επισημαίνοντας τις κοινές μεθόδους εξόντωσης: μαζικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις, πορείες θανάτου και λιμοκτονία.

Η κατάρρευση του μετώπου και η Σμύρνη

Τον Αύγουστο του 1922 το ελληνικό μέτωπο στη Μικρά Ασία κατέρρευσε. Η υποχώρηση του στρατού μετατράπηκε γρήγορα σε αγώνα επιβίωσης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι γνώριζαν τι θα ακολουθούσε.

Χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατευθύνθηκαν προς τα παράλια. Ολόκληρες οικογένειες βάδισαν προς τη Σμύρνη με όσα μπορούσαν να μεταφέρουν στα χέρια ή σε ένα κάρο.

Η είσοδος των κεμαλικών δυνάμεων στην πόλη συνοδεύτηκε από λεηλασίες, βιαιοπραγίες και δολοφονίες. Ανάμεσα στα θύματα βρισκόταν ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο οποίος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και παραδόθηκε στον όχλο, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η μοίρα του.

Στις 13 Σεπτεμβρίου ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες παραδόθηκαν στις φλόγες. Το πλήθος εγκλωβίστηκε στην προκυμαία, αναζητώντας μία θέση στα πλοία και τη σωτηρία.

Οι ίδιες εικόνες επαναλήφθηκαν στις Κυδωνίες, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, στην Προποντίδα και σε άλλες περιοχές. Άνδρες χωρίζονταν από τις οικογένειές τους και οδηγούνταν στην ενδοχώρα. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι προσπαθούσαν να περάσουν στην Ελλάδα.

Από την Καταστροφή στην υποχρεωτική ανταλλαγή

Η Σύμβαση για την Ανταλλαγή των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών υπογράφηκε στη Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923.

Η ανταλλαγή είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα και βασίστηκε στο θρήσκευμα. Οι ορθόδοξοι κάτοικοι της Τουρκίας, με εξαίρεση τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Αντίστοιχα, οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας, με εξαίρεση εκείνους της Δυτικής Θράκης, μετακινήθηκαν προς την Τουρκία.

Στην πραγματικότητα, όταν υπογράφηκε η Σύμβαση, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού είχε ήδη εκδιωχθεί ή διαφύγει για να σωθεί.

Περίπου 1,2 εκατομμύρια ορθόδοξοι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα, αυξάνοντας μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τον πληθυσμό της χώρας κατά περίπου 20%. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών του 20ού αιώνα.

Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα

Οι Μικρασιάτες έφτασαν στην Ελλάδα εξαντλημένοι, άρρωστοι και στην πλειονότητά τους χωρίς περιουσία. Πολλοί είχαν χάσει μέλη των οικογενειών τους και δεν γνώριζαν αν οι άνθρωποί τους ήταν νεκροί, αιχμάλωτοι ή διασκορπισμένοι σε κάποιο λιμάνι.

Η υποδοχή δεν ήταν πάντοτε ανθρώπινη. Οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν την πείνα, τις επιδημίες, την έλλειψη στέγης και, σε αρκετές περιπτώσεις, την καχυποψία ή ακόμη και την περιφρόνηση των γηγενών.

Στήθηκαν σε πρόχειρους καταυλισμούς, αποθήκες, επιταγμένα κτίρια και παραπήγματα. Οι πρώτοι προσφυγικοί συνοικισμοί δημιουργήθηκαν μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν έμειναν για πάντα πρόσφυγες.

Δούλεψαν τη γη, ίδρυσαν βιοτεχνίες, άνοιξαν καταστήματα, δημιούργησαν σχολεία, εκκλησίες, συλλόγους και αθλητικά σωματεία. Έδωσαν νέα πνοή στη γεωργία, στη βιομηχανία και στο εμπόριο. Μετέφεραν στην Ελλάδα τις γνώσεις, τις τέχνες, τις γεύσεις, τη μουσική και τον πολιτισμό τους.

Η Νέα Σμύρνη, η Νέα Ιωνία, η Καισαριανή, η Κοκκινιά, η Καλαμαριά και δεκάδες άλλοι προσφυγικοί τόποι έγιναν ζωντανά μνημεία μιας πατρίδας που χάθηκε, αλλά δεν ξεχάστηκε.

Η μνήμη του Πόντου μέσα στη μεγάλη τραγωδία

Η Γενοκτονία των Ποντίων, η οποία τιμάται ιδιαίτερα στις 19 Μαΐου, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι δύο ημέρες μνήμης δεν ανταγωνίζονται ούτε αναιρούν η μία την άλλη. Η 19η Μαΐου αναδεικνύει ξεχωριστά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η 14η Σεπτεμβρίου τιμά το σύνολο των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που υπέστησαν τις πολιτικές εξόντωσης και εκδίωξης από το τουρκικό κράτος.

Πόντος, Ιωνία, Καππαδοκία, Βιθυνία, Προποντίδα και Ανατολική Θράκη αποτελούν κεφάλαια της ίδιας μεγάλης ιστορίας: της σταδιακής εξαφάνισης των ιστορικών χριστιανικών λαών της Ανατολής.

Η μνήμη είναι χρέος, όχι τελετουργία

Η 14η Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να περιορίζεται σε μία κατάθεση στεφάνων και σε μια τυπική ανακοίνωση. Η Εθνική Ημέρα Μνήμης αποκτά περιεχόμενο μόνο όταν η νέα γενιά γνωρίζει τι συνέβη.

Όταν μαθαίνει για τις κοινότητες που χάθηκαν, για τα τάγματα εργασίας, τις πορείες θανάτου, τις σφαγές και τον ξεριζωμό. Όταν ακούει τις μαρτυρίες των προσφύγων και αναγνωρίζει την προσφορά τους στην Ελλάδα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι η λήθη δεν αποτελεί συμφιλίωση και ότι η γνώση της ιστορίας δεν καλλιεργεί το μίσος, αλλά λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην επανάληψη του εγκλήματος.

Οι Μικρασιάτες μπορεί να έχασαν τις πατρίδες τους, αλλά δεν άφησαν να χαθεί η μνήμη τους. Έδωσαν στα νέα χωριά τα ονόματα των παλιών, ξανάχτισαν τις εκκλησίες τους και παρέδωσαν στα παιδιά τους τα κλειδιά σπιτιών που δεν υπήρχαν πια.

Αυτά τα σκουριασμένα κλειδιά δεν άνοιγαν πλέον καμία πόρτα. Άνοιγαν, όμως, τον δρόμο προς τη μνήμη.

Η 14η Σεπτεμβρίου είναι η ημέρα της Σμύρνης, των Κυδωνιών, της Ερυθραίας, της Καππαδοκίας, του Πόντου και κάθε μικρασιατικής πατρίδας που άδειασε από τους ανθρώπους της.

Είναι η ημέρα των νεκρών, των αγνοουμένων και των προσφύγων.

Είναι η ημέρα κατά την οποία ο Ελληνισμός σκύβει με σεβασμό μπροστά σε όσους χάθηκαν και επαναλαμβάνει μία υπόσχεση:

Δεν ξεχνούμε.

Back to top button