Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα σε κρίσιμα αγαθά και πρώτες ύλες, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προετοιμάζει νέο νομοθετικό πλαίσιο που θα υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναζητούν εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Σύμφωνα με το Reuters, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εργάζεται πάνω σε νέο νόμο για τις αλυσίδες εφοδιασμού, με στόχο να μειωθούν οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τη μεγάλη εξάρτηση ευρωπαϊκών εταιρειών από την Κίνα.
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία στις Βρυξέλλες εντείνεται ο προβληματισμός για το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα, το οποίο, σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, φτάνει περίπου το 1 δισ. ευρώ την ημέρα. Το μέγεθος αυτό χαρακτηρίζεται πλέον πολιτικά και οικονομικά μη βιώσιμο.
Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν στις 19 Ιουνίου, σε συνάντηση στις Βρυξέλλες, ότι η Κομισιόν πρέπει να ξεκινήσει επαφές με βασικούς εμπορικούς εταίρους του μπλοκ για τα προβλήματα που παρατηρούνται στην παγκόσμια οικονομία και στο διεθνές εμπόριο. Παράλληλα, αποφασίστηκε να εξεταστεί αν απαιτούνται νέα εμπορικά μέτρα.
Παρότι η Κίνα δεν κατονομάστηκε ευθέως στο τελικό κείμενο της συνόδου, το Πεκίνο ήταν ουσιαστικά στο επίκεντρο των συζητήσεων. Η φον ντερ Λάιεν εξήγησε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κινούνται πολύ αργά στη μείωση των κινδύνων από τις εφοδιαστικές αλυσίδες και πως η Κομισιόν ετοιμάζει μέτρα για να τις ωθήσει να διαφοροποιήσουν τις πηγές τους.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο πιεστική μετά τους περιορισμούς που επέβαλε η Κίνα στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, αξιοποιώντας την κυρίαρχη θέση της στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών. Οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα μέταλλα είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση, την αμυντική βιομηχανία, την ηλεκτροκίνηση, τις μπαταρίες και τις νέες τεχνολογίες.
Η πρόεδρος της Κομισιόν υπογράμμισε ότι το καλύτερο σενάριο θα ήταν οι ίδιες οι επιχειρήσεις να κινηθούν ταχύτερα και να μειώσουν από μόνες τους την εξάρτηση από επισφαλείς προμήθειες. Σε αυτή την περίπτωση, πρόσθετα μέτρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ίσως να μη χρειαστούν.
«Πρέπει να βελτιώσουμε την κατάσταση. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους και πρέπει να αποκαταστήσουμε την ισορροπία στις σχέσεις μας», φέρεται να τόνισε η φον ντερ Λάιεν.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ο οποίος χαρακτήρισε ζωτικής σημασίας την αλληλεπίδραση με την Κίνα, αλλά ταυτόχρονα χαρακτήρισε «απλώς απαράδεκτο» το εμπορικό έλλειμμα του 1 δισ. ευρώ ημερησίως. Όπως είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επιστρέφει συνεχώς στο ίδιο πρόβλημα χωρίς να υπάρχει αποτέλεσμα.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι χώρες της G7 ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να ενισχύσουν τη συνεργασία τους για τη μείωση της εξάρτησης από κρίσιμα ορυκτά. Η Κίνα απάντησε καλώντας τις χώρες της G7 να σεβαστούν τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς και του διεθνούς εμπορίου, κατηγορώντας τες εμμέσως ότι λειτουργούν ως «μικρή ομάδα» απέναντι στο Πεκίνο.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το θέμα δεν είναι μόνο εμπορικό. Είναι ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας. Η εξάρτηση από την Κίνα σε κρίσιμα αγαθά θεωρείται πλέον ευάλωτο σημείο, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι περιορισμοί στις εξαγωγές μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω των διατλαντικών δασμών, οι οποίοι έχουν περιορίσει την πρόσβαση ευρωπαϊκών προϊόντων στην αμερικανική αγορά. Έτσι, η ΕΕ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πιέσεις: από τη μία την αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα και από την άλλη τις εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία, εφόσον προχωρήσει, θα αποτελέσει ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια των Βρυξελλών να περάσουν από τη λογική της φθηνής παγκοσμιοποίησης στη λογική της ασφαλούς προμήθειας. Με άλλα λόγια, η ΕΕ αναγνωρίζει ότι η οικονομική αποδοτικότητα δεν αρκεί πλέον, όταν η παραγωγή, η άμυνα και η τεχνολογία εξαρτώνται από έναν ανταγωνιστή με τόσο μεγάλη γεωπολιτική βαρύτητα.
Το μήνυμα των Βρυξελλών είναι σαφές: η συνεργασία με την Κίνα παραμένει αναγκαία, αλλά η μονομερής εξάρτηση δεν είναι πλέον αποδεκτή.