Την περαιτέρω διεύρυνση της αμυντικής τους συνεργασίας επιδιώκουν Ινδία και Ρωσία, με το Νέο Δελχί και τη Μόσχα να προσανατολίζονται πλέον στην κοινή ανάπτυξη και παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων, αφήνοντας πίσω το παραδοσιακό μοντέλο της σχέσης προμηθευτή και αγοραστή.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της South China Morning Post, η προοπτική μεταφοράς ρωσικής τεχνολογίας για το μαχητικό πέμπτης γενιάς Su-57, η αναβάθμιση των ινδικών Su-30MKI και η ανάπτυξη νέων εκδόσεων του υπερηχητικού πυραύλου BrahMos αποτελούν τους βασικούς άξονες της νέας στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών.
Η συνάντηση του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, στο περιθώριο της συνόδου των BRICS στο Νέο Δελχί, ανέδειξε τη βούληση των δύο πλευρών να εμβαθύνουν τους δεσμούς τους όχι μόνο στον στρατιωτικό αλλά και στον οικονομικό τομέα.
Ινδία και Ρωσία έχουν θέσει ως στόχο την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 100 δισ. δολάρια έως το 2030, από περίπου 60 δισ. δολάρια σήμερα.
Από τις εισαγωγές στη μεταφορά τεχνολογίας
Η Ινδία στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε ρωσικά άρματα μάχης, αεροσκάφη, πυραύλους και άλλα οπλικά συστήματα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, διεύρυνε τις πηγές προμήθειάς της, αγοράζοντας προηγμένο εξοπλισμό από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Η στροφή αυτή εξυπηρετούσε δύο στόχους: την πρόσβαση σε προηγμένες δυτικές τεχνολογίες και τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Μόσχα, ιδιαίτερα μετά τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στις ρωσικές παραδόσεις εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία και των δυτικών κυρώσεων.
Οι κυρώσεις περιόρισαν την πρόσβαση της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας σε κρίσιμα εξαρτήματα και προηγμένες τεχνολογίες, επηρεάζοντας τη δυνατότητά της να ανταποκρίνεται έγκαιρα στις ανάγκες των ινδικών ενόπλων δυνάμεων.
Η πραγματικότητα αυτή ώθησε και τις δύο χώρες να επανεξετάσουν το παλαιό μοντέλο συνεργασίας. Αντί για απευθείας αγορές ολοκληρωμένων συστημάτων, το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας και υψηλό ποσοστό εγχώριας κατασκευής, στο πλαίσιο του προγράμματος «Make in India».
Ο πρώην Ινδός διπλωμάτης Σρικουμάρ Μενόν εκτιμά ότι οι συζητήσεις για την αναβάθμιση του BrahMos και η ρωσική προσφορά μεταφοράς τεχνολογίας για το Su-57 αποτυπώνουν την αυξανόμενη ωριμότητα και το στρατηγικό βάθος των σχέσεων Μόσχας και Νέου Δελχί.
Ο BrahMos ως πρότυπο συνεργασίας
Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα της νέας σχέσης είναι ο BrahMos, ο οποίος παράγεται από κοινή ινδορωσική εταιρεία και έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα οπλικά συστήματα της Ινδίας.
Ο υπερηχητικός πύραυλος μπορεί να αναπτυχθεί σε χερσαίες, ναυτικές, εναέριες και υποβρύχιες πλατφόρμες, αναπτύσσοντας ταχύτητα περίπου τριπλάσια του ήχου. Οι δυνατότητές του έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας, οι οποίες ανησυχούν για την ασφάλεια των θαλάσσιων ζωνών τους και την αυξανόμενη κινεζική στρατιωτική παρουσία.
Οι Φιλιππίνες, η Ινδονησία και το Βιετνάμ έχουν ήδη προχωρήσει σε συμφωνίες για την απόκτησή του, ενώ η Μαλαισία βρίσκεται σε διερευνητικές συνομιλίες.
Από τη συνάντηση Πούτιν–Μόντι δεν προέκυψε νέα σύμβαση για προηγμένη έκδοση του πυραύλου. Σύμφωνα, όμως, με αναλυτές, η συνάντηση αναβάθμισε την πολιτική προτεραιότητα των προγραμμάτων επόμενης γενιάς που βρίσκονται ήδη υπό επεξεργασία.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ επιβεβαίωσε ότι οι δύο χώρες εξετάζουν τη βελτίωση του πυραύλου, ώστε να αποκτήσει πρόσθετες δυνατότητες, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση στη διεθνή αγορά.
Μεταξύ των προτάσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται μια ελαφρύτερη και μικρότερη έκδοση για τα ινδικά μαχητικά Tejas, ένας τύπος εκτόξευσης από υποβρύχια και μια υπερηχητική έκδοση νέας γενιάς, η οποία θα μπορεί να αναπτύσσει ταχύτητα πενταπλάσια του ήχου.
Ο Σρινιβάσαν Μπαλακρίσναν, διευθυντής στρατηγικών συνεργασιών του Indic Researchers Forum, υποστηρίζει ότι το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η μετάβαση από τη συμπαραγωγή υφιστάμενων οπλικών συστημάτων στην από κοινού ανάπτυξη όπλων επόμενης γενιάς.
Εάν η Ρωσία αποδεχθεί ουσιαστικότερη μεταφορά τεχνολογίας, ο BrahMos μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια πολύ πιο φιλόδοξη ινδορωσική αμυντική και βιομηχανική συνεργασία.
Πρόγραμμα 11 δισ. δολαρίων για τα Su-30MKI
Στην ατζέντα βρίσκεται και ένα πρόγραμμα ύψους περίπου 11 δισ. δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό του στόλου των Su-30MKI, ο οποίος εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ινδικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Το Νέο Δελχί θέλει να παρατείνει την επιχειρησιακή ζωή των αεροσκαφών και να ενισχύσει τις δυνατότητές τους με νέα ηλεκτρονικά, αισθητήρες και οπλικά συστήματα. Η εκτεταμένη αναβάθμιση του στόλου θα επιτρέψει στην Ινδία να διατηρήσει αξιόμαχη τη βασική αεροπορική της πλατφόρμα έως ότου ενταχθούν σε υπηρεσία μαχητικά νεότερης γενιάς.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, παραμένει το «κενό» που αντιμετωπίζει η ινδική αεροπορία στον τομέα των μαχητικών χαμηλής παρατηρησιμότητας.
Η Ινδία αναπτύσσει το δικό της μαχητικό πέμπτης γενιάς, το Advanced Medium Combat Aircraft – AMCA, αλλά το πρόγραμμα αντιμετωπίζει δυσκολίες, κυρίως στο ζήτημα του κινητήρα.
Σύμφωνα με τον απόστρατο πτέραρχο της ινδικής Πολεμικής Αεροπορίας Ράβι Γκοπάλ Κρίσνα Καπούρ, η General Electric φέρεται να αύξησε σχεδόν κατά τρεις φορές την τιμή του κινητήρα GE-414. Παράλληλα, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις του GE-404, ο οποίος προορίζεται για τα Tejas Mk-1A, δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο το AMCA θα μπορέσει να πραγματοποιήσει την πρώτη του πτήση εντός του χρονοδιαγράμματος 2028–2029.
Η ρωσική πρόταση για το Su-57
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Μόσχα προσφέρει στην Ινδία τη δυνατότητα απόκτησης και ενδεχομένως κοινής ανάπτυξης του Su-57.
Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς η Κίνα διαθέτει ήδη μαχητικά πέμπτης γενιάς και το Πακιστάν επιδιώκει επίσης την ενίσχυση της αεροπορίας του με αεροσκάφη ανάλογων χαρακτηριστικών. Η Ινδία κινδυνεύει, επομένως, να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα σημαντικό τεχνολογικό μειονέκτημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο Καπούρ εκτιμά ότι το ινδικό κενό στα μαχητικά χαμηλής παρατηρησιμότητας πιθανότατα δεν θα καλυφθεί πλήρως μέσα στην επόμενη δεκαετία. Μια περιορισμένη προμήθεια Su-57 θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενδιάμεση λύση πριν από την ένταξη του AMCA σε υπηρεσία, πιθανώς μετά το 2030.
Η επιλογή του ρωσικού μαχητικού ενισχύεται και από τις ενδείξεις ότι το Νέο Δελχί δεν προσανατολίζεται στην αγορά αμερικανικών F-35.
Παράλληλα, οι συνομιλίες με τη Γαλλία για την απόκτηση 114 Rafale φέρονται να έχουν βαλτώσει, μεταξύ άλλων λόγω της άρνησης του Παρισιού να παραδώσει στην Ινδία τον βασικό πηγαίο κώδικα του αεροσκάφους. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί χώρο για τη Ρωσία, η οποία εμφανίζεται διατεθειμένη να προσφέρει μεγαλύτερη πρόσβαση στην τεχνολογία του Su-57.
Τα ερωτήματα για το ρωσικό μαχητικό
Παρά τη ρωσική προσφορά, στην Ινδία εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις για τις πραγματικές δυνατότητες του Su-57.
Μέχρι σήμερα έχουν κατασκευαστεί περίπου 30 αεροσκάφη και, σύμφωνα με τον Καπούρ, το μαχητικό δεν έχει ακόμη επιδείξει ορατό και καθοριστικό επιχειρησιακό αποτέλεσμα στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Η περιορισμένη παραγωγή, η ωριμότητα των συστημάτων του και ο βαθμός πραγματικής χαμηλής παρατηρησιμότητας αποτελούν ζητήματα που θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά από το Νέο Δελχί.
Παρά τα ερωτήματα, μια περιορισμένη παραγγελία θα μπορούσε να έχει επιχειρησιακή και τεχνολογική αξία για την Ινδία, υπό μία απαραίτητη προϋπόθεση: η Ρωσία να συμφωνήσει στην παραχώρηση του πηγαίου κώδικα και σε ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας.
Μια σχέση που επαναπροσδιορίζεται
Η νέα φάση των ινδορωσικών αμυντικών σχέσεων δεν αποτελεί απλή επιστροφή στο παρελθόν. Η Ινδία δεν επιθυμεί να παραμείνει εξαρτημένη από έναν προμηθευτή ούτε να περιοριστεί στην αγορά έτοιμων ρωσικών συστημάτων.
Το Νέο Δελχί επιδιώκει πρόσβαση στην τεχνολογία, εγχώρια παραγωγή, δυνατότητα ανεξάρτητης υποστήριξης και προοπτική εξαγωγών. Η Μόσχα, πιεζόμενη από τις κυρώσεις και έχοντας ανάγκη από νέες αγορές και βιομηχανικές συνεργασίες, έχει ισχυρό κίνητρο να ανταποκριθεί.
Ο BrahMos αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει. Το αν θα επεκταθεί στα Su-57 και στα οπλικά συστήματα επόμενης γενιάς θα κρίνει εάν η παλαιότερη αμυντική σχέση της Ασίας θα μετατραπεί σε μια πραγματική στρατηγική και τεχνολογική σύμπραξη.