Το ελληνικό ΥΠΕΞ χαρακτηρίζει «αβάσιμους, απολύτως απαράδεκτους και απορριπτέους» τους ισχυρισμούς της τουρκικής πλευράς και υπενθυμίζει ότι το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο έχει καθοριστεί οριστικά από τις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες.
Σε επίπεδο νομικής επιχειρηματολογίας, η ελληνική θέση είναι ξεκάθαρη. Σε επίπεδο πολιτικής αντιμετώπισης, όμως, η ανακοίνωση κινείται στην πεπατημένη των τελευταίων ετών: απόρριψη των τουρκικών θέσεων, επίκληση του Διεθνούς Δικαίου και ταυτόχρονη επανάληψη της προσήλωσης στον διάλογο.
Και αυτό ακριβώς δημιουργεί το βασικό πρόβλημα.
Δεύτερη τουρκική αμφισβήτηση μέσα σε δώδεκα ημέρες
Το ίδιο το υπουργείο Εξωτερικών αναγνωρίζει ότι δεν πρόκειται για ένα απομονωμένο επεισόδιο.
Μέσα σε μόλις δώδεκα ημέρες, η Τουρκία αντέδρασε δύο φορές σε ελληνικά χωροταξικά πλαίσια, προβάλλοντας ισχυρισμούς που αγγίζουν ευθέως ζητήματα κυριαρχίας.
Είχε προηγηθεί η αντίδραση της Άγκυρας στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό. Τώρα ακολούθησε το νέο Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ.
Και μάλιστα η τουρκική πλευρά δεν περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί «διαφορών» στο Αιγαίο.
Έκανε λόγο για «γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων η ιδιοκτησία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με διεθνείς συμφωνίες», επαναφέροντας στην πράξη τη θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών».
Το ελληνικό ΥΠΕΞ απαντά:
«Η επανάληψη δε, για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα μόλις δώδεκα ημερών, μετά την αντίστοιχη τουρκική αντίδραση στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, των ίδιων ανυπόστατων ισχυρισμών καταδεικνύει την εμμονή σε αναθεωρητικές θέσεις, οι οποίες δεν έχουν κανένα νόμιμο έρεισμα».
Σωστή η διαπίστωση. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι τι ακολουθεί μετά τη διαπίστωση.
Οι ανακοινώσεις δεν αναχαιτίζουν τον αναθεωρητισμό
Η Αθήνα υπογραμμίζει ότι:
«Το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο είναι απολύτως ξεκάθαρο. Η ελληνική κυριαρχία ορίζεται σαφώς και οριστικώς από διεθνή συμβατικά κείμενα και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση».
Και προσθέτει:
«Κάθε άλλη προσέγγιση αντιβαίνει στο Διεθνές Δίκαιο και θα λαμβάνει ανάλογη αντίδραση».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το αδύναμο σημείο της ελληνικής τοποθέτησης.
Τι σημαίνει στην πράξη «ανάλογη αντίδραση»;
Μία ακόμη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών; Μία νέα διπλωματική δήλωση; Μία ακόμη υπενθύμιση ότι οι τουρκικές θέσεις στερούνται νομικού ερείσματος;
Η Τουρκία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τις κινήσεις αυτές ως μεμονωμένες διπλωματικές αντιπαραθέσεις. Αντιθέτως, επαναφέρει τις διεκδικήσεις της σε διαφορετικά πεδία, δημιουργώντας ένα σταθερό πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο αμφισβήτησης ελληνικών δικαιωμάτων και κυριαρχίας.
Και όταν η αμφισβήτηση επαναλαμβάνεται χωρίς ουσιαστικό πολιτικό κόστος, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σταδιακά από εξαιρετική πρόκληση σε μέρος της καθημερινής διπλωματικής κανονικότητας.
Η αντίφαση του «διαλόγου»
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο μέρος της ελληνικής ανακοίνωσης.
Ενώ το ίδιο το ΥΠΕΞ καταγγέλλει την Τουρκία για «εμμονή σε αναθεωρητικές θέσεις», την ίδια στιγμή επαναλαμβάνει ότι η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στον διάλογο και στις σχέσεις καλής γειτονίας.
Η Αθήνα επιμένει –ορθώς ως προς την πάγια ελληνική νομική θέση– ότι υπάρχει μία και μόνη ελληνοτουρκική διαφορά:
η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Το πρόβλημα είναι ότι η Άγκυρα δεν αποδέχεται αυτό το πλαίσιο.
Αντιθέτως, εδώ και δεκαετίες επιχειρεί να διευρύνει την ατζέντα, εισάγοντας ζητήματα χωρικών υδάτων, εναέριου χώρου, αποστρατιωτικοποίησης νησιών, κυριαρχίας νησίδων και βραχονησίδων και άλλων αξιώσεων.
Επομένως, όταν η μία πλευρά προσέρχεται στον διάλογο δηλώνοντας ότι υπάρχει μία διαφορά και η άλλη κατασκευάζει συνεχώς περισσότερες, η επίκληση του διαλόγου από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα.
Από τα θαλάσσια πάρκα στα χωροταξικά
Η χρονική συγκυρία έχει επίσης σημασία.
Η νέα τουρκική παρέμβαση δεν εμφανίζεται σε πολιτικό κενό. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τις θέσεις της σε σειρά διαφορετικών ζητημάτων που αφορούν το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Έτσι, ζητήματα περιβάλλοντος, χωροταξικού σχεδιασμού ή ενεργειακής πολιτικής μετατρέπονται από την τουρκική διπλωματία σε νέα πεδία πάνω στα οποία επαναλαμβάνονται οι πάγιες αναθεωρητικές αξιώσεις.
Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από την κάθε ανακοίνωση ξεχωριστά.
Η Τουρκία επιχειρεί να καταστήσει την αμφισβήτηση διαρκή, πολυεπίπεδη και θεσμικά καταγεγραμμένη.
Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερα από σωστές νομικές διατυπώσεις
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αθήνα οφείλει να απορρίπτει άμεσα κάθε τουρκική αμφισβήτηση και να κατοχυρώνει δημόσια τις ελληνικές θέσεις. Η σιωπή θα ήταν σαφώς χειρότερη.
Αλλά αυτό είναι το απολύτως στοιχειώδες.
Μια αποτελεσματική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στη σύνταξη ανακοινώσεων κάθε φορά που η Άγκυρα προσθέτει ακόμη μία αμφισβήτηση στο τραπέζι.
Χρειάζεται συστηματική διεθνοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων, ενημέρωση εταίρων και συμμάχων, σταθερή διπλωματική καταγραφή του αναθεωρητικού πλαισίου της Άγκυρας και –κυρίως– άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων εκεί όπου αυτά προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο.
Διότι υπάρχει μία ουσιώδης διαφορά μεταξύ της διακήρυξης μιας θέσης και της έμπρακτης κατοχύρωσής της.
Η ανακοίνωση του ελληνικού ΥΠΕΞ περιγράφει σωστά το πρόβλημα: η Τουρκία επιμένει σε αναθεωρητικές θέσεις χωρίς νόμιμο έρεισμα.
Το πραγματικό ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι πλέον άλλο:
πόσες ακόμη φορές θα καταγγέλλεται αυτή η «εμμονή», προτού η Αθήνα διαμορφώσει μια πολιτική που θα αυξάνει ουσιαστικά το κόστος της;