Γράφει ο Θεόδωρος Ατματζίδης
Υπάρχουν εθνικοί κίνδυνοι που εμφανίζονται ξαφνικά, με στρατιωτικές κινήσεις, κρίσεις και δηλώσεις που προκαλούν άμεσα την προσοχή της κοινής γνώμης. Υπάρχουν όμως και κίνδυνοι που εξελίσσονται πολύ πιο αργά, σχεδόν αθόρυβα, μέσα στην καθημερινότητα.
Ένα χωριό που χάνει τους κατοίκους του, ένα σχολείο που κλείνει επειδή δεν υπάρχουν πλέον αρκετά παιδιά, ένας αγρότης που εγκαταλείπει τη γη του επειδή το κόστος παραγωγής έχει γίνει δυσβάσταχτο, ένας νέος άνθρωπος που φεύγει αναζητώντας εργασία και δεν επιστρέφει. Όλα αυτά, αν τα κοιτάξει κανείς ξεχωριστά, μοιάζουν με συνηθισμένα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Όταν όμως συμβαίνουν επί χρόνια στην ίδια ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, αποκτούν μια εντελώς διαφορετική σημασία.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη Θράκη.
Η περιοχή δεν αντιμετωπίζει μόνο το πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης. Αντιμετωπίζει την παράλληλη αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης, την εγκατάλειψη μικρών οικισμών, τη γήρανση του πληθυσμού και, ταυτόχρονα, την αυξανόμενη οικονομική και επιχειρηματική παρουσία κεφαλαίων που προέρχονται από γειτονικές χώρες. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται και το τουρκικό κεφάλαιο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα στην περιοχή του Έβρου και ευρύτερα στη Θράκη.[2]
Το ζήτημα επομένως δεν είναι να αντιμετωπιστεί κάθε ξένη επένδυση ως απειλή. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η ελληνική παρουσία αποδυναμώνεται σταδιακά σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας και την ίδια στιγμή δημιουργούνται νέες οικονομικές, ιδιοκτησιακές και επιχειρηματικές σχέσεις με μια χώρα που διατηρεί μακροχρόνιες γεωπολιτικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την τουρκική επιρροή.
Μια περιοχή που χάνει Έλληνες
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής είναι ίσως η καλύτερη αφετηρία για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος. Η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είχε το 2021 μόνιμο πληθυσμό 562.201 κατοίκων, έναντι 608.182 το 2011. Μέσα σε μία δεκαετία χάθηκαν σχεδόν 46.000 άνθρωποι, δηλαδή το 7,6% του πληθυσμού.[1]
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όταν εξετάσουμε ποιες ηλικίες εγκαταλείπουν την περιοχή. Ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 29 ετών μειώθηκε κατά 23,9%, ενώ η ομάδα 30 έως 39 ετών μειώθηκε κατά 24%. Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι ηλικίας άνω των 80 ετών αυξήθηκαν κατά 38,6%.[1]
Αυτά είναι τα τελευταία πλήρη συγκρίσιμα στοιχεία της Απογραφής 2021. Δεν χρειάζεται, επομένως, να υποθέσουμε ότι «σήμερα είναι ακόμη χειρότερα» χωρίς νεότερα συγκρίσιμα δεδομένα. Αρκεί η ίδια η εικόνα της δεκαετίας 2011–2021 για να δείξει το βάθος της δημογραφικής πίεσης.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Οι νέοι φεύγουν, οι οικογένειες λιγοστεύουν και ο πληθυσμός που παραμένει μεγαλώνει ηλικιακά. Η δημογραφία δεν είναι απλώς μια στατιστική απεικόνιση της κοινωνίας. Είναι η ίδια η κοινωνία και η δυνατότητά της να συνεχίσει να υπάρχει.
Όταν σε μια περιοχή μειώνονται οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ηλικία της εργασίας και της δημιουργίας οικογένειας, μειώνεται ταυτόχρονα η οικονομική της δυναμική. Μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζεται η επιχειρηματικότητα, συρρικνώνεται η αγορά εργασίας και τελικά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο λιγότερες είναι οι ευκαιρίες, τόσο περισσότεροι νέοι φεύγουν, και όσο περισσότεροι φεύγουν τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες.
Αυτός ο κύκλος είναι ίσως η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για τη Θράκη.
Όταν ένα χωριό αδειάζει, δεν αδειάζει μόνο από ανθρώπους
Η ερήμωση ενός χωριού δεν είναι απλώς μια εικόνα εγκατάλειψης. Είναι μια διαδικασία που επηρεάζει ολόκληρη την οικονομική και κοινωνική λειτουργία μιας περιοχής.
Όταν κλείνει το σχολείο, μια οικογένεια με παιδιά δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να παραμείνει. Όταν κλείνει το κατάστημα, περιορίζεται η καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Όταν ο αγρότης σταματά να καλλιεργεί, η γη χάνει μέρος της παραγωγικής της αξίας. Όταν οι νέοι φεύγουν, η τοπική κοινωνία γερνά. Και όταν όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα, κάποια στιγμή δημιουργείται ένα κενό που δεν είναι εύκολο να καλυφθεί.
Η γη όμως παραμένει. Τα σπίτια, τα καταστήματα, οι δρόμοι, οι υποδομές και οι περιουσίες παραμένουν.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει να λειτουργεί η οικονομία.
Ένας ιδιοκτήτης που δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει την περιουσία του θα αναζητήσει αγοραστή. Ένας επιχειρηματίας που δεν μπορεί να συνεχίσει τη δραστηριότητά του θα αναζητήσει επενδυτή. Ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για κάποιον που διαθέτει κεφάλαιο. Ένα φθηνό σπίτι σε έναν άδειο χωριό μπορεί να αποκτήσει αξία για έναν αγοραστή που βλέπει μια διαφορετική προοπτική.
Αυτή είναι η φυσιολογική λειτουργία της αγοράς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ελληνική πλευρά έχει ολοένα μικρότερη δυνατότητα να συμμετέχει σε αυτή την αγορά.
Η γη της Θράκης αποκτά διαφορετική σημασία
Σε μια συνηθισμένη περιοχή της Ελλάδας, η αγορά ενός σπιτιού ή ενός αγροτεμαχίου από έναν ξένο επενδυτή αποτελεί κυρίως οικονομική υπόθεση. Στη Θράκη όμως η γεωγραφία προσδίδει στα ίδια οικονομικά γεγονότα μια επιπλέον διάσταση.
Ο Έβρος είναι ταυτόχρονα εξωτερικό σύνορο της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αλεξανδρούπολη έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό, μεταφορικό και στρατηγικό κόμβο. Η περιοχή βρίσκεται απέναντι από την Τουρκία και αποτελεί κρίσιμο σημείο για τη διασύνδεση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και τα Βαλκάνια.
Επομένως, η εξέλιξη της ιδιοκτησίας, της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθυσμού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους αγοράς.
Αυτό ακριβώς έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναθεώρησε το 2026 το πλαίσιο ελέγχου ξένων επενδύσεων, ενισχύοντας τη δυνατότητα εντοπισμού και αντιμετώπισης κινδύνων που μπορεί να προκύπτουν για την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.
Το νέο πλαίσιο διευρύνει την κάλυψη και σε έμμεσες ξένες επενδύσεις, καθώς και σε επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από πρόσωπα ή οντότητες τρίτων χωρών. Παράλληλα, περιλαμβάνει ευαίσθητους τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, οι κρίσιμες τεχνολογίες και άλλες στρατηγικές υποδομές.[4]
Η λογική είναι απλή: μια οικονομική επένδυση μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποκτήσει διάσταση οικονομικής αλλά και εθνικής ασφάλειας.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που διαθέτει τόσο εκτεταμένα σύνορα με μια μη ευρωπαϊκή γειτονική δύναμη, η συζήτηση αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η τουρκική παρουσία γίνεται ολοένα πιο ορατή
Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά που δείχνουν ότι το τουρκικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τον Έβρο και τη Θράκη δεν είναι θεωρητικό και πιθανόν ούτε τόσο “αθώο”. Χρειάζεται όμως να περιγράφεται με ακρίβεια, χωρίς να μετατρέπεται κάθε τουρκική οικονομική δραστηριότητα σε απόδειξη κρατικής στρατηγικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγορά του ξενοδοχείου «ΗΡΑ» στην Αλεξανδρούπολη. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής, το ξενοδοχείο εκπλειστηριάστηκε το 2023 και αποκτήθηκε από επιχειρηματικό όμιλο με έδρα την Αδριανούπολη της Τουρκίας, ενώ στη συνέχεια ξεκίνησε διαδικασία ανακαίνισης. Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι τουρκική εταιρεία είχε εκφράσει ενδιαφέρον και για άλλο ξενοδοχείο της Αλεξανδρούπολης, η δημοπρασία του οποίου τελικά ανεστάλη όταν ο Έλληνας ιδιοκτήτης εξόφλησε την οφειλή που είχε οδηγήσει στον πλειστηριασμό.[2]
Η ίδια έρευνα καταγράφει ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο: σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται, εταιρεία με έδρα στη Ροδόπη, νομικά εγκατεστημένη στην Ελλάδα, φέρεται να ελέγχεται από Τούρκους υπηκόους και να δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην αγορά και πώληση κτιρίων και γης.[2]
Εδώ βρίσκεται ένα από τα ουσιαστικότερα ζητήματα: όχι απλώς ποια εταιρεία εμφανίζεται ως αγοραστής, αλλά ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος, από πού προέρχονται τα κεφάλαια και σε ποια γεωγραφική κλίμακα συγκεντρώνονται οι επενδύσεις.
Η Καθημερινή αναφέρει επίσης ότι κατά την προηγούμενη πενταετία είχαν πραγματοποιηθεί 125 αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς στον Έβρο. Ο αριθμός αυτός, όμως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αριθμός τουρκικών αγορών. Το ίδιο ρεπορτάζ σημειώνει ότι άλλες πηγές υποβαθμίζουν την εικόνα, επισημαίνοντας πως πολλές μεταβιβάσεις στη Θράκη αφορούν Έλληνες μουσουλμάνους που μετακινούνται από χωριά της Ροδόπης και της Ξάνθης προς τον Έβρο.[2]
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική. Η ύπαρξη τουρκικού κεφαλαίου στη Θράκη τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα περιστατικά. Η υπόθεση μιας μαζικής τουρκικής αγοράς της γης της Θράκης, όμως, δεν τεκμηριώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Και ακριβώς επειδή η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, χρειάζεται καλύτερη κρατική πληροφόρηση.
Από το ακίνητο στην οικονομική επιρροή
Η οικονομική παρουσία δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο μέσα από τις μεγάλες επενδύσεις.
Υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη εικόνα που δημιουργείται από μικρότερες κινήσεις: ακίνητα, εμπορικές επιχειρήσεις, τουριστικές δραστηριότητες, επαγγελματικοί χώροι, αγροτικές εκτάσεις και εταιρικές συμμετοχές.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι το 2024 οι άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων στην Ελλάδα ανήλθαν σε 6,0 δισ. ευρώ και ότι περισσότερο από το 45% των συνολικών ροών κατευθύνθηκε προς τον τομέα των ακινήτων.[3]
Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό έχει γίνει το real estate για το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα.
Η εικόνα αυτή βέβαια, δεν αφορά μόνο τη Θράκη ούτε σημαίνει ότι το τουρκικό κεφάλαιο αποτελεί τον κυρίαρχο ξένο επενδυτή στην Ελλάδα. Αντιθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία της Enterprise Greece δείχνουν ότι οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία είναι κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο.[8]
Η Τράπεζα της Ελλάδος, μάλιστα, κατέγραφε για το 2023 απόθεμα άμεσων επενδύσεων από την Τουρκία περίπου 400 εκατ. ευρώ.[3]
Αυτό φανερώνει τη γεωπολιτική σημασία της Θράκης.
Εδώ η συζήτηση αποκτά ειδικό βάρος επειδή η αγορά ακινήτων συναντά ένα διαφορετικό δημογραφικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά περιουσιών λόγω εγκατάλειψης και περιορισμένη οικονομική δυνατότητα των ντόπιων να τις αγοράσουν, ο επενδυτής που διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική ισχύ αποκτά προφανές πλεονέκτημα.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η οικονομία συναντά τη στρατηγική.
Η Τουρκία και η έννοια της επιρροής
Η Τουρκία έχει εδώ και χρόνια επενδύσει στην οικονομική και πολιτιστική της παρουσία στα Βαλκάνια και στη διεύρυνση των δικτύων επιρροής της. Η οικονομική δραστηριότητα, οι επιχειρήσεις, ο τουρισμός, οι πολιτιστικές σχέσεις και οι κοινωνικές διασυνδέσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία με τα οποία ένα κράτος ενισχύει τη θέση του στο εξωτερικό του περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε τουρκική επένδυση στην Ελλάδα αποτελεί κρατική επένδυση ή ότι κάθε επιχειρηματίας λειτουργεί κατ’ εντολή της Άγκυρας; Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί αλλά αξίζει σίγουρα να διερευνηθεί.
Τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν συγκεκριμένες τουρκικές επιχειρηματικές κινήσεις και ενδιαφέρον για ακίνητα και ξενοδοχειακές μονάδες στη Θράκη. Πρέπει όλες αυτές οι κινήσεις να διερευνηθούν αν αποτελούν ένα ενιαίο, συντονισμένο σχέδιο τουρκικής κρατικής «διείσδυσης».
Για να τεκμηριωθεί αυτή η προσέγγιση θα απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία: επαναλαμβανόμενα πρότυπα επενδύσεων, κοινή ιδιοκτησιακή ή χρηματοδοτική βάση, διασυνδέσεις μεταξύ εταιρειών, συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές και, κυρίως, αποδείξεις συντονισμού με κρατικούς ή κρατικά ελεγχόμενους φορείς.
Όμως το βασικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: στην πιθανότητα συσσώρευσης οικονομικής και κοινωνικής επιρροής σε μια περιοχή όπου η ελληνική δημογραφική και παραγωγική παρουσία υποχωρεί.
Η γεωπολιτική σπάνια δημιουργείται από μία μόνο κίνηση. Συνήθως διαμορφώνεται μέσα από τη συσσώρευση πολλών μικρών κινήσεων, οι οποίες με την πάροδο των ετών μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο περιβάλλον.
Και ο χρόνος είναι καθοριστικός παράγοντας.
Η μουσουλμανική μειονότητα και το πεδίο της τουρκικής επιρροής
Η Θράκη διαθέτει μια ιδιαίτερη κοινωνική πραγματικότητα που δεν υπάρχει σε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Περίπου 140.000 μουσουλμάνοι ζουν στη Θράκη, σύμφωνα με το αμερικανικό State Department, και αποτελούν την αναγνωρισμένη από τη Συνθήκη της Λωζάννης μουσουλμανική μειονότητα. Η ίδια έκθεση επισημαίνει ότι η μειονότητα περιλαμβάνει ανθρώπους τουρκικής, πομακικής και ρομά καταγωγής.[6]
Η διατύπωση αυτή έχει σημασία. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης δεν ταυτίζεται συλλήβδην με την Τουρκία ούτε αποτελεί ενιαίο τουρκικό πολιτικό ή οικονομικό σώμα. Είναι μια σύνθετη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, με διαφορετικές ταυτότητες και ιστορικές διαδρομές.
Παράλληλα όμως αποτελεί εδώ και δεκαετίες πεδίο ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού επιρροής, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με σημαντικό τμήμα της.
Τα ζητήματα της θρησκευτικής εκπροσώπησης, των μουφτειών, των βακουφίων, της εκπαίδευσης και της ταυτότητας έχουν επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης Αθήνας και Άγκυρας. Το State Department καταγράφει τις διαφορετικές θέσεις γύρω από τη διοίκηση των μουσουλμανικών θρησκευτικών θεσμών στη Θράκη και τη διαχρονική διαφωνία σχετικά με τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων.[6][7]
Από γεωπολιτικής πλευράς, αυτό σημαίνει ότι η Θράκη διαθέτει ήδη ένα ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Τουρκία έχει δυνατότητα άσκησης επιρροής.
Όταν αυτή η επιρροή συνδυάζεται με οικονομικές σχέσεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και διασυνοριακές επαφές, δημιουργείται ένα σύνθετο περιβάλλον που το ελληνικό κράτος οφείλει να παρακολουθεί με σοβαρότητα.
Όμως και εδώ χρειάζεται μέτρο: η ύπαρξη μειονοτικής κοινωνικής πραγματικότητας, τουρκικών επιχειρηματικών συμφερόντων και τουρκικής διπλωματικής επιρροής δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι όλα αποτελούν ένα ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο.
Η διάκριση αυτή προστατεύει και την ανάλυση και την ίδια τη μειονότητα από μια άδικη συλλογική αντιμετώπιση.
Η πραγματική απειλή είναι η δημογραφική αδυναμία
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται ίσως αλλού.
Δεν είναι μόνο το ποιος αγοράζει. Είναι το γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη δυνατότητα και ενδιαφέρον να αγοράσει.
Όταν η Θράκη έχει χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της ηλικίας 20–39 ετών μέσα σε μία δεκαετία, σύμφωνα με την Απογραφή, δημιουργείται ένα κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί με μια απλή οικονομική πολιτική.[1]
Η Ελλάδα έχει την υποχρέωση να αναρωτηθεί τι οδηγεί έναν νέο άνθρωπο να εγκαταλείψει τον Έβρο, τη Ροδόπη ή την Ξάνθη. Είναι η έλλειψη θέσεων εργασίας; Είναι οι χαμηλοί μισθοί; Είναι η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες; Είναι η αίσθηση ότι το κέντρο της χώρας βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και ότι οι παραμεθόριες περιοχές αντιμετωπίζονται συχνά ως δεύτερης προτεραιότητας;
Η απάντηση είναι πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών.
Και εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση.
Ζητάμε από τους κατοίκους της Θράκης να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή της χώρας, αλλά πολλές φορές τους προσφέρουμε συνθήκες ζωής που κάνουν την παραμονή όλο και δυσκολότερη.
Ο πατριωτισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της οικονομικής πολιτικής.
Ένας νέος άνθρωπος μπορεί να αγαπά βαθιά τον τόπο του και ταυτόχρονα να αναγκάζεται να φύγει επειδή δεν μπορεί να δημιουργήσει εκεί τη ζωή που θέλει.
Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει πριν επενδύσουν οι άλλοι
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική απάντηση στην τουρκική οικονομική παρουσία.
Δεν είναι η απομόνωση της Θράκης από τις ξένες επενδύσεις.
Είναι η δημιουργία τόσο ισχυρής ελληνικής οικονομικής παρουσίας ώστε ο κάτοικος να μην αισθάνεται ότι το μόνο μέλλον του είναι η πώληση της περιουσίας του και η αναχώρηση.
Χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που θα συνδέει τη δημογραφική πολιτική με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ασφάλεια.
Ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να έχει συγκεκριμένο και μετρήσιμο περιεχόμενο.
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται ένα ειδικό δημογραφικό πρόγραμμα για τη Θράκη, με στόχο όχι απλώς να περιοριστεί η πληθυσμιακή συρρίκνωση, αλλά να δημιουργηθούν πραγματικές προϋποθέσεις εγκατάστασης και παραμονής νέων ανθρώπων.
Αυτό σημαίνει φορολογικά και στεγαστικά κίνητρα για νέες οικογένειες, ιδιαίτερα για όσους επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στον Έβρο, στη Ροδόπη και στην Ξάνθη.
Παράλληλα, απαιτούνται ειδικά κίνητρα για ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε οι τοπικοί επιχειρηματίες να μπορούν να διατηρήσουν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους αντί να εγκαταλείπουν την περιοχή.
Χρειάζεται επίσης ένας μηχανισμός συστηματικής παρακολούθησης της ιδιοκτησίας σε κρίσιμες παραμεθόριες περιοχές, όχι για να αποκλειστούν οι νόμιμες ξένες επενδύσεις, αλλά για να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιος αποκτά γη, ακίνητα και επιχειρήσεις και σε ποια γεωγραφική κλίμακα.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να ενισχυθεί ο έλεγχος του πραγματικού δικαιούχου των εταιρειών, ιδιαίτερα όταν επενδύσεις σε ευαίσθητες περιοχές πραγματοποιούνται μέσω εταιρειών εγκατεστημένων στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ζήτημα δεν είναι η εθνικότητα μιας εταιρείας στην οποία καταλήγει τυπικά η ιδιοκτησία, αλλά η δυνατότητα του κράτους να γνωρίζει ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από αυτήν.
Παράλληλα, απαιτείται ειδικός έλεγχος επενδύσεων σε στρατηγικές υποδομές, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των logistics και των ψηφιακών υποδομών. Η κατεύθυνση αυτή συμβαδίζει με τη νέα ευρωπαϊκή πολιτική ελέγχου ξένων επενδύσεων, η οποία διευρύνει το πεδίο ελέγχου σε έμμεσες επενδύσεις και σε επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από κεφάλαια τρίτων χωρών.[4]
Τέλος, η Αλεξανδρούπολη πρέπει να συνδεθεί πολύ πιο αποφασιστικά με μια ευρύτερη περιφερειακή βιομηχανική και παραγωγική στρατηγική.
Ο στρατηγικός της ρόλος δεν μπορεί να περιορίζεται στο λιμάνι, στην ενέργεια ή στη διαμετακόμιση. Πρέπει να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να στηρίζει την τοπική παραγωγή και να λειτουργεί ως οικονομικός πολλαπλασιαστής για ολόκληρο τον Έβρο και τη Θράκη.
Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να εμποδιστεί η ξένη επένδυση. Είναι να διασφαλιστεί ότι η Θράκη θα διαθέτει τόσο ισχυρή ελληνική οικονομική και κοινωνική βάση*, ώστε η ξένη επένδυση να λειτουργεί συμπληρωματικά προς την τοπική ανάπτυξη και όχι να καλύπτει τα κενά που δημιουργεί η δική μας δημογραφική και οικονομική υποχώρηση.*
Η γεωργία, η μεταποίηση, ο τουρισμός, η ενέργεια, οι μεταφορές, η τεχνολογία και οι υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες, ιδιαίτερα εάν συνδεθούν με τον στρατηγικό ρόλο της Αλεξανδρούπολης και του Έβρου.
Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς να φέρουμε περισσότερους επενδυτές.
Πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε ο Θρακιώτης να μπορεί να επενδύσει στον τόπο του.
- Να αγοράσει τη γη του γείτονά του.
- Να κρατήσει την οικογενειακή επιχείρηση.
- Να δημιουργήσει μια νέα επιχείρηση.
- Να μεγαλώσει τα παιδιά του εκεί.
- Να ξέρει ότι το κράτος βρίσκεται δίπλα του όχι μόνο όταν υπάρχει κρίση, αλλά στην καθημερινή του ζωή.
Η μεγαλύτερη απειλή είναι η αδιαφορία
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη απειλή για τη Θράκη να μην βρίσκεται σε μια ξαφνική κρίση ή σε μια θεαματική επιθετική ενέργεια, αλλά στην αργή μεταβολή των πραγμάτων, εκεί όπου η καθημερινότητα προχωρά και κανείς δεν αισθάνεται ότι συμβαίνει κάτι δραματικό. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να επιχειρήσει μια θεαματική κίνηση για να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της σε μια περιοχή όπου η ίδια η Ελλάδα, μέσα από τη δημογραφική συρρίκνωση, την οικονομική εγκατάλειψη και τη σταδιακή αποχώρηση του πληθυσμού της, δημιουργεί κενά.
Η επιρροή μπορεί να χτιστεί αργά και διακριτικά, μέσα από επενδύσεις, επιχειρηματικές δραστηριότητες, αγορές ακινήτων και γης, εμπορικές σχέσεις, κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα και μια διαρκή παρουσία που με τα χρόνια αποκτά μεγαλύτερο βάθος.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ακόμη ξεκάθαρα ότι η δημογραφική υποχώρηση της Θράκης, οι συγκεκριμένες τουρκικές επενδύσεις και η επιρροή που ασκεί η Τουρκία σε τμήματα της μειονότητας αποτελούν ένα ενιαίο και συντονισμένο σχέδιο τουρκικής κρατικής «διείσδυσης».
Υπάρχουν όμως επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν αυξημένη προσοχή. Υπάρχει συγκεκριμένο τουρκικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν περιπτώσεις εταιρειών για τις οποίες τίθεται ζήτημα πραγματικού ελέγχου και προέλευσης κεφαλαίων. Υπάρχει διαχρονικός ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός επιρροής γύρω από τη μειονότητα. Υπάρχει, τέλος, μια σοβαρή δημογραφική αποδυνάμωση.
Αυτά όλα αποτελούν σοβαρές ενδείξεις που απαιτούν σοβαρό έλεγχο.
Πρέπει να διερευνυνθει σοβαρά αν η τουρκική οικονομική παρουσία αποτελεί εργαλείο μιας ενιαίας κρατικής στρατηγικής.
Και αυτό απαιτεί περισσότερα στοιχεία: κοινές χρηματοδοτικές πηγές, επαναλαμβανόμενα πρότυπα ιδιοκτησίας, διασυνδέσεις επιχειρήσεων, συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε κρίσιμες υποδομές ή περιοχές και, κυρίως, ενδείξεις συντονισμού με κρατικούς ή κρατικά ελεγχόμενους φορείς.
Ακριβώς γι’ αυτό το ελληνικό κράτος δεν πρέπει να αγνοεί τις συγκεκριμένες εξελίξεις.
Χρειάζεται να παρακολουθεί συστηματικά την τάση, ώστε να μπορεί να διακρίνει εγκαίρως μια σειρά φυσιολογικών επιχειρηματικών επενδύσεων από τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλέγματος οικονομικής επιρροής.
Αυτό είναι ίσως και το πιο δύσκολο να αντιληφθεί κανείς.
Μια μεμονωμένη επένδυση δεν αλλάζει από μόνη της την εικόνα μιας ολόκληρης περιοχής. Όταν όμως η μία κίνηση διαδέχεται την άλλη και απέναντι σε αυτή τη διαδικασία υπάρχει μια Ελλάδα που χάνει πληθυσμό, κλείνει επιχειρήσεις, βλέπει νέους ανθρώπους να φεύγουν και αδυνατεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι κάτοικοί της να παραμείνουν στον τόπο τους, τότε το ζήτημα αποκτά διαφορετική διάσταση.
Η γεωπολιτική, άλλωστε, δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από τις μεγάλες αποφάσεις των κυβερνήσεων. Διαμορφώνεται και μέσα από τη συσσώρευση μικρών αλλαγών που, όταν περάσουν αρκετά χρόνια, έχουν πλέον δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα.
Ο χρόνος μπορεί να γίνει πολύτιμος σύμμαχος εκείνου που έχει τη δυνατότητα να επενδύει, να περιμένει και να διατηρεί σταθερή παρουσία.
Και ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση, σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη οικονομική μεταβολή.
Χρειάζεται να αντιληφθεί ότι η δημογραφική και οικονομική αντοχή της Θράκης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής της ασφάλειας και ότι η παρουσία του ελληνικού κράτους εκεί πρέπει να είναι καθημερινή, ουσιαστική και ορατή.
Γιατί στο τέλος, η μεγαλύτερη επιτυχία μιας χώρας σε μια ευαίσθητη παραμεθόρια περιοχή δεν είναι απλώς να μπορεί να την υπερασπιστεί όταν έρθει η κρίσιμη ώρα.
Είναι να έχει φροντίσει ώστε οι άνθρωποί της να θέλουν και να μπορούν να παραμείνουν εκεί πολύ πριν φτάσει αυτή η ώρα.
Η Θράκη δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη της
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη Θράκη σαν μια μακρινή περιφέρεια που απλώς χρειάζεται περιστασιακά κάποια οικονομική ενίσχυση.
Η γεωγραφική της θέση, η γειτνίαση με την Τουρκία, ο Έβρος, η Αλεξανδρούπολη, η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας και ο στρατηγικός ρόλος της περιοχής για την ενέργεια και τις μεταφορές καθιστούν τη Θράκη ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά σημεία της χώρας.
Η εθνική ασφάλεια αρχίζει πολύ πριν από το στρατιωτικό επεισόδιο.
Αρχίζει από τη δημογραφία, την οικονομική ανθεκτικότητα, την ιδιοκτησία, την παραγωγή, την κοινωνική συνοχή, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και κυρίως από την απόφαση ενός νέου ανθρώπου να μείνει.
Γιατί ένας νέος που εγκαθίσταται στην Αθήνα ή στο εξωτερικό επειδή δεν μπορεί να βρει δουλειά στη Θράκη δεν είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός στη στατιστική της εσωτερικής μετανάστευσης. Είναι ένας ακόμη άνθρωπος που λείπει από έναν τόπο ο οποίος έχει ανάγκη από ανθρώπους.
Αντίστοιχα, ένας ηλικιωμένος που παραμένει μόνος σε ένα χωριό δεν αποτελεί απλώς μια δημογραφική μονάδα. Είναι το τελευταίο ζωντανό κομμάτι μιας κοινωνίας που κάποτε είχε παιδιά, οικογένειες, καταστήματα, σχολεία και παραγωγή.
Αυτή η εικόνα πρέπει να συγκινήσει την ελληνική πολιτεία περισσότερο από οποιαδήποτε έκθεση γεωπολιτικής ανάλυσης.
Γιατί η Θράκη δεν είναι μόνο ένας στρατηγικός χάρτης.
Είναι πατρίδα ανθρώπων.
Δεν χάνεται ένας τόπος μέσα σε μία ημέρα
Η ιστορία δεν αλλάζει πάντοτε με γεγονότα που καταγράφονται στα πρωτοσέλιδα. Πολλές φορές αλλάζει μέσα από μικρές μεταβολές που αρχικά μοιάζουν ασήμαντες και μόνο όταν περάσει ο χρόνος γίνεται αντιληπτό πόσο βαθιά έχουν επηρεάσει έναν τόπο.
Ένα σπίτι που κάποτε αποτελούσε την περιουσία μιας οικογένειας μπορεί να βρεθεί προς πώληση όταν οι ιδιοκτήτες του αδυνατούν πλέον να παραμείνουν στον τόπο τους. Ένα χωράφι μπορεί να μείνει ακαλλιέργητο επειδή το κόστος παραγωγής και οι δυσκολίες της αγροτικής ζωής κάνουν τη συνέχιση της δραστηριότητας ασύμφορη. Ένα μικρό κατάστημα κλείνει καθώς η πελατεία μειώνεται, μια οικογένεια μετακινείται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ενώ το σχολείο του χωριού κάποια στιγμή παύει να λειτουργεί επειδή δεν υπάρχουν πλέον αρκετά παιδιά.
Παράλληλα, μια τοπική επιχείρηση μπορεί να περάσει σε έναν νέο ιδιοκτήτη που διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, την ώρα που ένας νέος άνθρωπος, έχοντας φύγει για σπουδές ή εργασία, δεν βρίσκει λόγο ή δυνατότητα να επιστρέψει.
Καθεμία από αυτές τις εξελίξεις μοιάζει μικρή και μεμονωμένη· όλες μαζί όμως συνθέτουν μια βαθύτερη μεταβολή, καθώς ένας τόπος χάνει σταδιακά όχι μόνο τον πληθυσμό του αλλά και την οικονομική και κοινωνική του ζωτικότητα.
Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν αποτελεί από μόνη της αλλαγή της γεωπολιτικής πραγματικότητας. Όταν όμως συσσωρεύονται μέσα σε μια περιοχή για αρκετά χρόνια, μπορούν να μεταμορφώσουν την οικονομική και κοινωνική της εικόνα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση για την τουρκική οικονομική παρουσία στη Θράκη πρέπει να γίνεται τώρα, όσο ακόμη υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης και όχι όταν θα έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα.
Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να προσελκύει ξένες επενδύσεις. Έχει όμως και υποχρέωση να γνωρίζει τι συμβαίνει στις ευαίσθητες παραμεθόριες περιοχές της, ποιος επενδύει, ποια είναι η πραγματική προέλευση των κεφαλαίων και ποια είναι η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου ξένων επενδύσεων κινείται πλέον προς αυτή την κατεύθυνση, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική ασφάλεια και η εθνική ασφάλεια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο απολύτως ξεχωριστά ζητήματα.[4]
Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της, έχει ακόμη μεγαλύτερο λόγο να εφαρμόσει αυτή τη λογική με σοβαρότητα.
Επίλογος
Η Θράκη δεν θα αλλάξει επειδή ένας Τούρκος επενδυτής αγόρασε ένα ξενοδοχείο. Δεν θα αλλάξει επειδή μια τουρκική εταιρεία άνοιξε ένα κατάστημα ή επειδή ένας ξένος επενδυτής απέκτησε ένα ακίνητο.
Η πραγματική ανησυχία αρχίζει όταν πίσω από αυτές τις μεμονωμένες πράξεις υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη και βαθύτερη εξέλιξη:
μια ελληνική κοινωνία που συρρικνώνεται, μια νεότερη γενιά που αποχωρεί, μια παραγωγική βάση που αποδυναμώνεται και ένα κράτος που δεν έχει ακόμη καταφέρει να αντιστρέψει αυτή την πορεία.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό πρόβλημα.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να αλλάξει τα σύνορα για να αυξήσει την επιρροή της. Η οικονομική ισχύς, οι επιχειρηματικές σχέσεις, η διασύνδεση ανθρώπων και συμφερόντων και η σταθερή παρουσία σε μια περιοχή μπορούν με την πάροδο του χρόνου να δημιουργήσουν επιρροή πολύ πιο αποτελεσματικά.
Αλλά η Ελλάδα διαθέτει το σημαντικότερο πλεονέκτημα:
η Θράκη είναι ελληνική επειδή κατοικείται, αναπτύσσεται και παραμένει ζωντανή από τους ανθρώπους της.
Γι’ αυτό η πραγματική μάχη για τη Θράκη δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι δημογραφική, οικονομική και κοινωνική. Είναι μια μάχη για το αν ο νέος θα μείνει, αν ο αγρότης θα συνεχίσει να καλλιεργεί, αν η οικογένεια θα μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς, αν το χωριό θα συνεχίσει να έχει παιδιά και αν η ελληνική πολιτεία θα είναι παρούσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων της.
Η Θράκη δεν χρειάζεται να γίνει φρούριο απομονωμένο από τον κόσμο. Χρειάζεται να γίνει ένας ισχυρός, ζωντανός και παραγωγικός ελληνικός τόπος, ικανός να προσελκύει επενδύσεις χωρίς να χάνει τον έλεγχο της στρατηγικής του φυσιογνωμίας.
Και αυτό απαιτεί μια διαφορετική αντίληψη από την αθηνοκρατική κεντρική εξουσία. Απαιτεί να σταματήσει να βλέπει τη Θράκη ως την άκρη της Ελλάδας και να την αντιμετωπίσει ως αυτό που πραγματικά είναι:
την ανατολική πύλη της χώρας, την πρώτη γραμμή της Ευρώπης και έναν τόπο που η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει να αδειάσει.
Γιατί τελικά το πιο οδυνηρό ενδεχόμενο δεν είναι να αγοράσει κάποιος ξένος ένα ελληνικό σπίτι.
Είναι να φτάσει η στιγμή που ο Έλληνας ιδιοκτήτης θα αναγκάζεται να το πουλήσει επειδή δεν μπορεί πια να ζήσει στον τόπο του.
Και ακόμη χειρότερο θα ήταν η Ελλάδα να το παρακολουθεί να συμβαίνει χωρίς να καταλαβαίνει ότι πίσω από κάθε άδειο σπίτι, κάθε εγκαταλειμμένο χωράφι και κάθε νέο άνθρωπο που φεύγει, χάνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια οικονομική μονάδα.
Χάνει ένα κομμάτι από τη ζωντανή της παρουσία στη Θράκη.
Και μια χώρα που αφήνει τα σύνορά της να αδειάζουν από ανθρώπους, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες της δικής της αδιαφορίας.
Πηγές
[1] Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), Απογραφή Πληθυσμού–Κατοικιών 2021, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
Η Απογραφή καταγράφει μείωση του μόνιμου πληθυσμού από 608.182 το 2011 σε 562.201 το 2021 (-7,6%). Οι ηλικίες 20–29 μειώθηκαν κατά 23,9%, οι 30–39 κατά 24%, ενώ οι άνω των 80 αυξήθηκαν κατά 38,6%.[1]
[2] Yiannis Souliotis, “Foreigners buy Evros property”, Kathimerini**, 8 Απριλίου 2025.**
Το δημοσίευμα καταγράφει την αγορά του ξενοδοχείου «ΗΡΑ» στην Αλεξανδρούπολη από επιχειρηματικό όμιλο με έδρα την Αδριανούπολη, το ενδιαφέρον τουρκικής εταιρείας για άλλο ξενοδοχείο, την περίπτωση εταιρείας στη Ροδόπη που φέρεται να ελέγχεται από Τούρκους υπηκόους και τις 125 αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς στον Έβρο κατά την προηγούμενη πενταετία. Παράλληλα παρουσιάζει και τις επιφυλάξεις πηγών που επισημαίνουν ότι πολλές μεταβιβάσεις αφορούν Έλληνες μουσουλμάνους που μετακινούνται εντός της Θράκης.[2]
[3] Τράπεζα της Ελλάδος, Annual Report 2024**.**
Η έκθεση αναφέρει ότι το 2024 οι ροές άμεσων επενδύσεων μη κατοίκων στην Ελλάδα ανήλθαν σε 6,0 δισ. ευρώ και ότι πάνω από 45% των συνολικών ροών κατευθύνθηκε προς το real estate.[3]
[4] European Commission, Directorate-General for Trade and Economic Security, “EU strengthens its foreign investment screening framework”, 26 Ιουνίου 2026.
Το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο διευρύνει την κάλυψη του ελέγχου ξένων επενδύσεων, συμπεριλαμβάνοντας έμμεσες επενδύσεις και επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από επενδυτές τρίτων χωρών. Περιλαμβάνει επίσης στρατηγικούς τομείς όπως ενέργεια και μεταφορές. Σημαντική λεπτομέρεια: τα κράτη-μέλη διαθέτουν 18 μήνες για την εφαρμογή των ελάχιστων απαιτήσεων του νέου κανονιστικού πλαισίου.[4]
[5] Τράπεζα της Ελλάδος, Στατιστικά Άμεσων Ξένων Επενδύσεων.
Τα στοιχεία χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των άμεσων ξένων επενδύσεων και της κατανομής τους ανά χώρα και κλάδο. Για το 2023 το απόθεμα άμεσων επενδύσεων από την Τουρκία καταγράφεται περίπου στα 400 εκατ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει ότι η τουρκική παρουσία στην Ελλάδα είναι υπαρκτή αλλά δεν αποτελεί συνολικά κυρίαρχη πηγή ξένου κεφαλαίου.[5]
[6] U.S. Department of State, 2023 Report on International Religious Freedom: Greece**.**
Η έκθεση αναφέρει περίπου 140.000 μουσουλμάνους στη Θράκη και επισημαίνει ότι η μουσουλμανική μειονότητα περιλαμβάνει ανθρώπους τουρκικής, πομακικής και ρομά καταγωγής. Καταγράφει επίσης τις διαφωνίες γύρω από τον διορισμό των μουφτήδων και τις διαφορετικές θέσεις τμημάτων της μειονότητας.[6]
[7] U.S. Department of State, 2022 Report on International Religious Freedom: Greece**.**
Η έκθεση καταγράφει τη διαχρονική διαφωνία γύρω από τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων στη Θράκη, καθώς και την παράλληλη λειτουργία επίσημων και ανεπίσημων μουφτήδων.[7]
[8] Enterprise Greece, “Foreign Direct Investments in Greece”, στοιχεία Τράπεζας της Ελλάδος, 2025.
Οι καθαρές εισροές ΞΑΕ στην Ελλάδα ανήλθαν το 2025 σε 11,38 δισ. ευρώ, έναντι 7,015 δισ. το 2024. Η Enterprise Greece αναφέρει ότι οι βασικές χώρες προέλευσης επενδυτικών κεφαλαίων την τελευταία δεκαετία είναι κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο.[8]
[9] U.S. Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Greece**.**
Η έκθεση καταγράφει, μεταξύ άλλων, τη διαχρονική νομική και πολιτική διαφωνία γύρω από τη χρήση του όρου «τουρκικός» από ορισμένες οργανώσεις της Θράκης και την υπόθεση της «Turkish Union of Xanthi», παρέχοντας πρόσθετο πλαίσιο για το ζήτημα της ταυτότητας και της κοινωνικής επιρροής.[9]
[10] Τράπεζα της Ελλάδος, Economic Bulletin 60**, Δεκέμβριος 2024.**
Τα στοιχεία για το απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων δείχνουν ότι το real estate αποτελεί σημαντικό πεδίο ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, ενώ η Τουρκία καταγράφεται μεταξύ των χωρών προέλευσης επενδύσεων, με απόθεμα περίπου 400 εκατ. ευρώ το 2023.[10]