Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής», ο πρέσβης επί τιμή Γιώργος Αϋφαντής ανέλυσε τις εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν, την αμερικανική και ισραηλινή στρατηγική, την ταχύτατη ενίσχυση της Τουρκίας και τους κινδύνους που διαμορφώνονται για την Ελλάδα.
Ο έμπειρος διπλωμάτης υποστήριξε ότι, παρά τα στρατιωτικά πλήγματα που έχει δεχθεί, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει δύο κρίσιμα μέσα πίεσης: το πυραυλικό του οπλοστάσιο και τη δυνατότητα να επηρεάζει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ. Κατά την εκτίμησή του, η Τεχεράνη μπορεί να έχει υποστεί σοβαρές απώλειες στο στρατιωτικό πεδίο, ωστόσο διατηρεί τη δυνατότητα να προκαλεί τεράστιες οικονομικές συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο.
«Το Ιράν κρατά όμηρο την παγκόσμια οικονομία»
Ο Γιώργος Αϋφαντής σημείωσε ότι οι ιρανικοί πύραυλοι εξακολουθούν να προκαλούν ζημιές σε αμερικανικές βάσεις και σε κρίσιμες υποδομές των χωρών του Κόλπου. Παράλληλα, η ανασφάλεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει τις ασφαλιστικές εταιρείες και, κατά συνέπεια, την παγκόσμια ναυσιπλοΐα και την αγορά ενέργειας.
Όπως ανέφερε, η ασφαλής διέλευση των πλοίων δεν εξαρτάται απλώς από μία πολιτική απόφαση ή από μία προεδρική διακήρυξη. Εξαρτάται από το κατά πόσο οι ασφαλιστικές εταιρείες θεωρούν ότι έχει περιοριστεί ο κίνδυνος και είναι διατεθειμένες να μειώσουν τα ασφάλιστρα.
Σύμφωνα με τον πρέσβη ε.τ., η κατάσταση έχει δημιουργήσει σημαντικό έλλειμμα στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας, το οποίο δεν μπορεί εύκολα να αναπληρωθεί. Την ίδια στιγμή, τα κράτη του Κόλπου, τα οποία αποτελούσαν βασική πηγή επενδύσεων στις αμερικανικές και ευρωπαϊκές αγορές, διατηρούν πλέον τη ρευστότητά τους, αναμένοντας μια μελλοντική και αβέβαιη ανοικοδόμηση.
«Το Ιράν έχει χάσει στο πεδίο της μάχης, αλλά έχει κερδίσει στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο», ήταν το βασικό συμπέρασμα του Γιώργου Αϋφαντή, ο οποίος υποστήριξε ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να κρατά «όμηρο» την παγκόσμια οικονομική διαδικασία.
«Ο Τραμπ επιμένει στο λάθος»
Αναφερόμενος στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ, ο κ. Αϋφαντής εξέφρασε την άποψη ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διορθώσει ένα πολιτικό αδιέξοδο μέσω της κλιμάκωσης της στρατιωτικής βίας.
Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες «χτυπούν την πρόκα πιο βαθιά», διακινδυνεύοντας τελικά να «σπάσουν το σανίδι». Εκτίμησε, μάλιστα, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η ιρανική ηγεσία θα αλλάξει στάση ή ότι ο ιρανικός λαός θα εξεγερθεί μαζικά εναντίον του καθεστώτος.
Αντιθέτως, υποστήριξε ότι τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα προκαλούν συσπείρωση της ιρανικής κοινωνίας.
«Κάνει λάθος ο πρόεδρος Τραμπ και επιμένει στο λάθος», ανέφερε, προβλέποντας ότι οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες θα αναγκάσουν σύντομα την αμερικανική ηγεσία να αναθεωρήσει.
Ρήγμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Γιώργος Αϋφαντής στη διαφοροποίηση που, σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφεται στο εσωτερικό της αμερικανικής ηγεσίας ως προς τη σχέση των συμφερόντων των ΗΠΑ με εκείνα του Ισραήλ.
Τόνισε ότι τα συμφέροντα των δύο χωρών διαθέτουν κοινά σημεία, αλλά δεν ταυτίζονται απόλυτα. Κατά την ανάλυσή του, στην Ουάσιγκτον αρχίζει να διαμορφώνεται ένα πολιτικό ρεύμα που θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» και απορρίπτει την άκριτη ταύτιση με κάθε επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης.
Ο πρέσβης ε.τ. εκτίμησε ότι η παρατεταμένη σύγκρουση προκαλεί ήδη πολιτικό κόστος στον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η κριτική απέναντι στην κυβέρνηση του Ισραήλ ενισχύεται τόσο στο Ρεπουμπλικανικό όσο και στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Διευκρίνισε ότι η κριτική αυτή δεν έχει αντισημιτικά χαρακτηριστικά, αλλά στρέφεται εναντίον της στρατηγικής του αέναου πολέμου.
«Το Ισραήλ δεν μπορεί να υπάρχει πολεμώντας συνεχώς», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι η μακροπρόθεσμη ασφάλειά του απαιτεί συνεννόηση και αποδοχή από τους αραβικούς λαούς και τα γειτονικά κράτη.
Η Τουρκία αναδεικνύεται σε περιφερειακό γίγαντα
Το πλέον ανησυχητικό σημείο της παρέμβασης αφορούσε την Τουρκία και τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Άγκυρας.
Ο Γιώργος Αϋφαντής προειδοποίησε ότι η αμερικανική στρατηγική και η πολιτική του Ισραήλ οδηγούν σταδιακά κράτη όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία σε στενότερη συνεργασία με την Τουρκία.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα ενισχύεται ταυτόχρονα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τη Ρωσία, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε έναν ανεξέλεγκτο πολιτικό, στρατιωτικό και βιομηχανικό γίγαντα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ενδεχόμενο απόκτησης των μαχητικών F-35 από την Τουρκία. Υποστήριξε ότι η τουρκική πολεμική βιομηχανία διαθέτει παραγωγική βάση, τεχνική γνώση και δυνατότητα αξιοποίησης των δυτικών τεχνολογιών.
Σε αντίθεση με άλλες χώρες που αγοράζουν προηγμένα οπλικά συστήματα χωρίς να μπορούν να τα αναπαραγάγουν, η Τουρκία μπορεί, σύμφωνα με τον κ. Αϋφαντή, να μελετήσει τις τεχνολογίες και να τις ενσωματώσει στη δική της βιομηχανία.
Προέβλεψε, μάλιστα, ότι μέσα σε μία δεκαετία η Τουρκία θα μπορούσε να διαθέτει δικό της, ανεξάρτητο μαχητικό αεροσκάφος με δυνατότητες αντίστοιχης γενιάς με το F-35.
«Δημιουργείται ένας πολιτικός και στρατιωτικός γίγαντας και αυτό δεν είναι καθόλου καλό νέο για εμάς», προειδοποίησε.
«Η Ελλάδα δεν έκανε μακροπρόθεσμη πολιτική»
Ο πρέσβης ε.τ. άσκησε σκληρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική και ειδικότερα στην αδυναμία της Αθήνας να δημιουργήσει σταθερά ερείσματα στην Αίγυπτο.
Όπως είπε, η πραγματική διπλωματία απαιτεί πρόβλεψη, ανάληψη υποχρεώσεων, πολιτικό ρίσκο και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Η Ελλάδα, κατά την άποψή του, δεν επένδυσε στη δημιουργία επιρροής μέσα στην αιγυπτιακή ηγεσία και κοινωνία.
Αντιθέτως, η Τουρκία ακολούθησε σταθερή πολιτική, ανέλαβε κινδύνους και σήμερα απολαμβάνει τους καρπούς αυτής της στρατηγικής.
Ο κ. Αϋφαντής υπογράμμισε ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα περιορίζεται συχνά στην επίκληση του διεθνούς δικαίου και των ισχυρών συμμαχιών της χώρας, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να ενισχύεται έμπρακτα.
Καταγγελία για «φινλανδοποίηση» της Ελλάδας
Η παρέμβασή του κορυφώθηκε με μια βαρύτατη πολιτική καταγγελία για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Ο Γιώργος Αϋφαντής υποστήριξε ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα στήριξε σχεδόν ομόθυμα τη Διακήρυξη των Αθηνών και ότι οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις δεν διατυπώνουν ουσιαστικές αντιρρήσεις απέναντι σε μια διαδικασία «φινλανδοποίησης» της Ελλάδας.
Με τον όρο αυτό περιέγραψε μια κατάσταση κατά την οποία η χώρα θα διατηρεί τυπικά την ανεξαρτησία της, αλλά θα προσαρμόζει τις βασικές πολιτικές και στρατηγικές αποφάσεις της στις απαιτήσεις της Τουρκίας.
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, καταγγέλλοντας ότι «υπάρχει ένα πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, τα συμφέροντα του οποίου κουμπώνουν στο να γίνουμε δορυφόρος της Τουρκίας».
Τόνισε ότι η τουρκική ηγεσία δεν ζητά απλώς πολιτική επιρροή, αλλά προβάλλει αξιώσεις για νησιά, θαλάσσιο χώρο και περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η χώρα ακόμη και στην πόντιση ενός ηλεκτρικού καλωδίου σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
«Έχουν αποφασίσει ότι θα τα δώσουν»
Ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι, με εξαίρεση τους πρώην πρωθυπουργούς Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα δεν αντιδρά ουσιαστικά στην πορεία υποχώρησης απέναντι στην Τουρκία.
«Έχουν αποφασίσει ότι θα τα δώσουν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι κάθε κυβέρνηση επιδιώκει απλώς να μεταθέσει την τελική διαχείριση και το πολιτικό κόστος στην επόμενη.
Επισήμανε ότι εκφράζει αυτή την εκτίμηση έχοντας υπηρετήσει επί 36 χρόνια σε καίριες θέσεις του διπλωματικού μηχανισμού και έχοντας άμεση γνώση του τρόπου λήψης πολιτικών αποφάσεων.
Κατά τον ίδιο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει ως πραγματική κόκκινη γραμμή ούτε το ενδεχόμενο εδαφικού ακρωτηριασμού ούτε τον σταδιακό περιορισμό των εκφάνσεων της ελληνικής κυριαρχίας.
Η παρέμβαση του Γιώργου Αϋφαντή αποτέλεσε μια από τις σκληρότερες δημόσιες προειδοποιήσεις για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το βασικό του μήνυμα ήταν σαφές: ενώ η Τουρκία σχεδιάζει, επενδύει, παράγει και διευρύνει την επιρροή της, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στη διαχείριση, στην αδράνεια και στη μετάθεση των κρίσιμων αποφάσεων στο μέλλον.