Σε μια ανάρτηση που συνάντησα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένα τεράστιο πορτρέτο του Κασίφ Κοζίνογλου, μια καμουφλαρισμένη φιγούρα με την ένδειξη «MİT» στην πλάτη, τουρκικές σημαίες, το έμβλημα της Trabzonspor και μια φράση που ταυτίζει τον φόβο με τον ηρωισμό τοποθετούνται δίπλα δίπλα.
Γιατί ο ήρωας της Τραπεζούντας να είναι αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών;
Γιατί να προβάλλεται ως πρότυπο στους νέους μιας πόλης με ιστορία χιλιάδων ετών ένας άνθρωπος των υπηρεσιών πληροφοριών, μια στρατιωτική και ασφαλίτικη μορφή; Έχει φτωχύνει τόσο πολύ η μνήμη της Τραπεζούντας;
Όχι. Το αντίθετο. Η Τραπεζούντα έχει τόσους πολλούς ανθρώπους να θυμηθεί και ένα τόσο πλούσιο παρελθόν να αφηγηθεί, ώστε το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά έχουν λησμονηθεί.
Γυρίστε λίγο περισσότερο από εκατό χρόνια πίσω. Θα βρεθείτε μπροστά σε μια Τραπεζούντα πολύ διαφορετική από εκείνη που μας έμαθαν να φανταζόμαστε σήμερα.
Η πόλη αυτή δεν ήταν μόνο πόλη μουσουλμάνων. Ήταν και πόλη των Ελλήνων. Οι Έλληνες της Τραπεζούντας δεν ήταν μια ξένη κοινότητα στο περιθώριο της πόλης ούτε άνθρωποι που εμφανίστηκαν εκεί αργότερα. Με τα σχολεία τους, τους εκπαιδευτικούς τους, τους δημοσιογράφους, τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους εμπόρους, τους μουσικούς, τις γυναικείες οργανώσεις και τους μαθητές τους αποτελούσαν οργανικό μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης.
Και στην ίδια πόλη υπήρχαν επίσης μουσουλμάνοι δάσκαλοι, γιατροί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και διανοούμενοι. Αυτό που επιχειρώ δεν είναι να αντικαταστήσω τη μνήμη μιας κοινότητας με τη μνήμη μιας άλλης. Είναι να μπορέσουμε να δούμε ξανά ως σύνολο την Τραπεζούντα που μας παραδόθηκε κομματιασμένη, αποσιωπημένη και μονόχρωμη.
Κοιτάξτε το Ελληνικό Παρθεναγωγείο Τραπεζούντας. Η Ασπασία Ζήση διετέλεσε διευθύντρια από το 1879 έως το 1922· η Σοφία Δαμασκηνού, η Ιφιγένεια Διονυσιάδη, η Σμαράγδα Ζήση και άλλες γυναίκες εκπαιδευτικοί δίδασκαν εκεί και στα σχολεία που συνδέονταν με αυτό. Μιλάμε για μια Τραπεζούντα όπου οι γυναίκες βρίσκονταν στην έδρα ως δασκάλες και στα θρανία ως μαθήτριες.1
Υπήρχαν δημοσιογράφοι. Ο Νίκος Καπετανίδης εξέδιδε στην Τραπεζούντα την εφημερίδα Εποχή και συμμετείχε με την πένα του στις πολιτικές και κοινωνικές συζητήσεις της πόλης.
Ας κοιτάξουμε και τους μουσουλμάνους διανοουμένους. Ο Σακίρ Σεβκέτ (Şakir Şevket) ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και την εκπαίδευση και το 1877 έγραψε την Ιστορία της Τραπεζούντας (Trabzon Tarihi).2 Ο Ιμπραήμ Τζουντί (İbrahim Cudi) ήταν εκπαιδευτικός, συγγραφέας και μουφτής· δίδαξε επίσης τουρκικά σε ελληνικά και ξένα σχολεία.3 Μιλάμε για έναν πολιτιστικό κόσμο στον οποίο διαφορετικές εκπαιδευτικές παραδόσεις μπορούσαν να συναντώνται στην ίδια πόλη.
Κοιτάξτε την υγειονομική ζωή. Το 1910 άρχισε να εκδίδεται στην Τραπεζούντα η εφημερίδα Hekim. Μετέφερε στον πληθυσμό γνώσεις για την υγιεινή, την προστασία από τις επιδημίες και τη δημόσια υγεία· εκδόθηκαν 48 τεύχη.4 Την ίδια χρονιά, κατά την επιδημία χολέρας, στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας Εταιρείας Αρωγής προς τους Απόρους (Fakirperver Cemiyeti) συμμετείχαν μουσουλμάνοι, Έλληνες και Αρμένιοι γιατροί. Παράλληλα, οι φαρμακοποιοί της Τραπεζούντας οργανώνονταν σε σύλλογο με στόχο την ανάπτυξη του επαγγέλματος και την καλύτερη εξυπηρέτηση της κοινωνίας.5
Ανάμεσα στους μουσουλμάνους γιατρούς βρισκόταν και ο Δρ. Αμπντουλκερίμ Εφέντη (Abdülkerim Efendi). Υπηρέτησε ως δημοτικός γιατρός, διακρίθηκε για τη δράση του κατά την επιδημία χολέρας, ανέλαβε καθήκοντα επιθεωρητή υγείας της επαρχίας και έγραφε για θέματα υγείας στην Hekim. Ήταν επίσης ένας από τους γιατρούς που συμμετείχαν στην πρωτοβουλία της Fakirperver Cemiyeti το 1910.5
Όταν μιλώ για τη «φωτισμένη Τραπεζούντα», δεν εννοώ μόνο τις εφημερίδες και τα σχολεία. Γιατροί και φαρμακοποιοί που προσπαθούσαν να μεταδώσουν γνώσεις δημόσιας υγείας, άνθρωποι που έκαναν ζήτημα τη θεραπεία των φτωχών, γυναίκες εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες και μαθητές αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας αστικής ζωής.
Και ύστερα υπήρχε η πολιτιστική ζωή. Στις αρχές του 20ού αιώνα η Τραπεζούντα διέθετε φιλαρμονική ορχήστρα, ενώ το κτίριο της Όπερας, που άνοιξε το 1912, αποτελούσε ένα από τα σύμβολα της θεατρικής και μουσικής ζωής της πόλης.67
Σκεφτείτε μια πόλη με σχολεία όπου διδάσκονταν τουρκικά, ελληνικά, γαλλικά και άλλες γλώσσες· όπου τα κορίτσια μορφώνονταν· όπου λειτουργούσαν τυπογραφεία, εκδιδόταν ιατρική εφημερίδα, έπαιζε φιλαρμονική ορχήστρα και υπήρχε θεατρική και σκηνική ζωή.
Ένας πολιτιστικός κόσμος όπου από έναν δρόμο μπορούσε να ακούγεται πιάνο και από έναν άλλο κεμεντζές…
Αυτή είναι η φωτισμένη Τραπεζούντα για την οποία μιλώ.
Το να θυμόμαστε το ελληνικό παρελθόν της Τραπεζούντας δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε το μουσουλμανικό της παρελθόν. Ούτε υπάρχει κάποιος λόγος να γίνει κάτι τέτοιο. Γιατί το σημερινό πρόβλημα δεν είναι ότι αγνοείται η θέση των μουσουλμάνων στην ιστορία της Τραπεζούντας. Αυτή η ιστορία έχει ήδη αφηγηθεί, διδαχθεί και μνημειοποιηθεί.
Αυτό που έχει μείνει ελλιπές είναι κάτι άλλο: πόσο κεντρική θέση είχαν οι Έλληνες στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό, στον Τύπο, στο εμπόριο, στην υγειονομική ζωή και στην καθημερινότητα της πόλης.
Το να θυμόμαστε τον Νίκο Καπετανίδη δεν διαγράφει τον Σακίρ Σεβκέτ. Το να μνημονεύουμε την Ασπασία Ζήση δεν εξαφανίζει έναν μουσουλμάνο εκπαιδευτικό. Το να θυμόμαστε την εφημερίδα Hekim δεν μας κάνει να ξεχνάμε τους Έλληνες γιατρούς. Όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι της ίδιας πόλης.
Το άθροισμά τους ονομάζεται Τραπεζούντα.
Και τώρα, έναν αιώνα αργότερα, μας παρουσιάζεται ένα γιγαντιαίο πορτρέτο ενός στελέχους των μυστικών υπηρεσιών και μας λένε: «ήρωας».
Η ένστασή μου αρχίζει ακριβώς εδώ.
Δεν θέλω να αντιπαραθέσω στον Κασίφ Κοζίνογλου έναν άλλο «ήρωα». Δεν θέλω ούτε να μετατρέψω τον Νίκο Καπετανίδη σε ένα νέο είδωλο.
Αμφισβητώ την ίδια την ιδέα του ηρωικού προτύπου όπως μας επιβάλλεται.
Γιατί δείχνουμε διαρκώς στα παιδιά μας ως πρότυπα στρατιωτικούς, ανθρώπους των μυστικών υπηρεσιών, ένοπλους άνδρες και ανθρώπους που εμπνέουν φόβο;
Κι όμως, η Τραπεζούντα έχει άλλους ανθρώπους να θυμηθεί: δασκάλους που μεγάλωσαν παιδιά, γυναίκες εκπαιδευτικούς, γιατρούς που θεράπευσαν ασθενείς, φαρμακοποιούς που εργάστηκαν για τη δημόσια υγεία, δημοσιογράφους που εξέδωσαν εφημερίδες, διανοουμένους που έγραψαν βιβλία, καλλιτέχνες που δημιούργησαν μουσική…
Και ανάμεσα σε όλους αυτούς βρίσκονταν και οι Έλληνες της Τραπεζούντας.
Δεν ήταν ξένοι στο περιθώριο της πόλης. Με τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τις εφημερίδες, τα τυπογραφεία, τη μουσική και την καθημερινή τους ζωή ήταν η ίδια η Τραπεζούντα.
Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι να τοποθετήσουμε απέναντι στον Κασίφ Κοζίνογλου έναν διαφορετικό «ήρωα». Το ζήτημα είναι να ρωτήσουμε γιατί η μνήμη μιας πόλης επιχειρείται τόσο συχνά να οικοδομηθεί γύρω από το όπλο, τη στολή και την κρατική ισχύ.
Η Τραπεζούντα δεν χρειάζεται έναν τέτοιο «ήρωα».
Αυτό που χρειάζεται η Τραπεζούντα είναι να ξαναγνωρίσει το φωτεινό, πολυφωνικό και δημιουργικό πρόσωπο που είχε πριν από εκατό χρόνια.
Σημείωση για τον Έλληνα αναγνώστη: ποιος ήταν ο Κασίφ Κοζίνογλου και γιατί βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα
Ο Κασίφ Κοζίνογλου (Kaşif Kozinoğlu), γεννημένος στην Τραπεζούντα το 1955, ήταν Τούρκος αξιωματικός και αργότερα στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας (MİT). Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Ακαδημία το 1976, υπηρέτησε στην Özel Harp Dairesi και στις Ειδικές Δυνάμεις και το 1995 πέρασε στη MİT, όπου ανέλαβε αποστολές στο εξωτερικό και καθήκοντα που συνδέονταν κυρίως με την Κεντρική Ασία.
Τον Μάρτιο του 2011 συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας OdaTV της περιόδου των υποθέσεων Ergenekon. Πέθανε τον Νοέμβριο του 2011, ενώ κρατούνταν στις φυλακές Σιλιβρί, πριν από την πρώτη ακροαματική διαδικασία στην υπόθεσή του. Το 2012 είχε εκδοθεί απόφαση να μην ασκηθεί δίωξη σχετικά με τον θάνατό του.
Το όνομά του επέστρεψε έντονα στην τουρκική επικαιρότητα το 2026. Στις 26 Αυγούστου 2026 η προηγούμενη απόφαση μη δίωξης ακυρώθηκε και η έρευνα άνοιξε εκ νέου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου έγιναν συλλήψεις και προσαγωγές προσώπων που συνδέονταν με τις συνθήκες κράτησής του. Στις 12 Σεπτεμβρίου ανοίχθηκε ο τάφος του και ελήφθησαν οστά, χώμα και άλλα δείγματα, τα οποία εστάλησαν στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία προκειμένου να διερευνηθεί η ακριβής αιτία θανάτου και το ενδεχόμενο παρέμβασης τρίτων. Η έρευνα εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ακόμη καταλήξει σε τελικό συμπέρασμα.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Κοζίνογλου επανεμφανίζεται αυτές τις ημέρες σε δημοσιεύματα και συμβολικές αναπαραστάσεις. Επειδή ήταν γεννημένος στην Τραπεζούντα και, σύμφωνα με συγγενική μαρτυρία που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, αγαπούσε ιδιαίτερα την Trabzonspor και ήταν μέλος του συλλόγου, το πρόσωπό του εντάσσεται εύκολα σε τοπικούς εθνικιστικούς και «ηρωικούς» συμβολισμούς. Η εικόνα που αποτέλεσε την αφορμή για το παρόν άρθρο κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα συνδέοντας το πορτρέτο του με τη MİT, τουρκικές σημαίες και σύμβολα της Trabzonspor. Στο κείμενο αντιμετωπίζεται ως εικόνα κοινωνικών δικτύων· δεν παρουσιάζεται ως επαληθευμένη χορογραφία ή πανό που χρησιμοποιήθηκε πράγματι σε αγώνα.