Κατηγορηματικός απέναντι στα σενάρια που παρουσιάζουν την Τουρκία ένα βήμα πριν από την επιστροφή της στο πρόγραμμα των F-35 εμφανίστηκε ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγκολφόπουλος, κατά την παρέμβασή του στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».
Ερωτηθείς για το πού βρίσκονται σήμερα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας, απάντησε ότι επί της ουσίας τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όπως υποστήριξε, η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα εξετάσει το τουρκικό αίτημα δεν συνιστά πολιτική απόφαση ούτε άρση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών S-400.
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος συνέδεσε το ζήτημα των F-35 με τον σχεδιαζόμενο οικονομικό και ενεργειακό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον γνωστό IMEC. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ο συγκεκριμένος άξονας προστατεύεται στρατηγικά από ένα πλέγμα χωρών που διαθέτουν ή πρόκειται να αποκτήσουν το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς: το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και την Ελλάδα.
Η Τουρκία, αντιθέτως, παραμένει εκτός αυτού του σχεδιασμού, καθώς η παρουσία των S-400 στο οπλοστάσιό της θεωρείται ασύμβατη με την επιχειρησιακή ασφάλεια των F-35 και των συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων.
«Ούτε το Κατάρ ούτε τα Εμιράτα θα πάρουν τους S-400»
Ο αντιναύαρχος ε.α. απέρριψε ως ανεδαφικά τα σενάρια που θέλουν την Άγκυρα να μεταφέρει τα ρωσικά συστήματα αεράμυνας στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή στη Σαουδική Αραβία, προκειμένου να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις.
Για το Κατάρ επισήμανε ότι εκεί βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές αεροπορικές βάσεις στην περιοχή, στην οποία επιχειρούν προηγμένα αμερικανικά αεροσκάφη, όπως F-35 και F-22. Υπό αυτές τις συνθήκες, χαρακτήρισε αδιανόητο να επιτρέψει η Ουάσιγκτον την εγκατάσταση ρωσικού συστήματος συλλογής ηλεκτρονικών δεδομένων δίπλα σε τόσο ευαίσθητες στρατιωτικές υποδομές.
Αντίστοιχα, για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σημείωσε ότι η αεράμυνά τους είναι σε μεγάλο βαθμό βασισμένη σε δυτικά και ισραηλινά συστήματα, τα οποία έχουν ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους. Κατά την εκτίμησή του, το Άμπου Ντάμπι δεν έχει κανέναν λόγο να διαταράξει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αποκτώντας ένα ρωσικό σύστημα που δεν μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στην υπάρχουσα αμυντική αρχιτεκτονική του.
Το ίδιο, πρόσθεσε, ισχύει και για τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει ήδη συνδεθεί με την προοπτική αγοράς F-35. Η συνύπαρξη των αμερικανικών μαχητικών με τους S-400 θα δημιουργούσε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα ασφαλείας που οδήγησε στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα.
«Δεν τρελάθηκε ο Πούτιν για να πάρει πίσω τους S-400»
Αρνητικός εμφανίστηκε και στο ενδεχόμενο επιστροφής των S-400 στη Ρωσία. Όπως είπε, δεν υπάρχει λογική στο σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Μόσχα θα διευκόλυνε την Τουρκία να αποκτήσει ένα δυτικό μαχητικό, το οποίο στο μέλλον θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμη και εναντίον ρωσικών συμφερόντων.
«Τρελάθηκε ο Πούτιν; Δεν νομίζω», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τη συνεργασία Μόσχας και Άγκυρας σε επιμέρους μέτωπα, η Ρωσία γνωρίζει πως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν αποτελεί έναν σταθερό και προβλέψιμο εταίρο.
Κατά τον Γιάννη Εγκολφόπουλο, οι πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τουρκικό Τύπο περί επικείμενης συμφωνίας με κάποια αραβική χώρα μετατίθενται διαρκώς χρονικά. Από τις διαβεβαιώσεις ότι η συμφωνία ήταν θέμα ωρών, η τουρκική πλευρά πέρασε στις αναφορές περί συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων και νέων ανακοινώσεων σε μελλοντικό χρόνο.
«Οι Τούρκοι έχουν αναγάγει την προπαγάνδα σε επιστήμη», σημείωσε, κατηγορώντας παράλληλα αναλυτές στην Ελλάδα ότι αναπαράγουν ανεπιβεβαίωτες τουρκικές πληροφορίες, καλλιεργώντας πανικό στην κοινή γνώμη.
Το εμπόδιο του νόμου CAATSA
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε ο αμερικανικός νόμος CAATSA, βάσει του οποίου επιβλήθηκαν κυρώσεις στην Τουρκία για την αγορά των S-400.
Ο αντιναύαρχος ε.α. ξεκαθάρισε ότι όσο ο νόμος παραμένει σε ισχύ, η παράδοση F-35 στην Τουρκία είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Υπενθύμισε ότι η Άγκυρα είχε προχωρήσει στην αγορά των αεροσκαφών μέσω απευθείας συμφωνίας με την κατασκευάστρια εταιρεία, ωστόσο η τελική εξαγωγή και παράδοση εξαρτώνται από την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ακόμη και τα έξι F-35 που έχει πληρώσει η Τουρκία παραμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το συμβόλαιο προβλέπει εξαιρέσεις σε περιπτώσεις κρατικών κυρώσεων ή άλλων πολιτικών εμποδίων.
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι οι κυρώσεις επηρεάζουν όχι μόνο τα F-35 αλλά και το εύρος της αναβάθμισης των τουρκικών F-16. Παρότι έχουν γίνει εγκρίσεις σε πολιτικό επίπεδο, η εφαρμογή των συμφωνιών θα εξαρτηθεί από τους όρους που θα θέσει η Ουάσιγκτον και από τους περιορισμούς που εξακολουθούν να απορρέουν από τον CAATSA.
Όπως εξήγησε, μετά την υποβολή του επίσημου τουρκικού αιτήματος, οι ΗΠΑ διαθέτουν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να απαντήσουν. Η διαδικασία αυτή μπορεί να φέρει τις αποφάσεις αρκετούς μήνες αργότερα και κοντά σε κρίσιμες πολιτικές ή εκλογικές εξελίξεις, γεγονός που καθιστά τις σημερινές θριαμβολογίες πρόωρες.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και τα τουρκικά σχέδια για ΑΟΖ
Στο δεύτερο μέρος της τοποθέτησής του, ο Γιάννης Εγκολφόπουλος αναφέρθηκε στα τουρκικά σχέδια περί οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με την Αίγυπτο και τη Συρία.
Χαρακτήρισε αυθαίρετη τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», υπογραμμίζοντας ότι αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και επιχειρεί να εμφανίσει ως τουρκικές θαλάσσιες περιοχές που, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, δεν ανήκουν στην Τουρκία.
Σε ό,τι αφορά την Αίγυπτο, εκτίμησε ότι το Κάιρο δεν πρόκειται να ακυρώσει τη στρατηγική και νομική συνέπεια που έχει επιδείξει στις συμφωνίες του με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, μόνο και μόνο επειδή η Τουρκία τού υπόσχεται ένα ελαφρώς μεγαλύτερο θαλάσσιο τμήμα.
«Η Αίγυπτος είναι σοβαρή χώρα και το έχει αποδείξει», τόνισε, απορρίπτοντας την πιθανότητα να ακολουθήσει το Κάιρο έναν σχεδιασμό που θα το έφερνε σε σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο και με τις ήδη υπογεγραμμένες συμφωνίες του.
Παρόμοια χαρακτήρισε και την προοπτική τουρκοσυριακής ΑΟΖ. Όπως είπε, η Άγκυρα σχεδιάζει γραμμές που ουσιαστικά εξαφανίζουν την Κύπρο από τον χάρτη και αντιμετωπίζουν το νησί σαν να μην διαθέτει κανένα θαλάσσιο δικαίωμα.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Συρία δεν έχει αποδεχθεί ιστορικά την τουρκική κυριαρχία στην περιοχή της Αλεξανδρέττας. Επομένως, μία συμφωνία που θα βασιζόταν αποκλειστικά στους τουρκικούς σχεδιασμούς θα άνοιγε νέα ζητήματα, ακόμη και για τις ίδιες τις συριακές διεκδικήσεις.
Κατά την εκτίμησή του, οι συγκεκριμένες εξαγγελίες εξυπηρετούν κυρίως εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και δεν έχουν σοβαρές πιθανότητες να εφαρμοστούν.
Έκκληση για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Συρίας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο αντιναύαρχος ε.α. στην κατάσταση των Ορθόδοξων Χριστιανών στη Συρία και ειδικότερα σε κοινότητες που εξακολουθούν να διατηρούν ζωντανή τη βυζαντινή λατρευτική παράδοση.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ένοπλες ομάδες που συνδέονται με το τζιχαντιστικό περιβάλλον έχουν κινηθεί εναντίον χριστιανικών πληθυσμών, οι οποίοι είχαν στο παρελθόν αντισταθεί επιτυχώς στο Ισλαμικό Κράτος.
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει σε ουσιαστική διπλωματική παρέμβαση για την προστασία τους, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορη όταν απειλούνται Ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Απευθυνόμενος στους πολίτες, ζήτησε να θυμηθούν αυτούς τους ανθρώπους όταν θα ανάψουν το κερί τους στην Παναγία τον Δεκαπενταύγουστο.
«Δεν μπορεί να σφάζονται Χριστιανοί Ορθόδοξοι και εμείς να κάνουμε τους αδιάφορους», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η Αθήνα διαθέτει πλέον τις διπλωματικές επαφές και τα μέσα για να θέσει το ζήτημα σε ανώτατο επίπεδο.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο αντιναύαρχος ε.α. άσκησε δριμεία κριτική στην κινδυνολογία που αναπτύσσεται γύρω από την Τουρκία. Τόνισε ότι πολλές από τις αναλύσεις που παρουσιάζονται στην ελληνική κοινή γνώμη δεν έχουν σχέση με τα πραγματικά δεδομένα και δημιουργούν αδικαιολόγητο φόβο.
Επικαλέστηκε, τέλος, την πολυετή προσωπική του εμπειρία από το Αιγαίο, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, γνώση και ψυχραιμία – όχι με πανικό και άκριτη αναπαραγωγή της προπαγάνδας της.