Ως συνήγορος της Άγκυρας και όχι ως διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δύο συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίστηκε για μία ακόμη φορά ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ.
Στη συνέντευξή του στον Μάριο Νάουφαλ, ο Μπάρακ υποστήριξε ότι το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ παραλίγο να οδηγήσει σε ισραηλινοτουρκική αερομαχία. Δεν περιορίστηκε, όμως, στην περιγραφή του κινδύνου.
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ισραήλ να επιχείρησε συνειδητά να προκαλέσει την Τουρκία, χρησιμοποιώντας τη φράση «baiting the Turks».
Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρή κατηγορία εναντίον του στενότερου συμμάχου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, η οποία διατυπώθηκε χωρίς ο Μπάρακ να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος προσέφερε έτσι στην Άγκυρα ένα έτοιμο αφήγημα: το Ισραήλ εμφανίζεται ως η δύναμη που προκαλεί, η Τουρκία ως το ανυποψίαστο θύμα και η νέα συριακή κυβέρνηση ως ένας φιλειρηνικός παράγοντας που προσπαθεί να σταθεροποιήσει τη χώρα.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.
ISRAEL ALMOST STARTED A WAR WITH TURKEY, AND NO ONE, NOT EVEN TRUMP, SAW IT COMING…
Israel’s strike in Syria almost started a war with Turkey, and Trump’s Special Envoy just gave me an extraordinary account of how it happened
According to Ambassador Tom Barrack, Israel… pic.twitter.com/2rwudobQIL
— Mario Nawfal (@MarioNawfal) August 21, 2026
Η αντίφαση που αποφεύγει ο Μπάρακ
Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέτασαν τις πληροφορίες περί μεταφοράς τουρκικών στρατιωτικών μέσων στην Αμπού αλ-Ντουχούρ και κατέληξαν ότι δεν υπήρχε τέτοια κίνηση.
Την ίδια στιγμή, όμως, συριακές πηγές επιβεβαίωσαν ότι τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία είχε επισκεφθεί τη βάση πριν από την ισραηλινή επίθεση. Η Δαμασκός ισχυρίστηκε ότι η επίσκεψη αφορούσε εκπαίδευση και ανταλλαγή τεχνογνωσίας και όχι τη δημιουργία μόνιμης τουρκικής βάσης. Το σχετικό ρεπορτάζ του Associated Press
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, ανακοίνωσε επισήμως ότι η Τουρκία επιχειρούσε να επεκτείνει τη στρατιωτική παρουσία της στη Συρία προς την κατεύθυνση των ισραηλινών συνόρων.
«Το Ισραήλ εντόπισε την απειλή και ενήργησε πριν αυτή κλιμακωθεί», ανέφερε το γραφείο του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, συνοδεύοντας την ανακοίνωση με χάρτη. Η επίσημη ισραηλινή θέση
Ο Μπάρακ δεν εξηγεί γιατί η αμερικανική αξιολόγηση πρέπει να θεωρηθεί αυτομάτως ορθή και η ισραηλινή πληροφόρηση λανθασμένη ή προσχηματική.
Κυρίως, αποφεύγει να απαντήσει σε μια προφανή αντίφαση: εάν δεν υπήρχαν Τούρκοι στρατιωτικοί ή τουρκικά μέσα στη βάση, γιατί η Άγκυρα έπρεπε να ενημερωθεί για ένα ισραηλινό πλήγμα εναντίον συριακής στρατιωτικής εγκατάστασης;
Η απαίτηση προηγούμενης ενημέρωσης αναγνωρίζει, στην πράξη, ότι η Τουρκία έχει αποκτήσει ειδικό στρατιωτικό καθεστώς και δικαίωμα λόγου στον συριακό εναέριο χώρο. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Άγκυρα.
Μετέτρεψε μια εικασία σε δημόσια κατηγορία
Ο Αμερικανός πρεσβευτής παρουσίασε δύο εκδοχές για την ισραηλινή επιχείρηση.
Η πρώτη ήταν ότι υπήρξε κατάρρευση της επικοινωνίας ανάμεσα στη Μοσάντ, τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και το γραφείο του Νετανιάχου. Η δεύτερη ότι το Ισραήλ επιχείρησε σκόπιμα να παρασύρει την Τουρκία σε αντίδραση.
Και οι δύο εκδοχές αποτελούν εικασίες.
Ο Μπάρακ δεν παρουσίασε στοιχεία για εσωτερική ασυνεννοησία στο Ισραήλ. Δεν απέδειξε επίσης ότι η επιχείρηση σχεδιάστηκε ως «δόλωμα» προς την Τουρκία.
Ένας Αμερικανός αξιωματούχος με αρμοδιότητα την αποκλιμάκωση θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός πριν αποδώσει σε έναν σύμμαχο των ΗΠΑ πρόθεση πρόκλησης πολέμου με χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ.
Αντί για αυτοσυγκράτηση, επέλεξε να διατυπώσει δημόσια τη βαρύτερη δυνατή υποψία. Και η Άγκυρα απέκτησε έναν ισχυρό προπαγανδιστικό ισχυρισμό με τη σφραγίδα Αμερικανού πρεσβευτή.
Θεωρεί φυσιολογική την τουρκική αντίδραση – Όχι την ισραηλινή αυτοάμυνα
Ο Μπάρακ παρουσίασε ως εύλογη την πιθανότητα απογείωσης τουρκικών μαχητικών, επειδή η Άγκυρα δεν είχε ενημερωθεί για την ισραηλινή επιχείρηση.
Δεν αντιμετώπισε με την ίδια κατανόηση την ισραηλινή ανησυχία για την εγκατάσταση τουρκικών δυνάμεων και στρατιωτικών συστημάτων στη Συρία.
Η ασυμμετρία είναι εμφανής.
Η Τουρκία, κατά τον Μπάρακ, δικαιούται να εξετάζει στρατιωτική αντίδραση όταν ισραηλινά αεροσκάφη κινούνται κοντά στα σύνορά της. Το Ισραήλ, όμως, επικρίνεται ως παράγοντας «αχρείαστης κλιμάκωσης» όταν πλήττει μια βάση που, σύμφωνα με τις πληροφορίες του, επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την επέκταση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας.
Ο ίδιος ο Μπάρακ παραδέχεται ότι ο συριακός εναέριος χώρος αποτελεί για το Ισραήλ μια «καθαρή γραμμή θέασης προς το Ιράν».
Γνωρίζει, επομένως, ότι η ανάπτυξη τουρκικών αντιαεροπορικών, ηλεκτρονικών ή άλλων στρατιωτικών συστημάτων στη Συρία θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ και να επηρεάσει άμεσα την ικανότητά του να αντιμετωπίσει την ιρανική απειλή.
Παρά ταύτα, επέλεξε να παρουσιάσει ως κύριο πρόβλημα το ισραηλινό πλήγμα και όχι τη στρατιωτική διείσδυση της Τουρκίας στη μετα-Άσαντ Συρία.
Οι συνομιλίες της Μοσάντ δεν δέσμευαν το Ισραήλ
Ο Μπάρακ έδωσε επίσης ιδιαίτερη έμφαση στη δίωρη παρασκηνιακή επικοινωνία ανάμεσα στον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Ασάαντ αλ-Σαϊμπάνι και τον επικεφαλής της Μοσάντ, Ρόμαν Γκόφμαν.
Η επικοινωνία πράγματι πραγματοποιήθηκε και αφορούσε την τουρκική στρατιωτική παρουσία, τις πωλήσεις όπλων και την παροχή drones στις συριακές δυνάμεις. Η επικοινωνία Μοσάντ–Δαμασκού
Το γεγονός, όμως, ότι υπήρχε ένας δίαυλος επικοινωνίας δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ ήταν υποχρεωμένο να αποδεχθεί τις συριακές διαβεβαιώσεις.
Η Δαμασκός μπορούσε να ισχυρίζεται ότι δεν επρόκειτο να δημιουργηθεί «μόνιμη τουρκική βάση». Αυτό δεν απέκλειε την προσωρινή ανάπτυξη προσωπικού, drones, συστημάτων επιτήρησης ή άλλων στρατιωτικών μέσων.
Για το Ισραήλ, το ζήτημα δεν ήταν η πινακίδα που θα τοποθετούνταν στην είσοδο της βάσης. Ήταν οι πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να εγκατασταθούν εκεί.
Ο Μπάρακ παρουσιάζει τη συριακή διαβεβαίωση ως επαρκή και την ισραηλινή δυσπιστία ως παράλογη. Πρόκειται για πολιτική επιλογή και όχι για ουδέτερη διαμεσολάβηση.
Αποσιωπά τη μεγάλη τουρκική στρατηγική
Η Τουρκία δεν δρα στη Συρία ως ένας εξωτερικός παρατηρητής.
Εκπαιδεύει τις νέες συριακές δυνάμεις, παρέχει στρατιωτικό εξοπλισμό, συμμετέχει στην αναδιοργάνωση κρατικών δομών και επιδιώκει να μετατρέψει τη χώρα σε στρατηγικό της βάθος.
Το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει, συνεπώς, ένα μεμονωμένο περιστατικό στην Αμπού αλ-Ντουχούρ. Βλέπει μια σταδιακή μεταφορά τουρκικής στρατιωτικής ισχύος προς τη Συρία και, μακροπρόθεσμα, προς τη Λεβαντίνη.
Ο Μπάρακ υποβαθμίζει αυτή τη στρατηγική και εμφανίζει τη νέα συριακή κυβέρνηση ως δύναμη που δεν έχει «επιθετική στάση» και δεν χρησιμοποιεί ένοπλες οργανώσεις ως πληρεξουσίους.
Η αισιόδοξη αυτή περιγραφή δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: ποιος θα ελέγχει τις συριακές βάσεις, τα ραντάρ, τα drones και τα συστήματα αεράμυνας όταν η αναδιοργάνωση ολοκληρωθεί;
Η απάντηση που φοβάται το Ισραήλ είναι σαφής: η Τουρκία.
Ο μηχανισμός αποκλιμάκωσης δεν μπορεί να γίνει τουρκικό βέτο
Ο Μπάρακ προωθεί τη δημιουργία μηχανισμού deconfliction ανάμεσα σε Ισραήλ, Συρία και Τουρκία, ώστε να αποτρέπονται λανθασμένοι υπολογισμοί.
Ένας δίαυλος στρατιωτικής επικοινωνίας είναι χρήσιμος. Δεν μπορεί, όμως, να μετατραπεί σε μηχανισμό μέσω του οποίου η Άγκυρα θα αποκτήσει δικαίωμα προηγούμενης ενημέρωσης ή έμμεσου βέτο στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία.
Εάν το Ισραήλ υποχρεώνεται να ενημερώνει την Τουρκία πριν πλήξει στρατιωτικές εγκαταστάσεις που θεωρεί απειλή, τότε η Τουρκία θα έχει επιτύχει αυτό ακριβώς που επιδιώκει: την αναγνώρισή της ως κυρίαρχου στρατιωτικού παράγοντα στον συριακό χώρο.
Η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει αποδοχή των τουρκικών τετελεσμένων.
«Ο άνθρωπος του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον»
Η στάση του Μπάρακ έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η συντηρητική και φιλοϊσραηλινή New York Sun έθεσε ευθέως το ερώτημα εάν ο Αμερικανός πρεσβευτής βρίσκεται υπερβολικά κοντά στην Τουρκία. Η εφημερίδα υποστήριξε ότι η ατζέντα του ακολουθεί στενά τις επιδιώξεις της Άγκυρας και κατέληξε ότι μοιάζει περισσότερο με «άνθρωπο του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον» παρά με εκπρόσωπο της Αμερικής στην Τουρκία.
Η κριτική δεν είναι αβάσιμη.
Ο Μπάρακ είναι ταυτόχρονα πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία. Καλείται, δηλαδή, να διαμορφώσει την αμερικανική πολιτική για μια χώρα στην οποία η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο.
Η διπλή αυτή ιδιότητα δημιουργεί τουλάχιστον την εντύπωση ότι η αμερικανική πολιτική για τη Συρία περνά μέσα από το τουρκικό φίλτρο.
«Ο άνθρωπος του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον;» – Η New York Sun βάζει στο στόχαστρο τον Τόμας Μπάρακ
Το πραγματικό μήνυμα της Αμπού αλ-Ντουχούρ
Το περιστατικό πράγματι έφερε Ισραήλ και Τουρκία κοντά σε στρατιωτική σύγκρουση. Αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί τη μονομερή ενοχοποίηση του Ισραήλ.
Το ισραηλινό πλήγμα ήταν μια σαφής προειδοποίηση: η Ιερουσαλήμ δεν θα αποδεχθεί τη μετατροπή της Συρίας σε προκεχωρημένη βάση της Τουρκίας.
Ο Μπάρακ επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή την κόκκινη γραμμή ως πρόκληση και την τουρκική επέκταση ως μια φυσιολογική διαδικασία «σταθεροποίησης» της Συρίας.
Αυτή δεν είναι ουδέτερη διπλωματία. Είναι πολιτική τοποθέτηση υπέρ της Άγκυρας.
Και όσο ο Αμερικανός πρεσβευτής υιοθετεί την τουρκική εκδοχή, υποβαθμίζει τις ισραηλινές πληροφορίες και διατυπώνει αναπόδεικτες θεωρίες περί ισραηλινής προβοκάτσιας, τόσο θα ενισχύεται το ερώτημα που έθεσε η New York Sun:
Εκπροσωπεί ο Τομ Μπάρακ την αμερικανική πολιτική στην Τουρκία ή μεταφέρει την τουρκική πολιτική στην Ουάσιγκτον;
Eπίσημη παρουσίαστη γεγονότων από Ισραήλ
Το γραφείο του Ισραηλινού Πρωθυπουργού έκανε χθες εκτενή ανάλυση με χάρτη του πιο πάνω περιστατικού, ομομάζοντας την Τουρκία εχθρικό κράτος και προειδοποίησε ότι δεν θα ανεχθούν παρόμοιες κινήσεις.
Turkey moved to expand its military presence in Syria toward Israel’s border. Israel detected the threat and acted before it escalated.
See the map. See what happened. pic.twitter.com/Bm465pwwMH
— Prime Minister of Israel (@IsraeliPM) August 21, 2026