Στην πολιτική, στην οικονομία και κυρίως στη γεωπολιτική, τα κενά δεν μένουν ποτέ κενά. Όταν ένα κράτος δεν αξιοποιεί τις δυνατότητές του, όταν αρνείται να υπερασπιστεί αποφασιστικά τα συμφέροντά του και όταν αφήνει υποδομές, συμμαχίες και εθνικά πλεονεκτήματα να απαξιώνονται, τότε το κενό καλύπτεται από άλλους.
Αυτό είναι το κοινό νήμα που συνδέει όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Συρία, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Το σκάνδαλο της αδράνειας στη Μεσοχώρα
Θα ξεκινήσω από το φράγμα της Μεσοχώρας. Δηλώνω εξαρχής ότι δεν γνωρίζω όλους τους πραγματικούς περιβαλλοντικούς και νομικούς λόγους που εμπόδισαν τη λειτουργία του έργου. Όμως τα ερωτήματα είναι αμείλικτα.
Ένα σχεδόν ολοκληρωμένο υδροηλεκτρικό έργο, για το οποίο ο ελληνικός λαός έχει πληρώσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, παραμένει ανενεργό επί περίπου 25 χρόνια. Η εγκατεστημένη ισχύς του υπολογίζεται στα 162 MW και η ετήσια παραγωγή του περίπου στις 384 GWh — ενέργεια ικανή να καλύψει τις ανάγκες σχεδόν 100.000 νοικοκυριών.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα μιλά συνεχώς για πράσινη μετάβαση, ανανεώσιμες πηγές και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Πώς συμβιβάζονται όλα αυτά με την εγκατάλειψη μιας υδροηλεκτρικής μονάδας για την οποία έχει ήδη πληρώσει ο ελληνικός λαός;
Ποιο ήταν το περιβαλλοντικό κόστος από τη μη λειτουργία της Μεσοχώρας; Από ποιες άλλες πηγές παράχθηκε η ενέργεια που δεν έδωσε το φράγμα; Πόσο κόστισαν τα καύσιμα, οι εισαγωγές και οι εκπομπές που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί; Και, τελικά, ποιοι ωφελήθηκαν οικονομικά από την απουσία αυτής της φθηνής, εγχώριας παραγωγής από το ενεργειακό σύστημα;
Υπάρχει και κάτι ακόμη σοβαρότερο: η κατάσταση στον θεσσαλικό κάμπο. Οι γεωτρήσεις έχουν φτάσει σε βάθη 250 και 300 μέτρων, με τον υδροφόρο ορίζοντα να υποχωρεί και τον κίνδυνο υφαλμύρωσης να μεγαλώνει. Για να αντληθεί νερό από τέτοια βάθη απαιτείται επιπλέον ηλεκτρική ενέργεια, ενώ παράλληλα συντελείται μια αργή οικολογική καταστροφή.
Δεν λέω ότι πρέπει να αγνοηθεί η περιβαλλοντική προστασία. Λέω ότι πρέπει να ληφθεί επιτέλους μια καθαρή και τεκμηριωμένη απόφαση. Εικοσιπέντε χρόνια αδράνειας δεν αποτελούν οικολογική πολιτική. Αποτελούν αποτυχία δημόσιας πολιτικής.
Η Τουρκία περιορίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Η ίδια λογική της αδράνειας εμφανίζεται και στα εθνικά θέματα. Στην Αδριανούπολη, περιοχή που εκκλησιαστικά υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, καταγγέλθηκαν επεμβάσεις μέσα στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, με απαίτηση η λειτουργία να τελεστεί στα βουλγαρικά.
Σε ένα κράτος όπως η Τουρκία, τέτοιες ενέργειες δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητες. Αντίθετα, εντάσσονται στη διαχρονική πολιτική περιορισμού των δραστηριοτήτων και της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ας τα βλέπουν αυτά όσοι καλλιεργούν την εντύπωση ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορούν να εξομαλυνθούν με δημόσιες σχέσεις, χαμόγελα και φόρουμ «φιλίας». Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τις αναθεωρητικές της βλέψεις ούτε την πολιτική πίεσης εις βάρος του Ελληνισμού.
Οι Patriot δεν πρέπει να φύγουν από την Ελλάδα
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο ζήτημα των ελληνικών Patriot. Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Ουκρανό ομόλογό του, οφείλει να αποσαφηνιστεί αν συζητήθηκε το ενδεχόμενο αποστολής ελληνικού συστήματος Patriot στην Ουκρανία.
Η θέση μου είναι ξεκάθαρη: οι Patriot δεν πρέπει να φύγουν από την Ελλάδα.
Η χώρα μας προμηθεύτηκε τα συστήματα αυτά για συγκεκριμένους αμυντικούς λόγους. Οι λόγοι αυτοί δεν έχουν εκλείψει. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την τουρκική απειλή και χρειάζεται μια αξιόπιστη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική ομπρέλα.
Ήδη έχει αναπτυχθεί ελληνικό σύστημα Patriot στη Σαουδική Αραβία, με Έλληνες στρατιωτικούς να προστατεύουν κρίσιμες σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Η ελληνική δύναμη έχει βρεθεί ουσιαστικά μέσα σε ένα πολεμικό περιβάλλον, αποκρούοντας απειλές που συνδέονται με το Ιράν και τους Χούθι.
Τι ακριβώς έχει κερδίσει η Ελλάδα από αυτή την αποστολή; Υπάρχει ρήτρα αμοιβαιότητας; Αν η Ελλάδα βρεθεί αντιμέτωπη με τουρκική επιθετική ενέργεια, θα έρθουν σαουδαραβικά αεροσκάφη να συμβάλουν στην προστασία του ελληνικού εναέριου χώρου;
Οι συμμαχίες δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Όταν η Ελλάδα προσφέρει στρατιωτικές δυνατότητες, πρέπει να λαμβάνει σαφή και μετρήσιμα ανταλλάγματα.
Γιατί το ΝΑΤΟ καταρρίπτει ρωσικά drones, αλλά σιωπά στο Αιγαίο;
Η κατάρριψη ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους στον εναέριο χώρο της Ρουμανίας από ισπανικό F-18, στο πλαίσιο νατοϊκής αποστολής, δημιουργεί ένα αυτονόητο ερώτημα.
Γιατί η Ελλάδα δεν θέτει με τον ίδιο τρόπο στο ΝΑΤΟ το ζήτημα των τουρκικών αεροσκαφών και drones που εισέρχονται χωρίς σχέδια πτήσης και παραβιάζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο;
Ένα άγνωστο ίχνος εισέρχεται στον εθνικό εναέριο χώρο. Γιατί δεν ζητείται να αντιμετωπιστεί με τις διαδικασίες που εφαρμόστηκαν στη Ρουμανία; Γιατί έχουμε αποδεχθεί ως περίπου φυσιολογική την τουρκική παραβατικότητα;
Η ευθύνη για την προστασία της επικράτειας είναι πρωτίστως εθνική. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι αδράνειας. Αντιθέτως, πρέπει να υποχρεωθεί να αναλάβει τις ευθύνες του και να αντιμετωπίσει τις παραβιάσεις με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά.
Δύο άξονες διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο
Στην ευρύτερη περιοχή βλέπουμε πλέον δύο χαλαρά, αλλά διακριτά γεωπολιτικά σχήματα.
Στη μία πλευρά βρίσκονται η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία. Το σχήμα αυτό είναι ορατό στον οικονομικό διάδρομο IMEC, στις ενεργειακές συνεργασίες και στις τριμερείς και πολυμερείς περιφερειακές σχέσεις.
Στην άλλη πλευρά διαμορφώνεται ο άξονας Τουρκίας, Πακιστάν, Κατάρ και Σαουδικής Αραβίας. Η συμφωνία της Μέκκας, με τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή συμβολική διακήρυξη.
Μπορεί να μην έχει δοκιμαστεί στην πράξη, αλλά εκπέμπει ένα σαφές πολιτικό και στρατηγικό μήνυμα. Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η ρήτρα.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ είναι η διοχέτευση σαουδαραβικών κεφαλαίων στην τουρκική αμυντική βιομηχανία. Με περισσότερο χρήμα, η Άγκυρα θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει νέα οπλικά συστήματα και κυρίως να δημιουργήσει τις γραμμές μαζικής παραγωγής που λείπουν από αρκετά τουρκικά προγράμματα.
Το μεγάλο πρόβλημα αυτού του άξονα είναι η Τουρκία, λόγω της αναθεωρητικής πολιτικής της απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, αλλά και λόγω της προσπάθειάς της να αποκτήσει στρατηγικό βάθος στη Συρία, στον Λίβανο και συνολικά στη Λεβαντίνη.
Η Αίγυπτος θα κρίνει την ισορροπία
Η χώρα που πρέπει να παρακολουθούν στενότερα η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ είναι η Αίγυπτος. Εκεί μπορεί να σημειωθούν οι μεγαλύτερες ανατροπές.
Η οικονομική αδυναμία του Καΐρου, η τουρκική παρουσία στη Λιβύη, στο Σουδάν και στην Αιθιοπία, αλλά και η κρίση στις σχέσεις Αιγύπτου–Ισραήλ λόγω της Γάζας, δίνουν στην Άγκυρα σημαντικά μέσα πίεσης.
Παράλληλα, η τουρκική αμυντική βιομηχανία προσφέρει στην Αίγυπτο φθηνότερα συστήματα, χωρίς τους πολιτικούς περιορισμούς που συχνά συνοδεύουν τις αμερικανικές αγορές.
Ο Ερντογάν έχει ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ένταξης της Αιγύπτου στη συμφωνία αμοιβαίας άμυνας Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν. Αν αυτό συμβεί, θα έχουμε μια μείζονα γεωπολιτική αλλαγή, που θα επηρεάσει άμεσα την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ.
Η Αθήνα δεν αρκεί να παρακολουθεί. Πρέπει να κινηθεί εγκαίρως, να εμβαθύνει τις σχέσεις της με το Κάιρο και να μην επιτρέψει στην Τουρκία να μονοπωλήσει την πολιτική και στρατιωτική προσέγγιση της Αιγύπτου.
Ο Τραμπ μπλόκαρε ισραηλινό χτύπημα στη Συρία
Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι αναφορές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εμπόδισε το Ισραήλ να πραγματοποιήσει αεροπορικές επιθέσεις εναντίον συριακών αεροπορικών βάσεων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα ισραηλινών και τουρκικών μέσων, το Ισραήλ προετοιμαζόταν να καταστρέψει αεροσκάφη και ελικόπτερα της υπό ανασύσταση συριακής Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία φαίνεται ότι αναδιοργανώνεται με τουρκική υποστήριξη.
Η παρέμβαση του Λευκού Οίκου δείχνει ότι η Ουάσιγκτον αποδέχεται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στη Συρία. Ταυτόχρονα καταγράφεται ψυχρότητα στις σχέσεις Τραμπ–Νετανιάχου και σύσφιξη των σχέσεων Τραμπ–Ερντογάν.
Αυτό δεν αφορά μόνο το Ισραήλ. Αφορά άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο, διότι μια ισχυρότερη Τουρκία στη Συρία αποκτά μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα επιλέγει τον Τραμπ και προκαλεί τη Μόσχα
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία φέρεται να ετοιμάζεται να πουλήσει στην Ουκρανία 70 πυραύλους ATACMS, 47.000 βλήματα πυροβολικού, 12 συστήματα M270 και περισσότερες από 2.000 βόμβες διασποράς, εφόσον λάβει την απαιτούμενη αμερικανική έγκριση.
Η Μόσχα έχει ήδη προειδοποιήσει ότι μια τέτοια μεταφορά θα προκαλέσει σοβαρή ζημιά στις σχέσεις της με την Άγκυρα.
Η εκτίμησή μου είναι ότι η Τουρκία δύσκολα θα κάνει πίσω. Η υποβολή του αιτήματος προς τις ΗΠΑ δείχνει ότι πρόκειται για κίνηση συνεννοημένη με την Ουάσιγκτον. Αυτή τη στιγμή, στις επιλογές του Ερντογάν φαίνεται να υπερισχύει η σχέση με τον Τραμπ έναντι της σχέσης με τον Πούτιν.
Η Ρωσία, βέβαια, δεν μπορεί εύκολα να οδηγήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία σε πλήρη ρήξη. Υπάρχουν το πυρηνικό εργοστάσιο του Ακούγιου, οι αγωγοί φυσικού αερίου, τα ρωσικά κεφάλαια και τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Όμως η μεταφορά αμερικανικών πυραύλων στην Ουκρανία αποτελεί κόκκινη γραμμή και η αντίδραση της Μόσχας πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Η Ελλάδα πρέπει να πάψει να παρακολουθεί
Η Τουρκία κινείται ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις. Συνεργάζεται με τις ΗΠΑ, προκαλεί τη Ρωσία, ενισχύεται στη Συρία, διεισδύει στον Λίβανο, προσεγγίζει την Αίγυπτο, συνδέεται στρατιωτικά με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν και χρηματοδοτεί μηχανισμούς επιρροής στην Ουάσιγκτον.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις ως θεατής.
Πρέπει να κρατήσει τους Patriot στο ελληνικό έδαφος, να απαιτήσει αμοιβαιότητα από τις στρατιωτικές συνεργασίες της, να μετατρέψει τις σχέσεις με την Κύπρο, το Ισραήλ, την Ινδία και τα Εμιράτα σε ουσιαστικό στρατηγικό άξονα και να κινηθεί αποφασιστικά προς την Αίγυπτο.
Τα κενά δεν μένουν κενά. Και κάθε κενό που αφήνει σήμερα η Ελλάδα, αύριο θα το έχει καλύψει η Τουρκία.