Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, Middle East Forum
Πριν από 52 χρόνια, στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Οι ισχυρισμοί διαδοχικών Τούρκων ηγετών ότι το έπραξαν για να προστατεύσουν τη μουσουλμανική μειονότητα της Κύπρου δεν υπήρξαν ποτέ αξιόπιστοι. Το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής εισβολής, της αρπαγής εδαφών και της εθνοκάθαρσης πραγματοποιήθηκε μετά την κατάπαυση του πυρός και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ειρηνευτικές συνομιλίες.
Παρότι η κατοχή της Κύπρου απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει οδηγήσει την εδραίωση του τουρκικού ιμπεριαλισμού σε ένα νέο επίπεδο. Επιτέθηκε σε ειρηνευτικές δυνάμεις στην Πύλα και παραβίασε το επί δεκαετίες καθεστώς στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία συνέχισε να μεταφέρει δεκάδες χιλιάδες εποίκους στη βόρεια Κύπρο.
Από πολιτισμική άποψη, οι φτωχοί Τούρκοι της Ανατολίας, τους οποίους χρησιμοποιεί ο Ερντογάν για να διογκώνει τους αριθμούς στην Κύπρο, διαφέρουν από τους γηγενείς Κυπρίους, οι οποίοι αποκαλούν το νησί πατρίδα τους εδώ και αιώνες. Οι μουσουλμάνοι της Κύπρου έχουν περισσότερα κοινά με τους Ελληνοκυπρίους παρά με τους Τούρκους της Ανατολίας, οι οποίοι συχνά εισάγουν στο νησί έναν ισλαμισμό ξένο προς την ίδια την Κύπρο.
Παρότι η κατοχή της Κύπρου απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει οδηγήσει την εδραίωση του τουρκικού ιμπεριαλισμού σε ένα νέο επίπεδο.
Καθώς η κατοχή συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες, πολλοί στη διεθνή κοινότητα την έχουν αποδεχθεί ως τη νέα κανονικότητα. Σχεδόν όλοι οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ που υπηρετούν κατά μήκος της γραμμής ελέγχου μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κατεχόμενης ζώνης γεννήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή. Το ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους διπλωμάτες που έχουν στον φάκελό τους το Κυπριακό.
Για άλλους διπλωμάτες, πρόκειται για ζήτημα ρεαλιστικής πολιτικής. Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των κατεχόμενων περιοχών, είναι μικρότερος από 1,5 εκατομμύριο. Ο πληθυσμός της Τουρκίας, αντίθετα, πλησιάζει πλέον τα 90 εκατομμύρια. Και ενώ η Κύπρος διαθέτει μόνο μια μικρή Εθνική Φρουρά, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ με εν ενεργεία στρατιωτική δύναμη σχεδόν μισού εκατομμυρίου ανδρών.
Με την πάροδο των γενεών, οι διπλωμάτες απομακρύνθηκαν από τα αιτήματα για άμεση αποχώρηση της Τουρκίας. Το ψήφισμα 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα το 1974, ζητούσε κατάπαυση του πυρός και άμεσο «τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης». Κατά τα επόμενα χρόνια, ωστόσο, διάφορες προτάσεις επιχείρησαν να βρουν δημιουργικές λύσεις. Κάθε πρωτοβουλία, ακόμη και όταν δεν στεφόταν από επιτυχία, διαμόρφωνε την ατζέντα των μελλοντικών συνομιλιών.
Το 1977, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ο Ραούφ Ντενκτάς, ηγέτης της κατεχόμενης ζώνης, συζήτησαν τη δημιουργία μιας δικοινοτικής ομοσπονδιακής δημοκρατίας, με την οικονομική βιωσιμότητα και τα περιουσιακά δικαιώματα να διαμορφώνουν τον αντίστοιχο έλεγχο των περιοχών. Στην ουσία, αυτό σήμαινε την ανατροπή της εθνοκάθαρσης που είχε διαπράξει ο τουρκικός στρατός.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Ντενκτάς συμφώνησε με τον διάδοχο του Μακαρίου, Σπύρο Κυπριανού, να αποκλείσουν την ένωση οποιουδήποτε τμήματος της κυπριακής επικράτειας με άλλες χώρες: Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει τις ελληνοκατοικούμενες περιοχές και η Τουρκία δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει τις ζώνες που κατείχε.
Το 1983, το κοινοβούλιο της βόρειας Κύπρου ανακήρυξε την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» ως ανεξάρτητο κράτος, το οποίο αναγνώρισε η Τουρκία, που τότε κυβερνιόταν από τον διορισμένο από τον στρατό πρωθυπουργό Μπουλέντ Ουλουσού.
Η τουρκική ενέργεια δημιούργησε το προηγούμενο γι’ αυτό που θα έκανε αργότερα η Ρωσία με τις «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, όταν οι Ρώσοι εισβολείς απέκοψαν τμήματα της ουκρανικής επικράτειας. Τέτοιου είδους μονομερείς ενέργειες διέλυσαν όποια εμπιστοσύνη είχε συσσωρευτεί στις διαπραγματεύσεις και πιθανότατα αποκάλυψαν ότι η τουρκική πλευρά εξαρχής κέρδιζε χρόνο, αντί να επιδιώκει πραγματικά μια λύση.
Τα Ηνωμένα Έθνη ανέλαβαν στη συνέχεια πρωτοβουλία, μεσολαβώντας για τη διεξαγωγή έμμεσων συνομιλιών. Το 1989, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ, απογοητευμένος από την έλλειψη προόδου, διατύπωσε τις δικές του ιδέες για μια λύση. Πρότεινε μια ομοσπονδιακή δημοκρατία, η οποία θα εξισορροπούσε την εθνική με την τοπική εξουσία.
Μπορεί οι προθέσεις του Πέρες ντε Κουέγιαρ να ήταν καλές, όμως η επιθυμία να επιβληθούν παραχωρήσεις για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο επιβράβευε την Τουρκία για την επιθετικότητά της: Η Κύπρος έχανε εξουσία, ενώ η τουρκική «ζώνη του Βισύ» στο νησί αποκτούσε νομιμοποίηση.
Στις 13 Μαΐου 1990, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα που υποστήριζε την ιδέα μιας δικοινοτικής, διζωνικής Κύπρου και εξουσιοδοτούσε επισήμως τον Γενικό Γραμματέα να καταθέσει νέες ιδέες για την άρση του αδιεξόδου.
Ο Γενικός Γραμματέας Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι πρότεινε ένα νομοθετικό σώμα δύο σωμάτων, με αναλογία 70 προς 30 μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην Κάτω Βουλή και ισότιμη εκπροσώπηση στην Άνω Βουλή. Η ομοσπονδιακή εκτελεστική εξουσία θα λειτουργούσε επίσης με αναλογία 70 προς 30 μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Ο Μπούτρος-Γκάλι εγγυόταν επίσης ότι κάθε διοίκηση θα κυβερνούσε αντίστοιχα έναν ελληνοκυπριακό και έναν τουρκοκυπριακό πληθυσμό. Αυτό μπορεί να ακουγόταν δίκαιο στα κεντρικά γραφεία του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στην πραγματικότητα όμως ο Γενικός Γραμματέας ουσιαστικά ευλογούσε την υφιστάμενη εθνοκάθαρση.
Ο Γενικός Γραμματέας Κόφι Ανάν συνέταξε ένα νέο σχέδιο, το οποίο παρουσίασε ως τη «Βάση Συμφωνίας για μια Συνολική Διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος» και έμεινε ευρέως γνωστό ως Σχέδιο Ανάν.
Το σχέδιο προέβλεπε ένα περίπλοκο σύστημα εναλλαγών και αναλογιών, βασισμένο χαλαρά στο ελβετικό ομοσπονδιακό σύστημα. Οι Ελληνοκύπριοι αντέδρασαν στη νομιμοποίηση της προηγούμενης εθνοκάθαρσης, καθώς και στην αποτυχία του σχεδίου να αντιμετωπίσει το ζήτημα των Τούρκων εποίκων, οι οποίοι πιθανότατα υπερτερούσαν αριθμητικά ήδη του νόμιμου μουσουλμανικού κυπριακού πληθυσμού.
Οι Κύπριοι απέρριψαν συντριπτικά το σχέδιο στο δημοψήφισμα, εξαιτίας αυτών των ανησυχιών και της αποτυχίας του ΟΗΕ να καθορίσει μηχανισμούς εφαρμογής του. Φοβούνταν ότι θα προχωρούσαν σε παραχωρήσεις, μόνο και μόνο για να ενισχύσει η Τουρκία τη στρατιωτική της παρουσία στο νησί. Οι ανησυχίες των Κυπρίων ήταν βάσιμες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το ιστορικό του ΟΗΕ, ο οποίος απαντούσε στην αδιαλλαξία με ακόμη μεγαλύτερους συμβιβασμούς.
Ο Ερντογάν κινείται μεταξύ της διαίρεσης της Κύπρου σε δύο ανεξάρτητα κράτη και της θρηνωδίας για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν ολοκλήρωσε το δικό της Άνσλους.
Σήμερα, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται. Ο Ερντογάν κινείται μεταξύ της διαίρεσης της Κύπρου σε δύο ανεξάρτητα κράτη και της θρηνωδίας για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν ολοκλήρωσε το δικό της Άνσλους — την πλήρη προσάρτηση του νησιού.
Τώρα τα Ηνωμένα Έθνη επανέρχονται. Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν, προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες για την Κύπρο, αναμένεται σύντομα να παρουσιάσει μια συμφωνία, η οποία, όπως υποστηρίζει, θα επιλύσει τα προβλήματα μέσω της «δημιουργικής ασάφειας».
Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι μια τέτοια ασάφεια συνιστά επαγγελματική αμέλεια. Οδηγεί ανθρώπους στον θάνατο και θα σπείρει τους σπόρους συγκρούσεων που θα διαρκέσουν για γενιές.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Γκουτέρες και η Ολγκίν έχουν επικεντρωθεί τόσο πολύ στην Κύπρο ως μεμονωμένη περίπτωση, ώστε αγνοούν το προηγούμενο που κινδυνεύουν να δημιουργήσουν.
Καθώς τα Ηνωμένα Έθνη προτείνουν ακόμη μία λύση, η οποία θα νομιμοποιεί αναδρομικά και θα επιβραβεύει την τουρκική κατοχή, ο Ερντογάν απαιτεί την αναθεώρηση των θαλάσσιων συνόρων, αν όχι και του εδαφικού ελέγχου στο Αιγαίο.
Εάν το σχέδιο του ΟΗΕ προχωρήσει, η Τουρκία θα έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει στρατιωτικά τους στόχους της στο Αιγαίο και να κερδίσει τελικά τη διεθνή αποδοχή, αρκεί απλώς να περιμένει αρκετά.
Η Άγκυρα ενδεχομένως δεν θα χρειαζόταν καν να περιμένει, διότι Τούρκοι διπλωμάτες —και ίσως ο πρέσβης των ΗΠΑ Τομ Μπάρακ— θα επικαλούνταν πρόθυμα και επανειλημμένα το κυπριακό προηγούμενο, προκειμένου να παραχωρηθεί στην Τουρκία η κατοχή ελληνικών νησιών, από τα οποία θα είχε εκδιώξει μέσω εθνοκάθαρσης τον πληθυσμό τους.
Πολύ συχνά, αξιωματούχοι του ΟΗΕ και Ευρωπαίοι διπλωμάτες ταυτίζουν τον συμβιβασμό με την πολιτική σοφία και την υψηλή διπλωματία. Αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα, όμως, συνιστά επαγγελματική αμέλεια.
Δεν πρέπει να υπάρξει καμία λύση στο Κυπριακό, η οποία να μην απαιτεί προηγουμένως την αποχώρηση και του τελευταίου Τούρκου στρατιώτη και του τελευταίου Τούρκου εποίκου από το νησί, καθώς και την αποκατάσταση της πλήρους κυπριακής κυριαρχίας στο σύνολο της επικράτειας της χώρας.