Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Η Ιστορία δεν είναι ένα άψυχο κεφάλαιο που κλείνει στα σχολικά βιβλία. Είναι εργαλείο ερμηνείας του παρόντος και, πολλές φορές, προειδοποίηση για όσα έρχονται. Αυτό είναι το νήμα που συνδέει τις μαρτυρίες του Αμερικανού πρεσβευτή Χένρι Μοργκεντάου για τη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη σημερινή αμερικανική πολιτική, την αναβάθμιση της Τουρκίας, τις διώξεις των χριστιανών στη Συρία, τη στάση του ΝΑΤΟ και το ενεργειακό παιχνίδι γύρω από την Κύπρο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Ουάσιγκτον γνωρίζει τι έκανε η Τουρκία στο παρελθόν. Το γνωρίζει καλύτερα από πολλούς, επειδή τα στοιχεία βρίσκονται στα δικά της διπλωματικά αρχεία. Το ερώτημα είναι εάν επιλέγει σήμερα να αγνοήσει αυτήν την ιστορική γνώση, επειδή θεωρεί την Άγκυρα αναγκαίο πυλώνα ενός νέου σχεδίου ελέγχου της Μέσης Ανατολής.
Τα ντοκουμέντα που δεν αφήνουν χώρο για υπεκφυγές
Ο Χένρι Μοργκεντάου υπηρέτησε ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη από το 1913 έως το 1916. Δεν υπήρξε ένας μακρινός παρατηρητής. Συνομίλησε με τα κορυφαία στελέχη των Νεοτούρκων, έλαβε αναφορές από τις οθωμανικές επαρχίες και ενημέρωνε την Ουάσιγκτον με τηλεγραφήματα για όσα εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του. Το βιβλίο του «Τα Μυστικά του Βοσπόρου», η διπλωματική αλληλογραφία του και το άρθρο που δημοσίευσε το 1918 στο περιοδικό του Ερυθρού Σταυρού αποτελούν τεκμήρια ενός οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων.
Η σημασία της μαρτυρίας του βρίσκεται κυρίως στο ότι αποδομεί τον βασικό ισχυρισμό της οθωμανικής και της μεταγενέστερης τουρκικής προπαγάνδας: ότι οι εκτοπισμοί επιβλήθηκαν από στρατιωτική αναγκαιότητα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι διώξεις των Ελλήνων είχαν αρχίσει ήδη από το 1914, πριν από την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο. Επομένως, δεν επρόκειτο για έκτακτο μέτρο ασφαλείας, αλλά για προαποφασισμένη δημογραφική και εθνική εκκαθάριση.
Η μέθοδος ήταν συστηματική. Οι χριστιανοί στρατιώτες αφοπλίζονταν και οδηγούνταν στα τάγματα εργασίας, τα διαβόητα αμελέ ταμπουρού. Εκεί, μέσα από εξαντλητική εργασία, πείνα, ασθένειες, κακουχίες και εκτελέσεις, οδηγούνταν στον θάνατο. Ο άμαχος πληθυσμός υποβαλλόταν στη λεγόμενη «λευκή σφαγή»: ατέρμονες πορείες στο εσωτερικό της Ανατολίας, χωρίς τροφή, εφόδια και προστασία, ώστε ο θάνατος να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα των συνθηκών και όχι ως εκτέλεση.
Τα τηλεγραφήματα του Μοργκεντάου μιλούν για απόπειρα εξόντωσης ολόκληρου λαού και για πρόθεση μετατροπής της χώρας σε αμιγώς μουσουλμανικό κράτος. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για εθνική αφήγηση των θυμάτων, αλλά για καταγραφή του ίδιου του Αμερικανού πρεσβευτή.
Η Ουάσιγκτον γνωρίζει – Ο Τραμπ επιλέγει τα συμφέροντα
Ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί η σημερινή στάση του Ντόναλντ Τραμπ. Η Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα είχε αναδειχθεί, με όλες τις αντιφάσεις της, σε ισχυρή φωνή υπεράσπισης των διωκόμενων χριστιανικών πληθυσμών. Η αποφυγή σήμερα ακόμη και της λέξης «Γενοκτονία» δεν αποτελεί απλώς φραστική υποχώρηση. Ακυρώνει στην πράξη τη σημασία των αμερικανικών αρχείων και θυσιάζει την ιστορική αλήθεια στον βωμό της συναλλαγής με την Τουρκία.
Η εξήγηση βρίσκεται στην αλλαγή του αμερικανικού δόγματος. Η νέα Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει την ανάγκη μαζικής στρατιωτικής παρουσίας και να αντικαταστήσει τον άμεσο έλεγχο με ένα πλέγμα οικονομικής και ενεργειακής εξάρτησης. Πετρέλαιο, φυσικό αέριο, αγωγοί, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμοι και σιδηρόδρομοι μετατρέπονται στα νέα εργαλεία ισχύος.
Όποιος ελέγχει αυτά τα δίκτυα δεν χρειάζεται να διατηρεί παντού στρατεύματα. Ελέγχει τις ροές, τις επενδύσεις και τελικά τις πολιτικές αποφάσεις.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτόν τον σχεδιασμό εμφανίζεται ο Τομ Μπάρακ, πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα, προσωπικός φίλος και άνθρωπος εμπιστοσύνης του Τραμπ, με ειδικό ρόλο για τη Συρία και το Ιράκ. Το γεγονός ότι η αποστολή ανατέθηκε στον πρεσβευτή στην Τουρκία και όχι σε κάποιον Αμερικανό διπλωμάτη στη Βαγδάτη, στη Δαμασκό ή στο Αμμάν φανερώνει ποια χώρα προορίζεται να λειτουργήσει ως κεντρικός κόμβος.
Η Τουρκία επιχειρεί να γίνει η γέφυρα που θα συνδέει τον ενεργειακό και εμπορικό χώρο της Εύφορης Ημισελήνου με την Ευρώπη.
Το σχέδιο αφορά άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο
Η αναβάθμιση αυτή δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο ευρωπαϊκό σκέλος του ΝΑΤΟ, προβάλλοντας το μέγεθος του στρατού της, την αμυντική της βιομηχανία και τη γεωγραφική της θέση. Παράλληλα επιχειρεί να εισχωρήσει στους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας. Εάν το πετύχει, θα περιορίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησαν η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της συμμετοχής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η παρέμβαση του Κύπριου ευρωβουλευτή Κώστα Μαυρίδη προς την αναπληρώτρια γενική γραμματέα του ΝΑΤΟ αποκάλυψε όλη την υποκρισία. Έθεσε το αυτονόητο: ποιο κράτος-μέλος κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος, διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον άλλου μέλους και λειτουργεί ως αυταρχικό ισλαμικό καθεστώς;
Η απάντηση περί «ενότητας των 32 μελών» δεν απάντησε σε τίποτε. Για το ΝΑΤΟ, η ενότητα φαίνεται να σημαίνει ότι η Τουρκία δικαιούται να παραβιάζει τις αρχές της Συμμαχίας, ενώ οι υπόλοιποι οφείλουν να σιωπούν.
Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Η Γαλλία και η Γερμανία επιχειρούν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στην άμυνα, στην ασφάλεια και ακόμη και στην πυρηνική αποτροπή, παρά το ναυάγιο του κοινού προγράμματος μαχητικού επόμενης γενιάς. Αυτό δείχνει ότι η Ευρώπη αναζητεί νέα αρχιτεκτονική ισχύος.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν επιτρέπεται να παρακολουθούν ως θεατές ούτε να βλέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο μέσα από τις αδυναμίες της. Η συμμετοχή τους αποτελεί θεσμικό και πολιτικό όπλο, το οποίο η ίδια η Τουρκία προσπαθεί συστηματικά να εξουδετερώσει.
Γι’ αυτό η Αθήνα και η Λευκωσία οφείλουν να μπλοκάρουν κάθε απόπειρα ένταξης της Άγκυρας στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς μηχανισμούς χωρίς σαφείς όρους: τερματισμό των απειλών, σεβασμό στην κυριαρχία των κρατών-μελών και πραγματική συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Διαφορετικά, η Ευρώπη θα χρηματοδοτεί και θα εξοπλίζει μια δύναμη που απειλεί δύο δικά της μέλη.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι πιέσεις προς την Αθήνα να παραχωρήσει Patriot και πυραύλους στην Ουκρανία. Η Ελλάδα καλείται να αποδυναμώσει την αεράμυνά της, την ώρα που ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποθεώνει την Τουρκία και τον Χακάν Φιντάν, παρότι η Άγκυρα δεν έχει ακολουθήσει τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα. Η ελληνική βοήθεια δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητη ούτε να παρέχεται εις βάρος ζωτικών αναγκών της εθνικής άμυνας.
Οι χριστιανοί της Συρίας και το χρέος της Αθήνας
Η ιστορική μνήμη αποκτά δραματική επικαιρότητα στην Αλ Σουκαϊλαμπίγια, την ιστορική Σελευκόβυλο της Συρίας. Η ελληνορθόδοξη κοινότητα, η οποία άντεξε ακόμη και όταν οι γύρω περιοχές βρέθηκαν υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με παρενοχλήσεις και απειλές ένοπλης επιστροφής ομάδων από γειτονικές περιοχές.
Οι κάτοικοι δεν ζητούν ελληνική στρατιωτική επέμβαση. Ζητούν διπλωματική παρουσία, διεθνή πίεση και προστασία.
Η Αθήνα οφείλει να κινηθεί πριν υπάρξει αιματοχυσία. Η δημιουργία επίτιμων προξενικών αρχών σε ιστορικά χριστιανικά κέντρα, η απευθείας επικοινωνία της πρεσβείας με τις κοινότητες, η αποστολή αντιπροσωπείας ευρωβουλευτών και η ενημέρωση των ευρωπαϊκών θεσμών αποτελούν ρεαλιστικές κινήσεις.
Εάν χαθούν κοινότητες που επιβίωσαν επί αιώνες, καμία μεταγενέστερη ανακοίνωση «βαθιάς ανησυχίας» δεν θα έχει αξία.
Ο αγωγός που μπορεί να γίνει θηλιά για την Κύπρο
Το πιο άμεσο πεδίο εφαρμογής του νέου σχεδίου είναι η ενέργεια. Η συμφωνία Τουρκίας και κατοχικού καθεστώτος για διπλό αγωγό μεταξύ Αναμουρίου και Κερύνειας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό έργο τροφοδοσίας.
Η Άγκυρα κοιτάζει τα κοιτάσματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιδιώκει να καταστεί ο αναγκαίος δρόμος μεταφοράς τους προς την Ευρώπη. Έτσι θα αποκτήσει όχι μόνο οικονομικό όφελος, αλλά και μόνιμο μοχλό πίεσης πάνω στη Λευκωσία.
Το παράδειγμα του Ιράκ είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην ανάλυση, διεθνής διαιτητική απόφαση επιδίκασε αποζημίωση περίπου 1,47 δισ. δολαρίων εις βάρος της Τουρκίας για παράτυπες πωλήσεις ιρακινού πετρελαίου μέσω του αγωγού Ιράκ–Τουρκίας, χωρίς την άδεια της κεντρικής κυβέρνησης της Βαγδάτης.
Όποιος προτείνει να εξαρτηθεί το κυπριακό φυσικό αέριο από το τουρκικό δίκτυο οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: γιατί η Τουρκία θα σεβαστεί την Κύπρο περισσότερο από όσο σεβάστηκε το Ιράκ;
Οι αγωγοί δεν είναι ουδέτεροι σωλήνες. Είναι γεωπολιτικά όπλα. Το κράτος που ελέγχει τη στρόφιγγα μπορεί να εκβιάζει, να καθυστερεί, να ανατιμολογεί και να συνδέει την ενεργειακή ροή με πολιτικές απαιτήσεις. Η παράδοση του κυπριακού αερίου στην Τουρκία θα ισοδυναμούσε με εκχώρηση μέρους της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κατοχική δύναμη.
Η Ελλάδα και η Κύπρος χρειάζονται στρατηγική μνήμη
Το κοινό νήμα όλων αυτών των εξελίξεων είναι καθαρό. Η Τουρκία αξιοποιεί τη γεωγραφία της, τον στρατό της, τα δίκτυα ενέργειας και την ανάγκη των ΗΠΑ για έναν περιφερειακό διαχειριστή. Η Δύση γνωρίζει το ιστορικό της, αλλά συχνά επιλέγει τη χρησιμότητα αντί των αρχών. Εάν Αθήνα και Λευκωσία περιμένουν από τρίτους να προστατεύσουν αυτομάτως τα συμφέροντά τους, θα βρεθούν μπροστά σε τετελεσμένα.
Η απάντηση δεν είναι η απομόνωση ούτε οι ανέξοδες κραυγές. Είναι η συγκρότηση εθνικής στρατηγικής με συνέχεια, θεσμική μνήμη και συγκεκριμένους στόχους. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η γεωγραφία, η τουρκική αναθεωρητική επιδίωξη και η ανάγκη προάσπισης του Ελληνισμού παραμένουν. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ξαναγράφεται κάθε φορά από την αρχή ούτε να εξαρτάται από τις διαθέσεις ξένων ηγετών.
Χρειάζονται κόκκινες γραμμές στην άμυνα, εναλλακτικές ενεργειακές οδεύσεις, ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών, διπλωματική προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων και συστηματική προβολή των ιστορικών τεκμηρίων.
Πάνω απ’ όλα χρειάζεται αυτοσεβασμός. Ένα έθνος που δεν υπερασπίζεται την ιστορική του συνέχεια, την ασφάλεια και τα δίκαιά του δεν μπορεί να απαιτεί από τους άλλους να τα σεβαστούν.