breaking newsΕλλάδα

«Η φωτιά είχε μετατραπεί σε τσουνάμι, υπήρχε περιθώριο αντίδρασης των υπευθύνων»-Συγκλονίζουν επιζώντες της τραγωδίας στο Μάτι

Για το ανεπούλωτο τραύμα που έχει αφήσει η τραγωδία στο Μάτι και τα όσα βίωσε την ημέρα της φονικής φωτιάς μίλησε η Κάλλι Αναγνώστου.

Η εγκαυματίας και πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 βρισκόταν στην περιοχή για διακοπές μαζί με το παιδί της προκειμένου να επισκεφθούν την οικογένειά της.

«Για μας δεν έχει περάσει ούτε καν μια μέρα. Είναι σαν να είναι οχτώ λεπτά μετά ή οχτώ λεπτά πριν ξεσπάσει. Κοιμόμουν μαζί με το παιδάκι μου αγκαλιά. Φιλοξενούμουν βασικά τότε στο Μάτι. Εμείς ζούσαμε στο εξωτερικό και είχαμε έρθει εδώ για διακοπές, για να δούμε τη γιαγιά και τον παππού. Οπότε για να απαντήσω σε αυτό που λέτε για το τι θυμόμαστε από τη στιγμή είναι μια ζωή κανονική» λέει αρχικά, μιλώντας στο Orange Press με αφορμή την συμπλήρωση οκτώ χρόνων.

Αναφερόμενη στην πρώτη επαφή με τις φλόγες η Κάλλι Αναγνώστου εξηγεί: «Μπήκε μέσα στο σπίτι (η φωτιά) και δυστυχώς το καταλάβαμε όταν ήταν μέσα στο σπίτι. Να πρέπει εκείνη την ώρα να πάρουμε μια ακραία απόφαση για το αν μένουμε μέσα ή φεύγουμε, όπου εννοείται ότι αν πλέον βλέπεις τις φλόγες και μέσα στο σπίτι σου δεν θα κάτσεις. Αναγκαστικά θα βγεις. Και βγήκαμε και καήκαμε εκεί. Στο δρόμο. Γιατί η φωτιά πλέον όταν έφτασε κάτω σε εμάς εκεί είχε μετατραπεί σε τσουνάμι. Όχι νωρίτερα όμως, γιατί νωρίτερα υπήρχε αρκετό περιθώριο για την αντίδραση των υπευθύνων και το να σταματήσουν την εξέλιξή της, να την περιορίσουν και να τη σβήσουν».

«Πλέον δεν ορίζω εγώ το σώμα μου»

Οι εγκαυματίες συνεχίζουν να ακολουθούν τον μακρύ και επώδυνο δρόμο της αποκατάστασης, καθώς οι επιπτώσεις τους συνοδεύουν σε κάθε βήμα.

«Δυστυχώς, ζω ακόμα μέσα σε εκείνη την ημέρα. Έχουν περάσει οχτώ χρόνια. Είναι σαν να είναι οχτώ λεπτά όπως είπα πριν ή μετά και ταυτόχρονα είναι σαν να έχει περάσει και μια αιωνιότητα. Γιατί έχεις όλο αυτό που κουβαλάς, που δεν ιαίνεται. Και ήταν άλλη μια πληγή αυτό. Η αναγνώριση ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί όλο αυτό. Πέρα από την νοσηλεία στο νοσοκομείο έκανα νοσηλεία κατ οίκον για πάνω από έναν χρόνο. Σε αποστειρωμένο περιβάλλον, αρκετούς περιορισμούς γιατί ήταν έντονα και εκτενή τα εγκαύματά μου, το οποίο σήμαινε ότι έπρεπε να είμαι εδώ για να λαμβάνω τυπικά φροντίδα και θεραπείες, τα οποία βέβαια δεν μπορώ να πω ότι γινόντουσαν πιο πολύ προσωπικά οτιδήποτε γινόταν, αλλά ήταν αδύνατο να φύγουμε. Το οποίο σήμαινε λοιπόν ότι έπρεπε να επιστρέψουμε στη ζωή μας εδώ»

Η κυρία Αναγνώστου τονίζει ότι «πλέον δεν ορίζω εγώ το σώμα μου. Το σώμα μου ορίζει εμένα. Δεν μπορώ να είμαι λειτουργική όπως θέλω. Δεν ελέγχω ποιες μέρες του χρόνου θα είμαι ικανή ακόμη και για να περπατήσω. Δεν αποκαθίσταται. Φροντίζεις απλά αυτό που έχεις και που κουβαλάς, το οποίο επηρεάζει όχι μόνο δερματικά αλλά και κινητικά, νευρολογικά, παθολογικά και αφήνει πάρα πολλά θέματα και προβλήματα».

«Η φωτιά αφάνισε κάθε πρότερη μνήμη του, είναι ο μικρότερος εγκαυματίας»

Σε εκείνο το σημείο, ο Κάλλι Αναγνώστου μιλά για τον γιο της, ο οποίος ήταν μόλις πεντέμισι ετών όταν η φωτιά τύλιξε το σπίτι:

«Είναι ο μικρότερος εγκαυματίας θύμα. Θα σας το πω πολύ απλά: Αυτή η φωτιά αφάνισε όποια μνήμη είχε από την πρότερη ζωή του και αναγκάστηκε να δημιουργήσει νέες συνθήκες στηριγμένες πάνω σε… σε μια αποδοχή ότι θα ζει έτσι. Δεν είναι καθόλου εύκολο να το διαχειριστείς αυτό».

«Η φύση αναγεννάται, για εμάς τους ανθρώπους δεν είναι εύκολο»

Κάθε χρόνο, την ημέρα της «μαύρης» επετείου, κάτοικοι από τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και τις γύρω περιοχές, μεταβαίνουν στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στον Νέο Βουτζά, όπου έχει στηθεί το Μνημείο των Θυμάτων.

«Το συγκεκριμένο μνημείο απεικονίζει την αλήθεια όπως είναι, ωμή, χωρίς τερτίπια, χωρίς περιττά φτιασίδια, ας το πούμε έτσι. Κάθε ένας από εμάς είναι εκεί μέσα» σχολιάζει η κ. Αναγνώστου.

Η φύση, ωστόσο, δείχνει να επουλώνει τις πληγές της ταχύτερα, καθώς αρκετές εκτάσεις από τα σημεία που κατέκαψε η φωτιά, σήμερα αρχίζουν να πρασινίζουν. Για τους ανθρώπους, σύμφωνα με την Κάλλι Αναγνώστου, δεν συμβαίνει το ίδιο: «Η φύση έχει τον τρόπο να αναγεννάται. Παρά το γεγονός ότι είχε κατακαεί όλη η περιοχή, κατάφερε να αναγεννηθεί και να βλέπουμε πάλι δεντράκια να γεννιούνται, να πρασινίζει ο τόπος. Βέβαια, ανάμεσα σε όλα αυτά τα δεντράκια, στα λουλούδια και σε οτιδήποτε βγαίνει τώρα, αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά θα δεις και καμένους κορμούς, κουκουνάρια ακόμα καμένα. Υπάρχουν τα υπολείμματα. Απλά φροντίζει (η φύση) και μπορεί και προχωρά. Απλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει και με εμάς. Οι άνθρωποι δεν είναι εύκολο να αναγεννηθούμε. Δεν μπορούν να επιστρέψουν οι νεκροί μας και δεν μπορούν να επιστρέψουμε και εμείς στο πώς ήμασταν πριν. Εμείς δυστυχώς θα παραμένουμε πληγωμένοι»

Τα 17 κυπαρισσάκια για τους νεκρούς του Βουτζά

Λίγες εκατοντάδες μέτρα από το μνημείο για τα θύματα στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου βρίσκεται η οδός Ισμήνης. Εκεί, όπως λέει η πρόεδρος του Συλλόγου, στην πρώτη επέτειο της τραγωδίας, φυτεύτηκαν 17 κυπαρίσσια για τους ανθρώπους που έχασαν τις ζωές τους στον Νέο Βουτζά.

Όπως σημειώνει το Orange Press σε ανύποπτο χρόνο ένα ζευγάρι αστυνομικών της ομάδας ΔΙ.ΑΣ περνούν μπροστά από την Κάλλι Αναγνώστου. «Τότε που χρειαζόμασταν, δυστυχώς δεν τους είχαμε. Βέβαια, υπήρχαν κάποιοι ανάμεσά τους που παράκουσαν εντολές και χάρη σε εκείνους κάποιοι οδηγηθήκαμε και έξω από τις καμένες περιοχές. Συγκεκριμένα, στη δική μου την περίπτωση φύγαμε από το Μάτι μέσα σε ένα βαν, διότι τέσσερις εγκαυματίες με τη συνοδεία αστυνομικών που πέταξαν τους ασυρμάτους -που τους έλεγαν να μην μπουν μέσα- και μας οδήγησαν έξω από τη φωτιά και στο νοσοκομείο» αναφέρει εκείνη.

«Κολυμπούσαμε πάρα πολύ ώρα γιατί περιμέναμε να σταματήσει η φωτιά»

Τις δραματικές στιγμές περιέγραψε στην ΕΡΤ η Ιωάννα Γατοπούλου, πολυεγκαυματίας από το Μάτι.

«Ο καιρός από το πρωί ήταν ήρεμος. Δεν είχε ούτε αέρα και η θάλασσα ήταν ήσυχη. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο, άρχισε ένας δυτικός άνεμος, κάτι πρωτοφανές για το Μάτι, καθώς συνήθως έχουμε βόρειους ανέμους», αναφέρει.

Η κυρία Γατοπούλου αναφέρει ότι στην αρχή οι κάτοικοι δεν αντιλήφθηκαν το μέγεθος του κινδύνου. «Δεν ανησυχήσαμε ιδιαίτερα, γιατί πολλές φορές έπαιρνε φωτιά η Πεντέλη, αλλά συνήθως την έσβηναν αμέσως και δεν προχωρούσε προς τα κάτω», είπε.

Ωστόσο, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει και η ατμόσφαιρα να γίνεται ολοένα και πιο αποπνικτική. «Ο καπνός γινόταν πιο έντονος, χωρίς όμως να έχουμε ανησυχία ούτε εγώ ούτε οι γείτονες», σημειώνει.

Όταν η φωτιά είχε φτάσει στο Μάτι βγήκε από το σπίτι για να πάρει το αυτοκίνητό της. «Βλέπω ότι εκεί που το έχω αφήσει, κάτω από ένα πεύκο, το πεύκο έχει πάρει φωτιά. Καταλαβαίνω ότι καιγόμαστε και αλλάζω κατεύθυνση», περιγράφει.

Έτσι λοιπόν αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τη θάλασσα, όπου αντίκρισε χάος. «Αντί να είναι δύο οι σειρές των αυτοκινήτων, ήταν τέσσερις. Δεν μπορούσες να περάσεις ανάμεσα», αναφέρει, προσθέτοντας ότι αργότερα πληροφορήθηκε πως πολλοί οδηγήθηκαν προς την περιοχή από την πλευρά της Μαραθώνος.

Φτάνοντας στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα μαζί με άλλους κατοίκους, όπου παρέμειναν για τρεις ώρες. «Κολυμπούσαμε πάρα πολύ ώρα γιατί περιμέναμε να σταματήσει η φωτιά, η οποία έφτανε μέχρι κάτω, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί υπήρχε πράσινο, πεύκα και όλα αυτά», λέει.

Όταν η φωτιά πέρασε από το σημείο, οι κάτοικοι βγήκαν από τη θάλασσα περιμένοντας βοήθεια. Όπως είπε τηλεφώνησαν στο Λιμενικό, ωστόσο, δεν έφτασε άμεσα και διασώθηκαν από ιδιώτες.

«Μας πήραν εμένα και μια άλλη κυρία που ήμασταν εγκαυματίες. Μας πήγαν στη Νέα Μάκρη και γύρισαν πάλι πίσω για να πάρουν κι άλλο κόσμο», περιγράφει.

Η κυρία Γατοπούλου ενημερώθηκε για το μέγεθος της τραγωδίας στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για δύο μήνες. «Δεν το ήξερα. Δεν ήξερα πόσους νεκρούς είχαμε. Εκεί έμαθα ότι είχαμε 104 νεκρούς», αναφέρει.

Τα σωματικά τραύματα, όπως λέει, επουλώθηκαν, όμως οι ψυχολογικές επιπτώσεις παραμένουν. «Τα σωματικά δεν θα φύγουν. Αυτό μου το είπε καθαρά και ο γιατρός», σημειώνει, ενώ για το ψυχολογικό βάρος της εμπειρίας αναφέρει ότι χρειάστηκε για μεγάλο διάστημα φαρμακευτική υποστήριξη για να μπορέσει να κοιμηθεί.

«Έλεγα ότι μπορεί να μην υπήρχα αυτή τη στιγμή. Θα ζήσω με τα τραύματα αυτά που έχω και προσπαθώ να τα επουλώσω», λέει.

Η κυρία Γατοπούλου παρακολούθησε από κοντά τη δικαστική διαδικασία και όπως υποστηρίζει η απόδοση ευθυνών δεν ήταν πλήρης. «Δεν νομίζω ότι καταδικάστηκαν όπως έπρεπε να καταδικαστούν. Έπρεπε και άλλοι άνθρωποι να καταδικαστούν», τονίζει.

Πηγή: Iefimerida

Back to top button