Μια δικαστική απόφαση που ουσιαστικά χαρίζει την ελευθερία σε δύο από τα πλέον διαβόητα στελέχη της τουρκικής Χεζμπολάχ καταγγέλλει με δημοσίευμά του στο Nordic Monitor ο δημοσιογράφος Λεβέντ Κενέζ.
Πρόκειται για τον Εντίπ Γκιουμούς, σημερινό ανώτατο ηγέτη της ακραίας ισλαμιστικής οργάνωσης, και τον Τζεμάλ Τουτάρ, διοικητή της στρατιωτικής πτέρυγάς της. Και οι δύο είχαν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σε ένα αιματηρό δίκτυο, το οποίο συνδέθηκε με δολοφονίες πολιτών, δημοσιογράφων, διανοουμένων και μετριοπαθών μουσουλμάνων.
Παρά το βαρύ παρελθόν τους και ενώ παρέμεναν φυγόδικοι επί 15 χρόνια, ένα προσωρινό δικαστικό συμβούλιο στο Ντιγιάρμπακιρ υποβάθμισε τις κατηγορίες σε βάρος τους, με αποτέλεσμα ο χρόνος που είχαν περάσει προφυλακισμένοι πριν από τη διαφυγή τους να θεωρηθεί επαρκής για την κάλυψη της νέας ποινής.
Το δημοσίευμα κάνει λόγο για την κορύφωση μιας μακράς πολιτικής προσπάθειας της κυβέρνησης Ερντογάν να αποκαταστήσει και να ενσωματώσει στο σύστημα ριζοσπαστικά ισλαμιστικά δίκτυα, με αντάλλαγμα την πολιτική τους υποστήριξη.
Από τα ισόβια στα έξι χρόνια και τρεις μήνες
Η απόφαση εκδόθηκε από το 6ο Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο του Ντιγιάρμπακιρ. Το δικαστήριο μετέτρεψε την κύρια κατηγορία κατά των Γκιουμούς και Τουτάρ από διεύθυνση τρομοκρατικής οργάνωσης σε απλή συμμετοχή σε αυτήν.
Η αλλαγή αυτή περιόρισε αρχικά την ποινή τους στα επτά χρόνια και έξι μήνες. Ακολούθησε επιπλέον μείωση λόγω «καλής διαγωγής», με την τελική ποινή να διαμορφώνεται στα έξι χρόνια και τρεις μήνες.
Οι δύο άνδρες είχαν, ωστόσο, παραμείνει προφυλακισμένοι για περίπου εννέα χρόνια, πριν αφεθούν ελεύθεροι και διαφύγουν από τη χώρα. Το δικαστήριο έκρινε επομένως ότι είχαν ήδη εκτίσει περισσότερο χρόνο από τη νέα ποινή που τους επιβλήθηκε.
Το αποτέλεσμα είναι να μην υποχρεούνται να περάσουν ούτε μία επιπλέον ημέρα στη φυλακή.
Η τοπική εισαγγελία ανακοίνωσε αμέσως ότι θα προσβάλει την απόφαση. Το Nordic Monitor, όμως, εκτιμά ότι, δεδομένης της πολιτικής προστασίας που φαίνεται να περιβάλλει την υπόθεση, οι πιθανότητες ανατροπής της είναι περιορισμένες.
Άλλαξαν δικαστές, εισαγγελέα και ημερομηνία
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η δίκη.
Η διαδικασία είχε αρχικά οριστεί για τις 17 Δεκεμβρίου 2026. Αιφνιδιαστικά, όμως, η ημερομηνία μεταφέρθηκε για τις 14 Ιουλίου.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του δικαστηρίου και ένα ακόμη μέλος της σύνθεσης μετακινήθηκαν, ενώ αντικαταστάθηκε και ο βασικός εισαγγελέας της υπόθεσης. Για την εκδίκαση συγκροτήθηκε προσωρινό δικαστικό συμβούλιο.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι Γκιουμούς και Τουτάρ, παρότι εμφανίζονταν επί 15 χρόνια ως φυγόδικοι, συμμετείχαν στη διαδικασία μέσω κρατικού συστήματος τηλεδιάσκεψης από απομακρυσμένη περιοχή της επαρχίας Μπατμάν.
Εμφανίστηκαν δηλαδή ενώπιον της τουρκικής Δικαιοσύνης χωρίς να συλληφθούν και χωρίς να οδηγηθούν με φυσική παρουσία στο δικαστήριο.
Για τον Λεβέντ Κενέζ, η επίσπευση της δίκης, η αντικατάσταση των δικαστικών λειτουργών και η ασφαλής συμμετοχή των κατηγορουμένων μέσω τηλεδιάσκεψης συνιστούν ενδείξεις άμεσης πολιτικής παρέμβασης.
Οι 183 δολοφονίες και τα πτώματα στα υπόγεια
Η τουρκική Χεζμπολάχ ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1980 με στόχο την εγκαθίδρυση στην Τουρκία ενός θεοκρατικού καθεστώτος κατά το ιρανικό πρότυπο. Είναι ανεξάρτητη από τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ, αν και, σύμφωνα με το Nordic Monitor, μοιράζεται μαζί της την ακραία ισλαμιστική ιδεολογία και τη χρήση βίας.
Η οργάνωση έγινε διαβόητη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν εξαπέλυσε αιματηρή εκστρατεία εναντίον κοσμικών διανοουμένων, δημοσιογράφων και μετριοπαθών μουσουλμάνων.
Τα αρχικά δικαστικά αρχεία κατέγραψαν τη συστηματική δολοφονία 183 ανθρώπων. Τα θύματα εκτελούνταν με πυροβόλα όπλα και αιχμηρά αντικείμενα ή βασανίζονταν με την αποκαλούμενη μέθοδο «domuz bağı», δηλαδή το δέσιμο των χεριών και των ποδιών πίσω από το σώμα κατά τρόπο που προκαλούσε ασφυξία.
Μετά τη μεγάλη αστυνομική επιχείρηση του Ιανουαρίου του 2000, τα πτώματα δεκάδων θυμάτων εντοπίστηκαν θαμμένα στα υπόγεια κρησφύγετων της οργάνωσης σε διάφορες περιοχές της Τουρκίας.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της επιχείρησης σκοτώθηκε ο ιδρυτής της τουρκικής Χεζμπολάχ, Χουσεΐν Βελίογλου.
Τα υψηλόβαθμα μέλη της οργάνωσης δεν έκρυψαν ποτέ την περιφρόνησή τους για το κοσμικό δικαστικό σύστημα. Στην τελική απολογία του, ο Τζεμάλ Τουτάρ απείλησε ευθέως δικαστές, εισαγγελείς και τοπικούς αξιωματούχους.
Προειδοποίησε ότι, εάν ασκούνταν πιέσεις στα φυλακισμένα μέλη της οργάνωσης, οι υπεύθυνοι θα στέλνονταν «στο πλευρό του Γκαφάρ Οκκάν». Αναφερόταν στον αρχηγό της Αστυνομίας του Ντιγιάρμπακιρ, Αλί Γκαφάρ Οκκάν, ο οποίος δολοφονήθηκε το 2001 σε επίθεση που αποδόθηκε στην τουρκική Χεζμπολάχ.
Η απόδραση του 2011
Το 2009, δικαστήριο του Ντιγιάρμπακιρ καταδίκασε τους Γκιουμούς, Τουτάρ και άλλα 14 υψηλόβαθμα μέλη της οργάνωσης σε ισόβια κάθειρξη, κρίνοντάς τους ενόχους για απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης διά της βίας.
Η καθοριστική ανατροπή ήρθε τον Ιανουάριο του 2011, όταν τέθηκε σε ισχύ νέος νόμος που περιόριζε τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης.
Επειδή το Ανώτατο Εφετείο δεν είχε προλάβει να επικυρώσει τις καταδίκες, οι ηγέτες της Χεζμπολάχ αφέθηκαν ελεύθεροι. Το ίδιο βράδυ οι Γκιουμούς και Τουτάρ εξαφανίστηκαν.
Τούρκοι αξιωματούχοι ασφαλείας ανέφεραν αργότερα ότι οι δύο άνδρες είχαν διαφύγει στο Ιράν, αποφεύγοντας την εκ νέου σύλληψή τους.
Μεταξύ 2018 και 2022, οι δικηγόροι τους υποστήριξαν ότι οι δικαστές οι οποίοι είχαν εκδώσει τις αρχικές καταδικαστικές αποφάσεις απομακρύνθηκαν αργότερα από το δικαστικό σώμα λόγω φερόμενων σχέσεων με το κίνημα Γκιουλέν.
Σύμφωνα με το Nordic Monitor, η κυβέρνηση Ερντογάν χρησιμοποίησε αυτό το επιχείρημα ως πρόσχημα για να αναστείλει την εκτέλεση ποινών σε βάρος πολλών στελεχών της Χεζμπολάχ, αδειάζοντας στην πράξη τις φυλακές από επιχειρησιακά μέλη της οργάνωσης.
Παρότι το ανώτατο δικαστήριο επικύρωσε το 2024 τις ποινές της ισόβιας κάθειρξης, οι τοπικοί μηχανισμοί δεν προχώρησαν στην εφαρμογή τους. Τον Απρίλιο του 2026, το 6ο Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο του Ντιγιάρμπακιρ ανακάλεσε τα εντάλματα σύλληψης των Γκιουμούς και Τουτάρ, ανοίγοντας τον δρόμο για την εσπευσμένη επανάληψη της δίκης τον Ιούλιο.
Η πολιτική πτέρυγα και η συμμαχία με τον Ερντογάν
Η αναβίωση της τουρκικής Χεζμπολάχ συνδέεται, κατά το δημοσίευμα, με την πολιτική επιβίωση του καθεστώτος Ερντογάν.
Το 2012 δημιουργήθηκε το Κόμμα του Ελεύθερου Σκοπού, γνωστό ως HÜDA-PAR, το οποίο θεωρείται η πολιτική πτέρυγα του δικτύου της Χεζμπολάχ. Από το 2014 άρχισε να αναπτύσσει στενότερες σχέσεις με το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.
Η συνεργασία πήρε επίσημη μορφή πριν από τις εκλογές του Μαΐου του 2023, όταν το HÜDA-PAR εντάχθηκε στον εκλογικό συνασπισμό που υποστήριξε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Τρία στελέχη του κόμματος εξελέγησαν στο τουρκικό Κοινοβούλιο μέσω των ψηφοδελτίων του AKP. Με αυτόν τον τρόπο, ένα πολιτικό σχήμα που συνδέεται με τη Χεζμπολάχ απέκτησε κοινοβουλευτική νομιμοποίηση και άμεση πρόσβαση στους κρατικούς μηχανισμούς.
Η χρηματοδότηση από το Ιράν
Το δημοσίευμα αναφέρεται και στις διεθνείς διασυνδέσεις της οργάνωσης.
Έκθεση της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας του Ντιγιάρμπακιρ, η οποία συντάχθηκε τον Μάιο του 2012, φέρεται να είχε καταγράψει απευθείας χρηματοδοτικό δίαυλο από το ιρανικό καθεστώς προς ιδρύματα που συνδέονταν με την τουρκική Χεζμπολάχ.
Στην έκθεση γινόταν λόγος για μηνιαίες πληρωμές ύψους 100.000 δολαρίων, καθώς και για έκτακτες μεταφορές μεγαλύτερων ποσών, προκειμένου να χρηματοδοτούνται ειδικές επιχειρήσεις σε περιφερειακό επίπεδο.
Σύμφωνα με τον Κενέζ, η έρευνα θάφτηκε από την κυβέρνηση Ερντογάν, ενώ οι εισαγγελείς που τη χειρίζονταν απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους.
Ο Εντίπ Γκιουμούς, παρότι βρισκόταν σε άγνωστη τοποθεσία στο εξωτερικό, συνέχισε να ασκεί θρησκευτική και διοικητική εξουσία πάνω σε ένα διευρυμένο δίκτυο ιδρυμάτων, μέσων ενημέρωσης και πολιτικών οργανώσεων στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Τον Οκτώβριο του 2023 εξέδωσε, μέσω προσκείμενου μέσου ενημέρωσης, θρησκευτικό διάταγμα με το οποίο καλούσε σε παγκόσμια ένοπλη εκστρατεία κατά του Ισραήλ και ζητούσε από τους υποστηρικτές του να παραβιάσουν ακόμη και διεθνή σύνορα για να ενταχθούν σε μονάδες μάχης.
Από το κήρυγμα στην επίθεση στην Ιερουσαλήμ
Οι συνέπειες αυτής της κινητοποίησης έγιναν ορατές τον Απρίλιο του 2024.
Ο Χασάν Σακλανάν, 34χρονος ιμάμης από τη Σανλιούρφα, επιτέθηκε με μαχαίρι εναντίον Ισραηλινού συνοριοφύλακα στην Παλαιά Πόλη της Ιερουσαλήμ. Σκοτώθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Τα τουρκικά διοικητικά αρχεία έδειξαν ότι είχε προσληφθεί στο δημόσιο μέσω ταχύρρυθμου προγράμματος κάλυψης θέσεων στη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων. Στο πρόγραμμα αυτό, σύμφωνα με το Nordic Monitor, εντάχθηκαν άτομα προερχόμενα από συντηρητικές θρησκευτικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και το δίκτυο της Χεζμπολάχ.
Μετά την επίθεση, στελέχη του HÜDA-PAR διοργάνωσαν συγκεντρώσεις προς τιμήν του Σακλανάν. Ο υψηλόβαθμος παράγοντας της Χεζμπολάχ, Ενβέρ Κιλιτσάρσλαν, υποστήριξε δημόσια ότι ο ιμάμης είχε εκπληρώσει το θρησκευτικό του καθήκον, όπως αυτό είχε περιγραφεί στο διάταγμα του Γκιουμούς.
Φιλοκυβερνητικές τουρκικές εφημερίδες εξήραν επίσης τον δράστη, δείχνοντας, κατά το δημοσίευμα, τον βαθμό στον οποίο η ρητορική της οργάνωσης έχει πλέον ενσωματωθεί σε τμήματα του κρατικού και μιντιακού μηχανισμού.
Η υπόθεση των Γκιουμούς και Τουτάρ δεν αποτελεί, επομένως, μόνο μια αμφιλεγόμενη δικαστική απόφαση. Αποκαλύπτει τη διαδρομή μιας αιματοβαμμένης οργάνωσης από τα υπόγεια όπου θάβονταν τα θύματά της μέχρι τα έδρανα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης.
Και στο κέντρο αυτής της διαδρομής βρίσκεται η πολιτική επιλογή του καθεστώτος Ερντογάν: η μετατροπή ενός ριζοσπαστικού ισλαμιστικού δικτύου από καταδικασμένη τρομοκρατική οργάνωση σε χρήσιμο πολιτικό σύμμαχο.