breaking newsΕλλάδα

Κινεζικός κλοιός στην Τουρκία! Το Πεκίνο φιμώνει τους Ουιγούρους με τη συνδρομή της Άγκυρας

Η Κίνα δεν περιορίζεται πλέον στην καταστολή των Ουιγούρων εντός των συνόρων της. Εξάγει τη λογοκρισία, την προπαγάνδα και τον φόβο σε χώρες όπου έχουν καταφύγει μέλη της ουιγουρικής διασποράς — και η Τουρκία εμφανίζεται πρόθυμη να της ανοίξει την πόρτα.

Νέα έκθεση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα καταγράφει τη συστηματική διείσδυση του Πεκίνου στο τουρκικό μιντιακό περιβάλλον. Κινεζικά κρατικά μέσα, συνεργασίες με μεγάλους δημοσιογραφικούς οργανισμούς, πληρωμένο περιεχόμενο και τουρκόφωνοι λογαριασμοί στα κοινωνικά δίκτυα συγκροτούν έναν επικοινωνιακό μηχανισμό που επιχειρεί να εξαφανίσει τις καταγγελίες για τη Σιντζιάνγκ πίσω από εικόνες «ανάπτυξης», «σταθερότητας» και «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Δεν πρόκειται απλώς για κινεζική «ήπια ισχύ». Πρόκειται για εξαγωγή αυταρχικού ελέγχου της πληροφορίας — με τη συνεργασία ή τουλάχιστον την ανοχή της κυβέρνησης Ερντογάν.

Η κινεζική προπαγάνδα απέκτησε τουρκική φωνή

Το Πεκίνο έχει κατανοήσει ότι για να επηρεάσει την τουρκική κοινή γνώμη δεν αρκεί να μεταδίδει τις θέσεις του από την Κίνα. Χρειάζεται να τις ενσωματώσει στο ίδιο το τουρκικό σύστημα ενημέρωσης και να τις παρουσιάσει ως κανονικό δημοσιογραφικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με την RSF, ο φιλοκυβερνητικός όμιλος Turkuvaz Media Group εκδίδει την τουρκική έκδοση του China Today σε συνεργασία με κινεζικούς φορείς. Το κρατικό πρακτορείο Anadolu έχει υπογράψει συμφωνία συνεργασίας με το Xinhua, ενώ το κρατικό TRT συνεργάζεται με το China Central Television, το China Media Group και το CGTN.

Παράλληλα, δίκτυα όπως τα CGTN Türk και Xinhua Türkiye μεταφέρουν απευθείας στα τουρκικά την επίσημη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Οι μαζικές κρατήσεις, η καταναγκαστική εργασία και η καταστολή της θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας των Ουιγούρων υποβαθμίζονται ή αμφισβητούνται. Στη θέση τους προβάλλονται οι κινεζικοί ισχυρισμοί περί οικονομικής προόδου και αντιμετώπισης του εξτρεμισμού.

Με αυτόν τον τρόπο, η προπαγάνδα δεν εμφανίζεται πάντοτε με κινεζική σφραγίδα. «Ξεπλένεται» μέσα από τουρκικούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς και αποκτά μεγαλύτερη πρόσβαση και αξιοπιστία στο εγχώριο ακροατήριο.

Μία άνιση μάχη απέναντι σε έναν κρατικό μηχανισμό

Απέναντι σε αυτό το δίκτυο βρίσκονται Ουιγούροι δημοσιογράφοι και ακτιβιστές με ελάχιστους οικονομικούς και θεσμικούς πόρους. Δεν καλούνται απλώς να αντικρούσουν μία διαφορετική άποψη, αλλά να αντιμετωπίσουν έναν ολόκληρο κρατικό μηχανισμό με διεθνή χρηματοδότηση, τεχνολογικές δυνατότητες και πρόσβαση στα μεγαλύτερα τουρκικά μέσα.

Ο Ουιγούρος δημοσιογράφος Muhammed Ali Atayurt, αντιπρόεδρος του Istiklal Media Group, περιέγραψε στην RSF ένα περιβάλλον παρακολούθησης, διαδικτυακής παρενόχλησης, ψηφιακών απειλών και προσπαθειών συλλογής προσωπικών δεδομένων.

Το Πεκίνο, σύμφωνα με τις καταγγελίες, χρησιμοποιεί ακόμη και τις οικογένειες δημοσιογράφων που παραμένουν στην Κίνα ως μέσο πίεσης. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος μιλά στο εξωτερικό, μπορεί να προκαλέσει αντίποινα εναντίον των συγγενών του.

Πρόκειται για μορφή διακρατικής καταστολής. Η Κίνα επιχειρεί να επιβάλει τη σιωπή της Σιντζιάνγκ ακόμη και σε ανθρώπους που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Η μεγάλη υποκρισία της κυβέρνησης Ερντογάν

Η στάση της Άγκυρας εκθέτει τη βαθιά αντίφαση της εξωτερικής πολιτικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται διεθνώς ως προστάτης των μουσουλμανικών πληθυσμών και χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη ένταση τη θρησκευτική αλληλεγγύη όταν αυτή εξυπηρετεί τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του.

Όταν, όμως, απέναντί του βρίσκεται η οικονομικά και πολιτικά ισχυρή Κίνα, η ευαισθησία αυτή εξαφανίζεται.

Οι περίπου 50.000 Ουιγούροι που ζουν στην Τουρκία δεν αποτελούν μία μακρινή κοινότητα. Συνδέονται γλωσσικά, πολιτισμικά και θρησκευτικά με τον τουρκικό κόσμο. Για χρόνια θεωρούσαν την Τουρκία ασφαλές καταφύγιο. Σήμερα βλέπουν το κράτος που παρουσιαζόταν ως προστάτης τους να μετατρέπει τα μέσα ενημέρωσής του σε δίαυλο της κινεζικής κρατικής αφήγησης.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη από τη δήλωση του τότε υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου στο Πεκίνο το 2017, ότι η Τουρκία θα λάμβανε μέτρα απέναντι σε δημοσιεύματα που στρέφονταν κατά της Κίνας και δεν θα επέτρεπε «αντικινεζικές δραστηριότητες».

Η δήλωση αυτή δεν παραπέμπει σε ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Παραπέμπει σε αποδοχή των όρων που θέτει το Πεκίνο για τη δημόσια συζήτηση ακόμη και μέσα στην Τουρκία.

Από ασφαλές καταφύγιο σε ζώνη φόβου

Το Human Rights Watch είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Νοέμβριο του 2025 ότι η Τουρκία γίνεται ολοένα και λιγότερο ασφαλής για τους Ουιγούρους που δεν διαθέτουν τουρκική υπηκοότητα. Ακυρώσεις αδειών παραμονής, κρατήσεις και φόβοι απέλασης δημιουργούν ένα κλίμα μόνιμης ανασφάλειας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συμφωνία έκδοσης που υπέγραψαν Κίνα και Τουρκία το 2017. Παρότι δεν έχει επικυρωθεί από την τουρκική Εθνοσυνέλευση, η ύπαρξή της και μόνο ενισχύει τον φόβο ότι μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο δίωξης της ουιγουρικής κοινότητας.

Η Άγκυρα οφείλει να απαντήσει εάν θεωρεί τους Ουιγούρους πολιτικούς πρόσφυγες που χρειάζονται προστασία ή διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις της με το Πεκίνο.

Δύο αυταρχικά συστήματα συναντώνται στον έλεγχο της ενημέρωσης

Η συνεργασία Κίνας και Τουρκίας δεν είναι τυχαία. Τα δύο κράτη συναντώνται σε μια κοινή αντίληψη: η ενημέρωση δεν αντιμετωπίζεται ως πεδίο ελεύθερης έρευνας, αλλά ως εργαλείο κρατικής πολιτικής.

Η RSF κατατάσσει την Τουρκία στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026 και την Κίνα στην 178η. Παράλληλα, χαρακτηρίζει την Κίνα ως τη μεγαλύτερη φυλακή δημοσιογράφων στον κόσμο, με 121 κρατούμενους εργαζομένους στα μέσα ενημέρωσης.

Οι δύο κυβερνήσεις μπορεί να διαθέτουν διαφορετικά πολιτικά συστήματα, όμως μοιράζονται την ίδια εχθρότητα απέναντι στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία όταν αυτή αμφισβητεί την επίσημη κρατική αφήγηση.

Η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν γνωρίζει

Οι καταγγελίες για τη Σιντζιάνγκ δεν αποτελούν προϊόν «δυτικής προπαγάνδας», όπως ισχυρίζεται το Πεκίνο. Το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει διαπιστώσει ότι οι αυθαίρετες και διακριτικές κρατήσεις Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων ενδέχεται να συνιστούν διεθνή εγκλήματα και, ειδικότερα, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια. Γνωρίζει τις καταγγελίες, φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες ουιγουρικές κοινότητες εκτός Κίνας και παρ’ όλα αυτά επιτρέπει στο Πεκίνο να επεκτείνει την επιρροή του στο εσωτερικό της.

Η έκθεση της RSF αποκαλύπτει τελικά κάτι ευρύτερο από μια σειρά μιντιακών συνεργασιών: μία πολιτική συναλλαγή, στην οποία η Κίνα εξασφαλίζει πρόσβαση, σιωπή και νομιμοποίηση, ενώ η Άγκυρα προστατεύει τις σχέσεις της με το Πεκίνο εγκαταλείποντας εκείνους που κάποτε παρουσίαζε ως αδελφούς της.

Για τους Ουιγούρους, το αποτέλεσμα είναι ασφυκτικό. Δεν βρίσκονται πλέον μόνο απέναντι στην κινεζική καταστολή. Βρίσκονται και απέναντι σε μια Τουρκία που, αντί να τους προστατεύσει, επιτρέπει στη φωνή του διώκτη τους να κυριαρχεί μέσα στην ίδια τη χώρα όπου αναζήτησαν καταφύγιο.

Back to top button