Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης
Στην πολιτική κρινόμαστε για την διορατικότητα μας και καθώς τα χρόνια γίνονται δεκαετίες, ένα καθοριστικό ερώτημα παραμένει. Πώς πιέζεται η Τουρκία για να συμβιβαστεί και γενικότερα, πώς αντιμετωπίζουμε ως Ελληνισμός τον τουρκικό επεκτατισμό;
Περιοριζόμαστε στις τελευταίες δεκαετίες, με μια οδυνηρή διαπίστωση ως αφετηρία. Μετά την προδοσία της Χούντας η οποία συμφώνησε με τους Τούρκους το 1974, να ανατραπεί ο Πρόεδρος Μακάριος για να ακολουθήσει η τουρκική εισβολή και να επιτύχει η αποβίβαση του Αττίλα στην Κερύνεια, ξεκίνησε κι η αναβάθμιση των τουρκικών παράνομων διεκδικήσεων στο Αιγαίο. Κι όσοι στην Αθήνα νόμιζαν ότι εγκαταλείποντας την Κύπρο θα χορτάσει το τουρκικό θηρίο, έπεσαν έξω. Η Τουρκία ακολούθησε έκτοτε μια πολιτική σταδιακής αναβάθμισης παράνομων διεκδικήσεων εις βάρος του Ελληνισμού, προβάλλοντας συνεχώς την απειλή πολέμου.
Στην Αθήνα, παρά τις εξαιρέσεις, επικράτησε τελικά η πολιτική κατευνασμού που εξελίχτηκε σε εμμονή. Κι οι αρχικές σποραδικές δηλώσεις των Τούρκων, έγιναν σταδιακά παραβιάσεις σε αέρα, θάλασσα και στεριά, με πάγιο λεκτικό για «γκρίζες ζώνες». Άλλωστε, ο τουρκικός επεκτατισμός επιλέγει έντεχνα λέξεις που η τουρκική προπαγάνδα προβάλλει οργανωμένα, όπως πρόσφατα με το νεο-οθωμανικό επεκτατικό σχέδιο της λεγόμενης «Γαλάζια Πατρίδας», που χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό, χρησιμοποιείται από εγχώρια ΜΜΕ, πολιτικούς, δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς στην Ελλάδα και Κύπρο. Παραμένουμε οι μόνοι που αναφερόμαστε στο νέο οθωμανικό σχέδιο ως «Γαλάζια Φαντασίωση», γιατί η γαλάζια πατρίδα είναι η δική μας πατρίδα για χιλιάδες χρόνια.
Σήμερα που η Τουρκία προτάσσει την «Γαλάζια Φαντασίωση» για το μισό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, στην Αθήνα επικρατεί ο ίδιος κατευνασμός. Κι όταν η Τουρκία σπαρασσόταν από τον κουρδικό αγώνα, όταν βρισκόταν σε γεωπολιτική απομόνωση, οι «δικοί» μας εγχώριοι φωστήρες, είχαν πάντα ένα μόνιμο επιχείρημα: «Αποφεύγουμε τον πόλεμο, με τις διαπραγματεύσεις». Έναν πόλεμο όμως που έφτιαξαν περισσότερο στα μυαλά τους, αφού η Τουρκία δεν θα δίσταζε ούτε ένα λεπτό να επιτεθεί αν έκρινε ότι είχε συντριπτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα.
Συνεπώς, δεν είναι οι διπλωματικές μανούβρες κι οι διαπραγματεύσεις του κ. Γεραπετρίτη, αλλά η αποφασιστικότητα κι η ετοιμότητα των εθνικών ενόπλων δυνάμεων και της ελληνικής κοινωνίας, που αποτρέπουν την τουρκική επέλαση. Κι οι εγχώριοι φωστήρες βαφτίζουν τα αποτελέσματα των υποχωρήσεων με την Τουρκία που μας έφεραν την τουρκική απαίτηση για «δύο κράτη» στην Κύπρο, για το μισό Αιγαίο και άλλα, ως επίτευγμα αφού έχουμε … «ήρεμα νερά». Άλλωστε, με πρωτοβουλία της Αθήνας μετά το 2019-20, καθώς η Τουρκία βρισκόταν ενώπιον μιας πρωτοφανούς καταδίκης της από την διεθνή κοινότητα και από την ΕΕ, με ορατό πλέον την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, άρχισε η πολιτική της κωλοτούμπας με κυρώσεις στην Ρωσία αλλά με θετική ατζέντα και δώρα στην Τουρκία!.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Ελληνισμού είναι η διεθνής νομιμότητα απέναντι στην τουρκική παρανομία κι η ενδυνάμωση της ισχύος μας. Αυτή η διεθνής νομιμότητα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο επιτρέπουν πολλές ενέργειες νομιμότητας απέναντι στις τουρκικές παρανομίες π.χ. μονομερής ανακήρυξη ΑΟΖ. Μονομερής ανακήρυξη ΑΟΖ από την Ελλάδα, είτε οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου, θα δημιουργούσε μια νέα διεθνή έννομη τάξη στην οποία Ανατ. Μεσόγειο που η ΕΕ θα σεβόταν και η Τουρκία θα ήταν ο παράνομος.