breaking newsΔιεθνή

ORF: Η ενέργεια είναι το πραγματικό έπαθλο της συμφωνίας ΕΕ–Ινδίας

Η ενεργειακή συνεργασία και όχι απλώς η μείωση των δασμών αποτελεί το σημαντικότερο στρατηγικό κέρδος της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία, σύμφωνα με ανάλυση του Observer Research Foundation (ORF), την οποία υπογράφει η Liliana Śmiech.

Η συμφωνία, η οποία ολοκληρώθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2026 έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια διαπραγματεύσεων, παρουσιάστηκε κυρίως μέσα από τους εντυπωσιακούς εμπορικούς αριθμούς: μία σχέση ύψους 200 δισ. δολαρίων, εκτεταμένες μειώσεις δασμών και μεγάλες ποσοστώσεις σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία. Το ORF, ωστόσο, υποστηρίζει ότι πίσω από αυτά τα μεγέθη οικοδομείται μία πολύ βαθύτερη συνεργασία, η οποία συνδέει την εμπορική πολιτική με την ενεργειακή μετάβαση, την κλιματική πολιτική και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ινδία και η ΕΕ αποτελούν αντιστοίχως τον τρίτο και τον τέταρτο μεγαλύτερο παραγωγό εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως. Το Νέο Δελχί έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2070, ενώ οι Βρυξέλλες έως το 2050. Η ενεργειακή συνεργασία, επομένως, δεν προστέθηκε στη συμφωνία ως ένα δευτερεύον «πράσινο» παράρτημα, αλλά ενσωματώθηκε στον πυρήνα της.

Πράσινο υδρογόνο: Από τις δεσμεύσεις στα εργοτάξια

Η πιο σαφής έκφραση της νέας σχέσης είναι η ειδική ομάδα εργασίας για το πράσινο υδρογόνο που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας. Η Ινδία έχει δεσμευθεί να κινητοποιήσει ξένες επενδύσεις ύψους περίπου 10 δισ. δολαρίων, με στόχο την ανάπτυξη ηλεκτρολυτών συνολικής ισχύος 10 γιγαβάτ έως το 2030.

Η διαδικασία, σύμφωνα με την ανάλυση, έχει ήδη περάσει από τις διακηρύξεις στην υλοποίηση. Στην ανατολική ακτή της Ινδίας έχει αρχίσει η κατασκευή κόμβου πράσινης αμμωνίας, ο οποίος σχεδιάζεται να παράγει έως 1,5 εκατ. τόνους ετησίως. Το έργο θα συνδυάζει σχεδόν 2 γιγαβάτ ηλεκτρολυτικής ισχύος, 7,5 γιγαβάτ ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και 2 γιγαβάτ αντλησιοταμίευσης, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της διακοπτόμενης παραγωγής που έχει καθυστερήσει αντίστοιχα έργα σε άλλες χώρες.

Από ευρωπαϊκής πλευράς προβλέπεται πακέτο βοήθειας 500 εκατ. ευρώ για την πράσινη μετάβαση και ειδικότερα για την απανθρακοποίηση της ινδικής παραγωγής χάλυβα και αλουμινίου. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει δεσμεύσει επιπλέον 2 δισ. ευρώ για υποδομές ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή.

Παρότι ορισμένοι μηχανισμοί χρηματοδότησης δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, το ORF θεωρεί ότι η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη: η Ινδία προετοιμάζεται να εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή των φυσικών και ενεργειακών εισροών που χρειάζεται η Ευρώπη για την πράσινη μετάβασή της.

Η δύσκολη εξίσωση του CBAM

Κρίσιμη παράμετρος της συμφωνίας είναι ο ευρωπαϊκός Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος θα καθορίσει κατά πόσο τα ινδικά προϊόντα θα μπορούν να εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά με ανταγωνιστικούς όρους.

Οι ινδικές εξαγωγές που εκτίθενται στον CBAM αντιστοιχούν μόλις στο 0,2% του ΑΕΠ της χώρας, αλλά η έκθεση είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένη. Ο σίδηρος και ο χάλυβας αποτελούν σχεδόν το 90% των προϊόντων που επηρεάζονται, ενώ το ετήσιο κόστος συμμόρφωσης εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 2 έως 4 δισ. δολάρια όταν ο μηχανισμός τεθεί σε πλήρη εφαρμογή.

Η συμφωνία δεν απαλλάσσει την Ινδία από το κόστος των πιστοποιητικών άνθρακα. Προσφέρει, όμως, μία δικλίδα για το μέλλον: εάν η ΕΕ παραχωρήσει ευνοϊκότερη μεταχείριση σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, η ίδια μεταχείριση θα επεκταθεί αυτομάτως και στην Ινδία. Προβλέπεται, επίσης, τεχνικός διάλογος για την αναγνώριση των ινδικών συστημάτων τιμολόγησης και επαλήθευσης του άνθρακα.

Το ORF χαρακτηρίζει τη ρύθμιση περισσότερο ως ασφάλεια έναντι μελλοντικών εξελίξεων και λιγότερο ως άμεση ελάφρυνση. Παράλληλα, η συμφωνία προστατεύει προσωρινά την ανερχόμενη ινδική βιομηχανία ηλεκτρικών οχημάτων, καθώς τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά αυτοκίνητα εξαιρούνται από τις άμεσες δασμολογικές μειώσεις για πέντε χρόνια.

Κρίσιμα ορυκτά: Το μέτωπο απέναντι στην Κίνα

Η πιο φιλόδοξη, αλλά και δυσκολότερη, πτυχή της συνεργασίας αφορά τα κρίσιμα ορυκτά. Η ανάλυση επισημαίνει ότι η κινεζική κυριαρχία δεν βασίζεται τόσο στην εξόρυξη όσο στην επεξεργασία των πρώτων υλών – το ενδιάμεσο στάδιο που προσφέρει τον πραγματικό έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η ΕΕ παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτό το σημείο. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες προβλέπει ότι έως το 2030 το 10% της κατανάλωσης πρέπει να καλύπτεται από εξόρυξη εντός της Ένωσης, το 40% από ευρωπαϊκή επεξεργασία και το 25% από ανακύκλωση, ενώ καμία τρίτη χώρα δεν θα πρέπει να προμηθεύει περισσότερο από το 65% οποιουδήποτε κρίσιμου υλικού.

Ωστόσο, ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου το 2026 διαπίστωσε ότι οι προσπάθειες διαφοροποίησης δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Εάν δεν επιταχυνθούν οι επενδύσεις, η Κίνα εκτιμάται ότι το 2035 θα εξακολουθεί να παρέχει πάνω από το 60% του επεξεργασμένου λιθίου και κοβαλτίου, περίπου το 80% του γραφίτη για μπαταρίες και των σπάνιων γαιών και σχεδόν το 70% του μαγγανίου για μπαταρίες.

Σε αυτό το κενό φιλοδοξεί να εισέλθει η Ινδία. Η Γεωλογική Υπηρεσία της χώρας έχει αναβαθμίσει σε 10,88 εκατ. τόνους τις εκτιμήσεις για τους πιθανούς πόρους λιθίου στην περιοχή Ρεάσι του Τζαμού και Κασμίρ, ενώ έχουν εντοπιστεί πρόσθετα κοιτάσματα στο Ρατζαστάν και το Τζαρκάντ. Η κρατική IREL διαθέτει ήδη μονάδες εξόρυξης και επεξεργασίας σπάνιων γαιών στην Οντίσα και την Κεράλα.

Η δασμολογική απελευθέρωση που προβλέπει η συμφωνία μπορεί να συνδέσει αυτήν τη βάση πόρων με την ευρωπαϊκή ζήτηση. Συμπληρώνεται, μάλιστα, από την Εθνική Αποστολή Κρίσιμων Ορυκτών της Ινδίας, ένα επταετές πρόγραμμα ύψους 343 δισ. ρουπιών, το οποίο προβλέπει 1.200 ερευνητικά έργα έως το 2031.

Η κινεζική εξάρτηση δεν εξαφανίζεται

Το ORF προειδοποιεί, πάντως, ότι η συγκεκριμένη πτυχή θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να αποδώσει. Η Ινδία διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα και ενισχύει την εξερεύνηση, αλλά εξακολουθεί να υστερεί στην επεξεργασία και τη διύλιση, δηλαδή ακριβώς στα στάδια όπου η Κίνα διατηρεί τη μεγαλύτερη επιρροή.

Η ευπάθεια αυτή έγινε ορατή τον Απρίλιο του 2025, όταν το Πεκίνο επέβαλε περιορισμούς αδειοδότησης σε επτά στοιχεία σπάνιων γαιών. Η ινδική αυτοκινητοβιομηχανία βρέθηκε σχεδόν αμέσως υπό πίεση, με την Bajaj Auto να προειδοποιεί για σοβαρές επιπτώσεις στην παραγωγή. Η κυβέρνηση αντέδρασε με πρόγραμμα 72,8 δισ. ρουπιών για την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής μόνιμων μαγνητών σπάνιων γαιών.

Η συμφωνία με την ΕΕ δεν μπορεί από μόνη της να κατασκευάσει διυλιστήρια ούτε να εξαλείψει την κινεζική εξάρτηση. Δείχνει, όμως, ότι Νέο Δελχί και Βρυξέλλες έχουν αποφασίσει να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση και να δημιουργήσουν σταθερούς μηχανισμούς συνεργασίας.

Από τις υπογραφές στην εφαρμογή

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η διαπραγμάτευση της συμφωνίας ήταν μόνο το πρώτο βήμα. Το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται πλέον στην εφαρμογή: στην κατασκευή υποδομών πράσινου υδρογόνου, στην αναγνώριση των ινδικών συστημάτων άνθρακα και κυρίως στη δημιουργία μιας βιώσιμης αλυσίδας εξόρυξης, επεξεργασίας και μεταφοράς κρίσιμων πρώτων υλών.

Η πρόοδος στο πράσινο υδρογόνο είναι ήδη ορατή, καθώς τα έργα έχουν περάσει από τα σχέδια στα εργοτάξια. Οι προβλέψεις για τον CBAM προσφέρουν στην Ινδία μία μελλοντική ασφάλεια, όχι άμεση εξαίρεση. Στα κρίσιμα ορυκτά, το αποτέλεσμα θα χρειαστεί χρόνια, αλλά δημιουργείται ένα κοινό στρατηγικό πεδίο απέναντι στην υπερβολική εξάρτηση από την Κίνα.

Για το Observer Research Foundation, αυτή ακριβώς είναι η πραγματική αξία της συμφωνίας: δεν περιορίζεται στο εμπόριο, αλλά θέτει τα θεμέλια μιας μακροπρόθεσμης ενεργειακής και βιομηχανικής εταιρικής σχέσης ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ινδία.

Back to top button